Γιάννης Κουνέλλης: Η Ιστορία ως πρώτη ύλη

kounelis

Tης Σοφίας Ξυγκάκη

Ο Γιάννης Κουνέλλης, «μοντέρνος ζωγράφος – αρχαίος άνθρωπος», όπως αποκαλούσε τον εαυτό του, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών, υπήρξε ίσως ο πιο εμβληματικός εκπρόσωπος της Arte Povera, του κινήματος τέχνης που αναπτύσσεται στην Ευρώπη, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, μιας δεκαετίας εξεγέρσεων, αμφισβήτησης και ανατροπών.

H Arte Povera, με το Μανιφέστο της το 1967, δηλώνει εξαρχής τη ρήξη της με το σύστημα και όποιο κίνημα ή ρεύμα τέχνης, όσο πρωτοποριακό και επιθετικό κι αν παρουσιάζεται, παραμένει εντός «μιας κοινωνίας που παράγει τον άνθρωπο που καταναλώνει». Για τους καλλιτέχνες της Arte Povera, αντίθετα, στην εποχή της εκβιομηχάνισης και της αναπαραγωγής της τέχνης, ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να δημιουργεί έργα τέχνης γιατί αυτά είναι αντικείμενα και σε μια καπιταλιστική καταναλωτική κοινωνία το αντικείμενο είναι προϊόν, το προϊόν πλούτος και ο πλούτος εξουσία· ακόμη και ένα ανατρεπτικό και ιδεολογικά στρατευμένο έργο αμέσως αφομοιώνεται από το σύστημα· η ίδια η ιδεολογία, εξάλλου, είναι καταδικασμένη γιατί χρησιμεύει ως όχημα μεταφοράς της εξουσίας· καμιά τεχνική δεν πρέπει να εφαρμόζεται στο έργο γιατί όλες είναι εργαλεία της εξουσίας, και κανένα γλωσσικό ιδίωμα γιατί είναι καταναλωτικό είδος. Έτσι, για πολλούς, λειτουργεί αντιπαραθετικά και στην αμερικάνικη Pop Art, η οποία, παρότι παρουσιάζει κριτικά τη σημασία που αποκτά η εικόνα της διαφήμισης που απαξιώνει την πραγματικότητα ή τα ΜΜΕ, που μετατρέπουν ακόμη και τραγικά γεγονότα σε καταναλωτικά προϊόντα, εντούτοις, παραμένει εντός και δεν απειλεί το σύστημα. Σε αντίθεση με μια πλούσια «στάση», που μιμείται το πραγματικό, που διαχωρίζει την τέχνη από τη ζωή, που επιβάλλει τη διάσταση δημόσιου – ιδιωτικού, η Arte Povera αντιπαραβάλλει μια «φτωχή» έρευνα, που καταργεί τα δύο επίπεδα ύπαρξης ενώ είναι και τεχνολογικά φτωχή, σε αντιδιαστολή με έναν κόσμο τεχνολογικά πλούσιο.

Αντίσταση σε έναν απάνθρωπο κόσμο

Ο Γιάννης Κουνέλλης, το 1956, αφήνει τη γενέθλια πόλη του, τον Πειραιά, και εγκαθίσταται στη Ρώμη όπου σπουδάζει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών. Θα επηρεαστεί πολύ από τους Ιταλούς καλλιτέχνες του Αφηρημένου Εξπρεσιονισμού και της Ανεικονικής Τέχνης, κυρίως τον Αλμπέρτο Μπούρι, ο οποίος χρησιμοποιεί ευτελή υλικά, όπως πέτρες ή κατεστραμμένα σίδερα, για να αποτυπώσει επάνω τους τις οδυνηρές εμπειρίες του -ήταν στρατιωτικός γιατρός και στη διάρκεια του πολέμου αιχμάλωτος των συμμάχων- παραμορφώνοντας με όλα τα τεχνικά μέσα τις επιφάνειες, φορτίζοντας έτσι με δραματικότητα τα έργα του. Στην Ευρώπη, που οι εικόνες από τον πόλεμο είναι ακόμα τραυματικές και οι κοινωνίες έχουν οδηγηθεί σε υπαρξιακή κρίση, το να κάνουν οι καλλιτέχνες τέχνη με ευτελή υλικά που τους περιέβαλαν, σήμαινε αντίσταση σε έναν απάνθρωπο κόσμο ενώ και η επανάχρηση αντικειμένων σήμαινε αναγνώριση και συντήρηση της ιστορικής μνήμης. Ο Κουνέλλης παρουσιάζει την πρώτη του ατομική έκθεση το 1960, στη θρυλική πλέον γκαλερί La Tartaruga, με τίτλο Alphabets όπου με αριθμούς, τυποποιημένα γράμματα, σηματοδότες, δημιουργεί ένα προσωπικό λεξιλόγιο πάνω στον καμβά, και αρκετές ακόμη ατομικές και ομαδικές μέχρι το 1967, οπότε, χρησιμοποιώντας φτωχά υλικά, βιομηχανικά ή φυσικά, συμμετέχει στην πρώτη ομαδική έκθεση με τους καλλιτέχνες της Arte Povera: «μια ομάδα νέων καλλιτεχνών με διαφορετική εκπαίδευση και γλώσσα που τους ενώνει η προσπάθεια να στοχαστούν γύρω από την πραγματικότητα, δημιουργώντας έργα με τα πιο ποικίλα υλικά, που τα παρουσιάζουν σε μέχρι τώρα ασυνήθιστους για την τέχνη χώρους όπως εργοστάσια, νεώρια ή δάση» έγραψε ο κριτικός τέχνης Germano Gelant που οργάνωσε, το 1967, την έκθεση της ομάδας στη Γένοβα, στην οποία συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο Μικελάντζελο Πιστολέτο και ο Πίνο Πασκάλι. Το 1969, ο Κουνέλλης παρουσιάζει το πιο αμφιλεγόμενο ενδεχομένως έργο του, Χωρίς τίτλο, εκθέτοντας, στη γκαλερί L’ Attico, στη Ρώμη, 12 ζωντανά άλογα που σύμφωνα με αυτόν αντιπροσωπεύουν τη σύγκρουση ανάμεσα στη φύση και τον πολιτισμό, περιορίζοντας το ρόλο του καλλιτέχνη σε αυτόν του αυτουργού, καθώς το έργο δημιουργείται από τη σχέση του κοινού με το ίδιο το έργο.

Πλοίο «Ιόνιο»

Σημαντικό σταθμό για τον καλλιτέχνη αποτελεί η αναδρομική έκθεση του στην Ελλάδα, στο πλοίο «Ιόνιο», το 1994, αφού σηματοδοτεί και την επιστροφή στη γενέτειρά του, τον Πειραιά. «Η σχέση του Κουνέλλη με τη θάλασσα είναι παλιά όσο και φυσική. Ήταν επόμενο ο Πειραιάς, η γενέτειρά του, η οικογενειακή του ιστορία καθώς και το ιστορικό παρελθόν της χώρας καταγωγής του να τον δέσουν άρρηκτα μαζί της. […] Οι μετακινήσεις του, τόσο με την πρακτική όσο και με τη μεταφορική έννοια, υπήρξαν συνεχείς. Η αναχώρηση, ο σταθμός αλλά και η επιστροφή, αναγκαστικά προσωρινή σε ένα ταξίδι χωρίς τέλος, ένα ταξίδι κυκλικό, σημάδεψαν την πορεία και την εικονογραφία του» γράφει στο βιβλίο της έκθεσης η Κατερίνα Κοσκινά. Η ιδέα της έκθεσης στο πλοίο ήταν του ίδιου του Κουνέλλη ενώ «το αμπάρι του πλοίου υπέστη την πιο ποιητική ανατροπή της λειτουργίας του»: τα συνήθη φορτία του, καλαμπόκι, λίπασμα, σιτάρι, έδωσαν τη θέση τους σε μια σειρά έργων από το 1967 έως το 1994, ενώ και το πλήρωμα δέχτηκε να συμμετάσχει ενεργά στην έκθεση, κρατώντας το ίδιο τη λειτουργία της.
«Το έργο του Κουνέλλη είναι διαστρωματωμένο σαν αρχαιολογική τομή, που δείχνει τα διαφορετικά στρώματα της ιστορίας και τις διαφορετικές στάσεις που έχει ο ίδιος απέναντί τους. Στο πάνω μέρος βρίσκεται ο σύγχρονος κόσμος που, για τον Κουνέλλη, είναι ένα τεράστιο ερωτηματικό, ένα μπλέξιμο που δεν έχει ξεμπερδευτεί ακόμη[…]. Κάτω από το σύγχρονο κόσμο βρίσκεται ο κόσμος της Αναγέννησης που εμφανίζεται σαν το ιδανικό της βεβαιότητας, της αυτοπεποίθησης στην ανθρώπινη φύσης μας και του προσανατολισμού σε υγιείς στόχους, που χάθηκε μέσα από τις κατοπινές καταστροφές της αφήνοντας στη θέση του το κενό του ερωτηματικού. Και στο κατώτερο στρώμα πάντα κρυμμένο αλλά πάντα ενεδρεύον, αδήλωτο αλλά πάντα θεωρούμενο ως δεδομένο, είναι το αρχαίο στρώμα της κλασικής Ελλάδας της οποίας η Αναγέννηση υπήρξε μια μερική αναβίωση», γράφει στο βιβλίο της έκθεσης ο Thomas McEvilley, o αμερικανός κριτικός τέχνης και συγγραφέας.
Το 2012, παρουσιάζει στην Αθήνα, στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, ένα νέο έργο και όπως λέει ο ίδιος «στη συγκυρία αυτή θα ήταν αδιανόητη μια συνηθισμένη έκθεση τέχνης στην Ελλάδα».

Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης

Για την έκθεσή του αναζήτησε τα -μεταχειρισμένα- υλικά του στις αγορές της Αθήνας· αντικείμενα που έχουν κι αυτά υποστεί αλλεπάλληλες μεταβολές όπως και η πόλη. Τα αντικείμενα που χαρακτηρίζουν τη δουλειά του, κάρβουνο, σακιά από λινάτσα, σίδερο, αποτελούν μια δήλωση επιστροφής στην ύλη ενώ το κάθε έργο του έχει παραπάνω σημαινόμενα: τα παλιά μαύρα παλτά μπορεί να δηλώνουν απουσία ή απώλεια, αλλά, ως εικόνα, όπως κρέμονται στις κρεμάστρες, παραπέμπουν και σε επισκέπτες ενός σπιτιού· το μαχαίρι είναι φονικό όπλο αλλά μ’ αυτό κόβουμε και το ψωμί· η μεγάλη μεταλλική επιφάνεια στον τοίχο μπορεί να θυμίσει κι ένα σκληρό κρεβάτι, πάνω στο οποίο δεν κοιμάσαι καλά, όμως τα κομμάτια οστών επάνω του είναι και μια ερωτική αναφορά, υποδηλώνουν μια θραυσματοποίηση του εαυτού, όπως παρατήρησε ο ιστορικός τέχνης Παντελής Τσάβαλος.
«Δεν είναι μόνο να φτιάξεις ένα έργο αλλά να πεις και ν’ ακούσεις, ελπίζοντας ότι αυτά που ακούς θα σου αλλάξουν τη ζωή» είπε ο Γιάννης Κουνέλης, με αφορμή την έκθεση. «Όλοι περνάμε μέσα από μια ιστορική στιγμή […] η δουλειά του καλλιτέχνη όταν δεν είναι πραγματική είναι λάθος όλα. Για μένα υπάρχει η ηθική και ο έρως φυσικά. Ο ηδονισμός δεν έχει στόχο. Δεν υπάρχει μόνο η λογική, υπάρχει και το δράμα, όλα αυτά είναι και δραματουργίες και το θέλω να είναι. […] Ο ιμπρεσιονισμός φτιάχτηκε έξω στη φύση, εγώ αγαπώ την Αναγέννηση που φτιάχνουν τα έργα μέσα στα δωμάτια. Και η ζωή του θεάτρου είναι φτιαγμένη μέσα σε σιωπές… μ’ αρέσει, επειδή μ’ αρέσει κι η σκιά, που δεν έχει ατμόσφαιρα… Πρέπει να υπάρχει το γιατί. Από ιστορικής πλευράς, φιλοσοφικής πλευράς, ένα πράγμα γιατί γεννιέται; Το υπόλοιπο είναι ένα μεγάλο ταξίδι».

Βιβλιογραφία
G.C. Argan L’ arte moderna 1770/1970, Sansoni 1977
Ίδρυμα Ιωάννου Κωστόπουλου Μ/S Ιόνιον Πειραιάς Κουνέλλης, εκδόσεις Μπαστέας – Πλέσσας.