Γιατί είναι σημαντική η εκλογή του τουρκοκύπριου Κιζιλγιουρέκ

Του Σταύρου Τομπάζου

Η ψαλίδα ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα της Κύπρου, το ΔΗ.ΣΥ και το ΑΚΕΛ, μειώθηκαν σημαντικά σε σχέση με τις προηγούμενες ευρωεκλογές στη μια ποσοστιαία μονάδα. Το κόμμα της Δεξιάς κατέγραψε 29% και το κόμμα της Αριστεράς 28%.
Οι εκλογές της περασμένης Κυριακής διεξάχθηκαν σε ένα ιδιαίτερα δυσμενές κλίμα για τον κυβερνών κόμμα, για το οποίο βέβαια ευθύνεται το ίδιο.
Το ναυάγιο των συνομιλιών και οι παλινδρομήσεις των κυβερνόντων σχετικά με τη μορφή λύσης του κυπριακού στοίχησε στο ΔΗ.ΣΥ. Ένα μικρό μέρος των ψηφοφόρων του, της μετριοπαθούς δεξιάς, που αντιλαμβάνεται ότι η εναλλακτική στην Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία, είναι η οριστική διχοτόμηση της Κύπρου και η δημιουργία επίσημων συνόρων με την Τουρκία μέσα στην Κύπρο, στράφηκε προς το ΑΚΕΛ.
Η Συνεργατική Τράπεζα, που είχε διασωθεί με δημόσιο χρήμα, και της οποίας τη διαχείριση ανέλαβε το κράτος, αντί να εξυγιανθεί, έφθασε ξανά στα πρόθυρα της πτώχευσης και πωλήθηκε στην Ελληνική Τράπεζα με σκανδαλώδη τρόπο και σκανδαλώδεις όρους. Η διερευνητική επιτροπή που διόρισε ο ίδιος πρόεδρος της Δημοκρατίας απέδωσε ασήκωτες ευθύνες στον υπουργό Οικονομικών Χάρη Γεωργιάδη. Ο τελευταίος, ωστόσο, με την κάλυψη του προέδρου, παρέμεινε στη θέση του, κι αυτό πάρα τη γενική κατακραυγή όλων των άλλων πολιτικών δυνάμεων.
Αντιθέτως, με μεγάλη καθυστέρηση βέβαια, εν μέσω ενός άλλου μεγάλου σκανδάλου, υποχρεώθηκε να παραιτηθεί ο υπουργός Δικαιοσύνης Ιωνάς Νικολάου, καθώς και ο αρχηγός της αστυνομίας. Παρά τις επανειλημμένες καταγγελίες για μυστηριώδεις εξαφανίσεις αλλοδαπών γυναικών, η κυπριακή αστυνομία αρνήθηκε να τις εξετάσει, ισχυριζόμενη ότι αυτές οι γυναίκες έφυγαν από την Κύπρο. Μετά από την ομολογία του κατά συρροή δολοφόνου, που συγκλόνισε την κοινή γνώμη όσο και η αδράνεια των αρχών, η κυπριακή αστυνομία, με την συνδρομή ξένων εμπειρογνωμόνων, ακόμη ανασύρει πτώματα από φρεάτια και λίμνες.
Η πολιτική των «πύργων και ταυτοτήτων» του κυβερνόντος κόμματος επίσης συνέβαλε στην απώλεια ψήφων: Στην Κύπρο οικοδομούνται ουρανοξύστες δεκάδων ορόφων, κυρίως στη Λεμεσό, που πωλούνται σε ρώσους μεγιστάνες που επιθυμούν κατά αυτόν τον τρόπο να αποκτήσουν την κυπριακή ταυτότητα. Ενώ οι ρώσοι μεγιστάνες, με τους υπαλλήλους και τους σωματοφύλακες τους, εκτοξεύουν τα ενοίκια σε δυσθεώρητα ύψη για το μέσο εργαζόμενο, τα δικηγορικά γραφεία (τα πιο «αποδοτικά» σχετίζονται με τον ίδιο τον πρόεδρο της Δημοκρατίας, χωρίς να του ανήκουν τυπικά) κερδίζουν μυθικά ποσά, τα οποία βεβαίως δεν επενδύονται στην Κύπρο. Οι πύργοι αναγείρονται χωρίς περιβαλλοντολογική μελέτη, αλλάζουν τις ροές του αέρα και «ψήνουν» τη Λεμεσό στερώντας της τη θαλασσινή δροσιά, ενώ μένουν άδειοι, διότι οι Ρώσοι μεγιστάνες που εξαγόρασαν ευρωπαϊκή ταυτότητα δεν κατοικούν στην Κύπρο.
Το ΑΚΕΛ από την άλλη πλευρά, απαλλαγμένο σε μεγάλο βαθμό από την φθορά της δίκης του εξουσίας αυτή την φορά, επιδεικνύοντάς συνεπή πολιτική σχετικά με το Κυπριακό, και ασκώντας σκληρή πολιτική στην κυβέρνηση για τις παλινδρομήσεις της, κατάφερε να αυξήσει τα ποσοστά του. Βέβαια, με τη φθορά της εξουσίας να βαραίνει αυτή τη φορά τη Δεξιά, το 28% δεν μπορεί να θεωρηθεί ιδιαίτερη επιτυχία. Το ΑΚΕΛ έχασε το στοίχημα της αποχής που ήταν πρωτοφανής στην Κύπρο πλησιάζοντας το 57%. Σε μια χώρα έξαρσης των κοινωνικών ανισοτήτων, το ΑΚΕΛ δεν κατάφερε να πείσει ότι μπορεί να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τα συμφέροντα των κατώτερων εισοδηματικών στρωμάτων, των ανέργων, των νέων χωρίς ευοίωνη επαγγελματική προοπτική.
Αξίζει να αναφερθεί, όμως, ότι για πρώτη φορά, έβαλε στο ψηφοδέλτιο του ένα τουρκοκύπριο, τον καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Νιαζί Κιζιλγιουρέκ, τον οποίο και εξέλεξε. Ο κόσμος της Αριστεράς αγκάλιασε την υποψηφιότητά του (δεύτερος από τους έξι στην εκλογική λίστα του ΑΚΕΛ), γεγονός που δείχνει και τη διαφορά πολιτικής κουλτούρας ανάμεσα στην κυπριακή Αριστερά και την κυπριακή Δεξιά. Ο μέσος ψηφοφόρος της πρώτης δεν διακατέχεται από εθνικιστικά σύνδρομα που του απαγορεύουν να ψηφίσει Τουρκοκύπριο συμπατριώτη του.
Η υποψηφιότητα Κιζιλγιουρέκ προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από το κυβερνών κόμμα. Ο πρόεδρος του μάλιστα, Αβέρωφ Νεοφύτου, διερωτώταν δημόσια αν ο Κιζιλγιουρέκ θα εκφράζει στο ευρωκοινοβούλιο, τα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Βέβαια, ο πρόεδρος του ΔΗ.ΣΥ δεν είναι τόσο ανόητος για να μη γνωρίζει ότι οι ευρωβουλευτές δεν είναι ούτε υπουργοί Εξωτερικών, ούτε πρεσβευτές της κυβερνητικής πολιτικής. Εκφράζουν πολίτες μέσω της πολιτικής γραμμής του κόμματος τους, που συνήθως συνασπίζεται με άλλα ιδεολογικά συγγενικά κόμματα στο κοινοβούλιο. Οι δηλώσεις του προέδρου του ΔΗ.ΣΥ, παραγνωρίζοντας εκούσια τα στοιχειώδη και αυτονόητα, άγγιξαν επίπεδα ακροδεξιού λαϊκισμού που θα ζήλευε ακόμη και το νεοφασιστικό ΕΛΑΜ, η κυπριακή εκδοχή της Χρυσής Αυγής.
Η εκλογή Κιζιλγιουρέκ προκάλεσε, όμως, κι ένα κύμα αισιοδοξίας στις τουρκοκυπριακές ομοσπονδιακές δυνάμεις. Η εκλογή του, που ήταν πρωτοσέλιδο στον τουρκοκυπριακό τύπο, απεκάλυψε μια πραγματικότητα που πολλοί Ελληνοκύπριοι ακόμη και αριστεροί δεν ήθελαν να πιστέψουν: Η πλειονότητα των τουρκοκυπριακών ομοσπονδιακών δυνάμεων δεν πίστευε στην ειλικρίνεια των αντίστοιχων ελληνοκυπριακών δυνάμεων. Είναι γι’ αυτό που η εκλογή Κιζιλγιουρέκ είναι τόσο σημαντική. Είναι ένα μεγάλο επαναπροσεγγιστικό βήμα που βελτιώνει το κλίμα και τις προοπτικές του διακοινοτικού διαλόγου στον χώρο της Αριστεράς.