Γιατί γιορτάζουμε τη λήξη του πρώτου παγκόσμιου πολέμου;

Στον απόηχο των εκδηλώσεων που οργάνωσε ο Εμανουέλ Μακρόν για τα εκατό χρόνια από τη λήξη του πολέμου το 1918, ο γνωστός γάλλος ιστορικός αναρωτιέται για τον κόσμο που οδήγησε σ’ αυτό τον πόλεμο και τον κόσμο που άφησε πίσω του το τέλος αυτής της αιματηρής σύγκρουσης.

Tου Ροζέ Μαρτελί*

Δεν θα γιορτάσουμε την έπετειο της «νίκης» του 1918. Όχι για να ευχαριστήσουμε την Άνγκελα Μέρκελ, αλλά γιατί δεν υπάρχει λόγος να εκθειάσουμε έναν πόλεμο που προκάλεσε μια αδιανόητη εκατόμβη και εγκαινίασε έναν αιώνα κτηνωδίας, που γέννησε κάθε είδους τέρατα, από τα οποία δυστυχώς δεν έχουμε απαλλαγεί ακόμα. Δεν ξορκίζονται έτσι.
Όταν ο πόλεμος τελειώνει, δεν ρωτάμε ποιες ήταν οι αιτίες που τον προκάλεσαν. Αναζητούμε μόνο τους ένοχους. Ουαί τοις ηττημένοις, λοιπόν! Η συνθήκη των Βερσαλλιών, που επιβλήθηκε από τους νικητές και υπογράφτηκε στις 28 Ιουνίου 1919, είναι κατηγορηματική: η Γερμανία είναι υπεύθυνη κι αυτή θα πληρώσει. Οι ιστορικοί, ωστόσο, επανέρχονται για ένα συνολικό απολογισμό. Η πολιτική του γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β’ μπορεί να ήταν δακτυλοδεικτούμενη εξαιτίας του επεκτατισμού και της επιθετικότητας που την χαρακτήριζαν. Όμως, από τη δολοφονία του αρχιδούκα της Αυστρίας ως τη γενίκευση της σύγκρουσης η φιλοπόλεμη διάθεση χαρακτήριζε πρώτα απ’ όλα την πλευρά της Αυστροουγγαρίας, της Ρωσίας και της Σερβίας, και λιγότερο της Γερμανίας. Οσο για τη Γαλλία και το Ενωμένο Βασίλειο, αυτό που τους χαρακτήρισε ήταν η διφορούμενη στάση τους και η αναποφασιστικότητα απέναντι στους κύριους πρωταγωνιστές.

Ο κίνδυνος ήταν φανερός

Δεν γνώριζε κανείς τους κινδύνους; Αστεία πράγματα! Οι σοσιαλιστές από καιρό μιλούσαν για τα χειρότερα που έπρεπε να περιμένουμε εξαιτίας της αποικιοκρατικής επέκτασης και των εδαφικών εντάσεων στο εσωτερικό της Ευρώπης και διαπίστωναν ότι «ο καπιταλισμός φέρνει μέσα του τον πόλεμο, όπως τα σύννεφα την καταιγίδα», σύμφωνα με τον Ζαν Ζορές. Ο Φρίντριχ Ένγκελς αναφερόταν το 1887 στην πιθανότητα ενός «παγκόσμιου πολέμου με πρωτοφανή έκταση και ένταση». Οσο για τον Αύγουστο Μπέμπελ, έναν από τους «πάπες» της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, τόνιζε το 1905 πως η Ευρώπη «θα εμπλακεί σε μια στρατιωτική εκστρατεία, που θα θέσει σε κίνηση 16 με 18 εκατομμύρια άνδρες εξοπλισμένους με τα πιο φονικά μέσα», που θα καταλήξει σε μια «εκρηκτική κατάσταση».
Οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν παραισθήσεις. Δεν χρειαζόταν προφητικές ικανότητες ή εξαιρετικά περίπλοκη σκέψη, για να δεις ότι ο πόλεμος που ερχόταν θα ήταν φριχτός. Είχαν ήδη διαπιστώσει την καταστροφική δύναμη των σύγχρονων όπλων στη διάρκεια του αποσχιστικού πολέμου στην Αμερική, στην αιματηρή καταστολή της Παρισινής Κομμούνας και στις σφαγές που προκάλεσαν οι αποικιοκρατικοί πόλεμοι. Γνώριζαν, λοιπόν, πολύ καλά ότι ήταν σημαντική η φονική ισχύς της πολεμικής βιομηχανίας. Και βέβαια δεν χρειαζόταν να φανταστούν κάποιους απόλυτα κυνικούς ηγέτες που συνωμοτούν επιλέγοντας συνειδητά τη σφαγή. Στην ατμόσφαιρα της εποχής υπάρχει κάτι που τους οδηγεί στην εκτίμηση ότι ο προβλεπόμενος απολογισμός ενός πολέμου δεν θα ήταν τόσο βαρύς, ώστε να τον αποφύγουν με κάθε τίμημα. Τι ήταν, λοιπόν, αυτό; Οι ερμηνείες που δόθηκαν κατά καιρούς, εστιάζουν σε τρεις σειρές δομικών αιτίων.

Η Γερμανία φταίει!

Η πρώτη, και πιο διαδεδομένη, τονίζει τους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, που κυριαρχούν στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Μεταξύ 1880 και 1914, η Ευρώπη ολοκληρώνει τον επεκτατισμό που ξεκίνησε στα τέλη του 15ου αιώνα και εγκαθιστά την αποικιακή αυτοκρατορία της σε τέσσερις ηπείρους. Η Αγγλία και η Γαλλία έχουν πρώιμη βιομηχανική ανάπτυξη και παίρνουν τη μερίδα του λέοντος. Η Γερμανία, που σημειώνει επιτυχίες στη δεύτερη φάση της βιομηχανικής επανάστασης, θέλει κι αυτή τώρα να επωφεληθεί. Οι παλιοί κυρίαρχοι αντιμετωπίζουν ένα νέο, μαθητευόμενο. Η σύγκρουση των ιμπεριαλισμών – ο όρος πρωτοεμφανίστηκε το 1902 στην Αγγλία – αποδεικνύεται γρήγορα εκρηκτική. Εντοπίζεται στα λίγα χρόνια που προηγήθηκαν του 1914. Η περιπέτεια του Σεράγεβου παίζει απλώς το ρόλο του τελικού πυροδότη.
Μια δεύτερη ερμηνεία επιμένει στο μηχανισμό των στρατιωτικών συμμαχιών. Η ισορροπία που θέλησαν να επιτύχουν το 1815 οι μονάρχες που νίκησαν την επαναστατική και αυτοκρατορική Γαλλία, δεν υπάρχει πια στο τελευταίο τρίτο του αιώνα. Από το 1880 δύο συστήματα συμμαχιών εγκαθίστανται στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η Γαλλία, το Ενωμένο Βασίλειο και η Ρωσία συστήνουν την Τριπλή Συνεννόηση, η Γερμανία, η Αυστροουγγαρία και η Ιταλία σχηματίζουν την Τριπλή Συμμαχία. Η στρατιωτική λογική τροφοδοτεί την παράνοια των κρατών – ο καθένας νιώθει να απειλείται από τον πιο κοντινό ανταγωνιστή του -με αποτέλεσμα την κούρσα των εξοπλισμών. Σε πολλά γενικά επιτελεία κυριαρχεί η πεποίθηση ότι θα πρέπει να χτυπηθεί ο εχθρός πριν μπορέσει εκείνος να σε χτυπήσει.
Υπάρχει, βέβαια, και η τρίτη ερμηνεία, που αναφέρεται στο 19ο αιώνα ως αιώνα ανόδου των εθνικισμών που γεννούν πολέμους. Δεν είναι όλοι οι εθνικισμοί εκ φύσεως πολεμικοί. Ο εθνικισμός των καταπιεσμένων πληθυσμών στις πολυεθνικές αυτοκρατορίες, δεν είναι ίδιος μ’ αυτόν που ενισχύεται στις κατεστημένες μεγάλες δυνάμεις. Πάντως, παρά το γεγονός ότι δεν συγχέονται οι εθνικισμοί, η αλήθεια είναι ότι εκείνη την εποχή γενικεύεται η εθνική έξαρση σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Και, τελικά, υπερφαλαγγίζει τον πολιτικό φιλελευθερισμό και το σοσιαλισμό. Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει την πολεμική παραφορά τη στιγμή που χρειάζεται να παρθεί η κρίσιμη απόφαση: πόλεμος ή ειρήνη;

Η σιωπηρή βία

Δεν λείπουν οι βαθύτερες αιτίες που οδήγησαν στη σύγκρουση, ωστόσο θα ήταν λάθος να φανταστούμε ότι ο πόλεμος τον Αύγουστο του 1914 ήταν μοιραίος. (…) Όταν οι ευρωπαίοι σοσιαλιστές ρίχνονται στη μάχη για να εμποδίσουν τον πόλεμο, έχουν δίκιο που υποστηρίζουν ότι μπορεί να αποτραπεί. Για να συμβεί αυτό, όμως, θα έπρεπε να συντρέξουν πολλοί όροι, πράγμα που δεν έγινε δυστυχώς.
Πρώτα πρώτα θα έπρεπε η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη να έχει συνειδητοποιήσει ότι ο 19ος αιώνας ήταν λιγότερο ειρηνικός απ’ όσο φαινόταν στα μάτια της γηραιά ηπείρου. Τα μεγάλα ευρωπαϊκά κράτη είχαν πάψει να συγκρούονται μετωπικά, όπως συνήθιζαν. Όμως η ειρήνη ανάμεσα στα έθνη της Ευρώπης συνοδευόταν από σοβαρές εσωτερικές αναταραχές, κοινωνικές ή εθνοτικές. Από την άλλη, η βία είχε εκτιναχθεί στον υπόλοιπο κόσμο (αποσχιστικός πόλεμος στην Αμερική, αιματηρές εξεγέρσεις στην Ασία – Ινδία και Κίνα – αποικιοκρατικοί πόλεμοι. (…)
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, από την άλλη, ότι η αισιοδοξία του αστικού Διαφωτισμού είχε δώσει τη θέση της στο μεγάλο φόβο των λαϊκών επαναστάσεων. Η μεγάλη μετάβαση προς τη βιομηχανία, η μεγάλη υπόθεση του 19ου αιώνα, πραγματοποιείται μέσα σε ένα πλαίσιο συντηρητικό και αστικό στη Δύση και σε δομές έντονα φεουδαρχικές ακόμη στην Ανατολή και στην Κεντρική Ευρώπη. Αν εξαιρέσουμε τις ΗΠΑ, η νέα νεοτερικότητα μοιάζει να ενισχύει τις παλιές ιεραρχίες αντί να τις ανατρέπει. Ακόμα και η Αγγλία, η χώρα αιχμής της εκβιομηχάνισης και της ανάπτυξης των πόλεων, εμφανίζεται στα μάτια μας με την όψη του καπιταλισμού των τζέντλεμεν, όπου η καθολικότητα της ψήφου παραμένει περιορισμένη. Ο αιώνας αυτός, αντί να ζήσει το θρίαμβο του φιλελευθερισμού, πολιτικού και οικονομικού, βλέπει μάλλον το θρίαμβο της «εμμονής του παλιού καθεστώτος», σύμφωνα με τον αμερικανό ιστορικό Άρνο Μάγιερ. Αυτό το παλιό καθεστώς βασίζεται σε κάστες ευγενών μεγαλοϊδιοκτητών γης και πολεμιστών. Η ακραία υπόθεση του Μάγιερ έχει βάση: ο πόλεμος δεν κηρύχθηκε από τις ανερχόμενες τάξεις, αλλά από τις φθίνουσες τάξεις που είχαν ακόμα μερίδιο στην εξουσία, οι οποίες πίστευαν ότι οι πολεμικές αξίες θα τους εξασφάλιζαν οριστικά μια θέση που ένιωθαν να απειλείται. (…)
Η εκβιομηχάνιση της στρατιωτικής τεχνικής και η κούρσα γιγαντισμού των εξοπλισμών σε στεριά και θάλασσα ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο το κρατικό μονοπώλιο της νόμιμης βίας. Οι εξουσίες διαθέτουν μέσα καταστροφής χωρίς προηγούμενο, μέσα που εφαρμόζουν αδιάκριτα τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Η αποικιακή κατάκτηση διευρύνει το πεδίο της δημόσιας βίας και οι δύο βιομηχανικές επαναστάσεις εξακοντίζουν την καταστροφική ικανότητά της. Το κράτος – Λεβιάθαν δεν έχει διαμορφωθεί ακόμα, αλλά μετά το 1850 η Πρωσία του Μπίσμαρκ, η δεύτερη γαλλική αυτοκρατορία ή το βρετανικό αποικιακό κράτος στην Ινδία διαθέτουν χωρίς προηγούμενο δύναμη και ικανότητα καταναγκασμού. Αυτές ακριβώς θα καταστήσουν δυνατούς τους ολοκληρωτικούς πολέμους χωρίς ανάπαυλα και ανακωχή.

Τη σκυτάλη παίρνει ο εθνικισμός

Όλα εξελίσσονται σε ένα πνευματικό περιβάλλον που έχει αναστατωθεί. Ο 18ος αιώνας άφηνε να διαφανεί η βασιλεία του οικονομικού και πολιτικού φιλελευθερισμού. Όμως ο οικονομικός φιλελευθερισμός σκόνταψε στην οικονομική κρίση του 1873-1896, που αναζωογόνησε σε ένα βαθμό τον προστατευτισμό. Οσο για τον πολιτικό φιλελευθερισμό, βρίσκεται παντού σε υποχώρηση ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα. Ο φόβος για τις «επικίνδυνες τάξεις» και τις επαναστατικές αναλαμπές ωθεί το σύνολο των κυρίαρχων, παλιών και νέων, σε ένα συντηρητισμό που νοιάζεται για την τάξη και την ιεραρχία. Κατά τον 19ο και 20ό αιώνα οι υποστηρικτές του πολιτικού φιλελευθερισμού έχουν παντού παραμεριστεί, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση.
Με το φιλελευθερισμό σε άσχημη κατάσταση τι απομένει; Ο ευρωπαϊκός σοσιαλισμός δεν είναι χωρίς ατού. Στηρίζεται σε μια πλειάδα λαμπρών διανοουμένων και σ’ ένα προλεταριάτο που μεγαλώνει και επεκτείνεται τόσο στα εργοστάσια όσο και στις πόλεις. Αλλά, παρότι αυτό το κίνημα έλκει σημαντικά τον κόσμο της εργασίας και η δύναμη κοινωνικοποίησης που διαθέτει αποδεικνύεται πολύ ισχυρή στη Δύση, δεν ασκεί αρκετή έλξη, ώστε να αντισταθμίσει τη φθίνουσα πορεία των παλιών μορφών κοινωνικοποίησης. Ο νέος κόσμος των τάξεων είναι ταυτόχρονα και κόσμος των μαζών, που αποδέχεται την προτεραιότητα του ατόμου, το οποίο όμως καθιστά εύθραυστο μέσα σε ένα περιβάλλον ευμετάβλητο και όλο και πιο ανταγωνιστικό, το περιβάλλον της πρώτης παγκοσμιοποίησης.
Ούτε ο ορθολογισμός του Διαφωτισμού, ούτε ο φιλελευθερισμός των προυχόντων, ούτε και η σοσιαλιστική ελπίδα ήταν σε θέση να υποκαταστήσουν εύκολα τους μοναρχικούς ή θρησκευτικούς συμβολισμούς, που συνέχουν πνευματικά απ’ άκρη σ’ άκρη το κοινωνικό σώμα. Αυτός που παίρνει τη σκυτάλη είναι ο εθνικισμός. Στα τέλη του 19ου αιώνα παίρνει μια μορφή όλο και πιο απλουστευτική και ρατσιστική. (…) Οι εθνικιστές ονειρεύονται τη σύγκρουση, οι συντηρητικοί αναμένουν τους καρπούς της, οι φιλελεύθεροι, μοναρχικοί ή δημοκράτες, δεν θέλουν να φανούν αδύναμοι. Οσο για τους σοσιαλιστές, διακηρύσσουν ότι δεν θέλουν τον πόλεμο, χωρίς να ξέρουν καλά καλά τι πρέπει να κάνουν για να τον αποτρέψουν και μέχρι ποιο σημείο.

Η Ευρώπη αρρωσταίνει από τη δύναμή της

Τι είναι η Ευρώπη το 1914; Μια ήπειρος με ισχυρή δημογραφική ανάπτυξη (το ένα τέταρτο του παγκόσμιου πληθυσμού), που εξάγει τους ανθρώπους της, τα εμπορεύματά της και τα κεφάλαιά της σε όλο τον κόσμο. Μια ήπειρος που έχει κρατήσει μακριά από τα εδάφη της τον πόλεμο, αλλά τον έχει στρέψει στον υπόλοιπο πλανήτη. Μια ήπειρος φαινομενικά σίγουρη για τον εαυτό της, βέβαιη για την υπεροχή του πολιτισμού της, όταν δεν είναι βέβαιη για τη φυλή της. Μια ήπειρος που φοβάται την παρακμή της, που καταφεύγει λίγο λίγο στις παρηγορητικές βεβαιότητες της θρησκείας, αλλά δεν πιστεύει ανεπιφύλακτα στην αξία της επιστημονικής σκέψης. Μια ήπειρος που ανακαλύπτει τη δύναμη της μάζας, αλλά δεν ωθεί ως την άκρη τη λογική της δημοκρατίας. Με λίγα λόγια, μια ήπειρος που συγκεντρώνει πλούτο από παντού, κυριαρχεί, αλλά αμφιβάλλει για το μέλλον της.
Οι ιστορικοί έχουν δείξει ότι σε τέτοιες συνθήκες το πολεμικό πάθος δεν αγγίζει σε βάθος τις λαϊκές κατηγορίες, που, συνειδητά ή όχι, θεωρούν ότι πρώτες θα πληρώσουν το τίμημα. Όμως αυτοί που δεν θέλουν τον πόλεμο, δεν ξέρουν και πώς θα τον αποτρέψουν. Μοναρχίες και δημοκρατίες προωθούν έναν τέτοιο πατριωτισμό, που σχεδόν αγιοποιεί όποιον πεθαίνει για την πατρίδα του. Απέναντι σε ένα τέτοιο καλλιεργούμενο πάθος ο θεωρητικός φιλειρηνισμός δεν μπορεί να επηρεάσει παρά μόνο μια μειοψηφία που συνιστά ένα σοσιαλισμό σχεδόν αποκλειστικά εργατικό. Το 1914 τα δεδομένα αυτού του είδους βαραίνουν προς όφελος της σύγκρουσης, που εμφανίζεται ακαταμάχητη. (…)

Ποιος παίρνει το μέρος της ειρήνης;

Σ’ αυτές τις συνθήκες η πλευρά της ειρήνης δεν μπορεί να αντισταθεί πέρα από ένα ορισμένο σημείο. Οι πιο αποφασιστικοί εκείνη την εποχή είναι οι σοσιαλιστές. Ο λόγος τους φαίνεται να έχει συνοχή: απειλούν με γενική απεργία και με επανάσταση που επίκειται. Ομως δεν ξέρουν πώς να απαντήσουν από κοινού στο μόνο πρακτικό ερώτημα που έχει σημασία: τι θα κάνουν οι σοσιαλιστές, εάν ο πόλεμος τελικά ξεσπάσει; Οι ηγεσίες που βρίσκονται στην εξουσία στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες σίγουρα ανησυχούν. Πολλές προβλέπουν και προληπτικά μέτρα καταπίεσης . Όμως η ανησυχία τους δεν είναι τόσο ισχυρή, ώστε να ωθήσει τις κυβερνήσεις σε συνετή στάση. Θεωρούν ότι τα πατριωτικά αντανακλαστικά της εθνικής άμυνας υπερτερούν πάντοτε. Και δεν έπεσαν έξω. Ο θάνατος του Ζαν Ζορές στη Γαλλία σημαίνει το τέλος της έσχατης ελπίδας για μια εργατική αντίδραση. Δεν μένει πια παρά το λογικό αποτέλεσμα λίγες μέρες μετά, που επιταχύνει τη φοβερότερη αποτυχία του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος. (…)
Τελικά, η Ευρώπη θα πληρώσει πολύ ακριβά το λογαριασμό ενός γρήγορου εκσυγχρονισμού των υλικών μέσων, που δεν συνοδεύτηκε από ανάλογη επέκταση της δημοκρατικής πρακτικής. Τέσσερα χρόνια ολοκληρωτικού πολέμου θα εγκαταστήσουν τους μηχανισμούς μιας νόμιμης βίας, που υπήρχαν ήδη σε σπερματική μορφή στη διάρκεια του 19ου αιώνα. Αυτό που θα προκύψει, είναι η μαζική αποκτήνωση των κοινωνιών και ένας τριακονταετής πόλεμος (1914-1945), που επιμηκύνεται με τη μορφή ενός μακρόχρονου ψυχρού πολέμου (1947-1991). Το ανθρώπινο κόστος θα είναι φοβερό για το βραχύ 20ό αιώνα (1914-1991).
Το αναμενόμενο αποτέλεσμα του Μεγάλου Πολέμου ήταν μια σειρά συνθηκών, που άλλαξαν το χάρτη των κρατών χωρίς τη γνώμη των λαών. Τα αποτελέσματα υπήρξαν άμεσα: κτηνώδης καταπίεση του επαναστατικού κύματος, αισθήματα μνησικακίας στη Γερμανία και την Ιταλία, αποσταθεροποίηση της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης, εθνικιστικές συσπάσεις, απομόνωση της σοβιετικής Ρωσίας και εξάπλωση του σταλινισμού, άνοδος των φασισμών, καθυπόταξη των δημοκρατιών. Υπάρχει λόγος να νιώθει κανείς υπερήφανος για έναν τέτοιο κυκεώνα;
Αντίθετα, χρειάζεται να καλλιεργήσουμε ως πολίτες μια σκέψη που αποτρέπει ριζικά την πιθανότητα νέων κατακλυσμών.
Ενώ το τέλος του ψυχρού πολέμου όφειλε να σημάνει την αρχή για μια νέα διεθνή τάξη πραγμάτων, άνοιξε το δρόμο για μια αταξία μεγαλύτερη από ποτέ άλλοτε. Η οικονομική παγκοσμιοποίηση άνοιξε το χάσμα των ανισοτήτων, όξυνε και τροφοδότησε τις μνησικακίες. Δεν υπήρξαν ποτέ τόσες συγκρούσεις και τόσα τείχη όσο μετά την κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ. Η κατάσταση πολέμου έγινε ενδημική και γενικεύτηκε ως αρχή, ενώ τώρα δικαιολογείται με τη σύγκρουση των πολιτισμών.
Το χρηματιστικό κεφάλαιο γκρέμισε σε ερείπια το ιδανικό της παγκοσμιότητας με την παγκοσμιοποίηση. Η δημοκρατία υπονομεύτηκε από την τεχνοκρατική διακυβέρνηση, της οποίας τα καταστροφικά αποτελέσματα υποτιμούμε μιλώντας για τάσεις προς τον αντι-φιλελευθερισμό και το λαϊκισμό. (…)
Το 1914 ο πόλεμος δεν φαινόταν μοιραίος, αλλά ισχυρότατες δυνάμεις ωθούσαν στο ξέσπασμά του. Σήμερα, οι εξελίξεις μας ωθούν με ταχύτητα σε έναν κόσμο γεμάτο επιθετικότητα και τείχη, αλλά υπάρχουν οι όροι ώστε να μην καταστούν αναπότρεπτες. Δεν λείπουν οι δυνάμεις που θα πουν όχι και μπορούν να οραματιστούν έναν άλλο κόσμο, εφικτό. Αυτό που τους λείπει για την ώρα, είναι η πεποίθηση πως η συσπείρωσή τους θα μετρήσει πολύ περισσότερο από το άθροισμά τους.
Αν η εκατονταετηρίδα από το τέλος του πρώτου παγκόσμιου πόλεμου έχει μια χρησιμότητα, είναι για να επιτρέψει σ’ αυτές τις ζωντανές δυνάμεις να σκεφτούν το συγκεκριμένο τρόπο με τον οποίο μπορεί να αποφύγουμε την καταστροφή του ανθρώπινου πνεύματος. Αντί να πανηγυρίζουμε, ας σκεφτούμε μα και ας δράσουμε κατά των πολέμων του σήμερα, κατά της πιθανής καταστροφής αύριο. Δεν υπάρχει τίποτε πιο ισχυρό για την αποτροπή του πολέμου από το ρεαλιστικό όραμα μιας κοινωνίας με ισότητα, διαμοιρασμό και ειρήνη.

* Ιστορικός και διευθυντής έκδοσης της ιστοσελίδας Regards.
Ολόκληρο το κείμενο στο γαλλικά δημοσιεύτηκε στις 5 Νοέμβρη 2018, στην ιστοσελίδα www.regards.fr