Γιορτινές επιλογές από την ελληνική λογοτεχνία

Νίκος Βασιλικός
«Το Ημερολόγιο της Μικρασιατικής Εκστρατείας»
(επιλεγόμενα Βασίλης Βασιλικός, «Η Δίκη των Εξ», εκδ. Πατάκη, 2018)

Το 2021 συμπληρώνονται 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση και το νικηφόρο αποτέλεσμά της απέναντι στους Οθωμανούς, την επόμενη χρονιά όμως, το 2022, συμπληρώνονται 100 χρόνια από αυτό που ονομάστηκε «Μικρασιατική Καταστροφή», την αποτυχημένη και απονενοημένη δηλαδή εκστρατεία στα βάθη της Μικράς Ασίας και την τελική πανωλεθρία από τους Νεότουρκους.
Ο Βασίλης Βασιλικός επαναδημοσιεύει δύο πολύ κατατοπιστικά κείμενα για τα κρίσιμα εκείνα γεγονότα που συνδιαμόρφωσαν αυτό που είμαστε σήμερα. Πρόκειται για το Ημερολόγιο της Μικρασιατικής Εκστρατείας που είχε κρατήσει ο πατέρας του, Νίκος Βασιλικός, ο οποίος έζησε ως στρατιώτης και περιέγραψε όλη την ταλαιπωρία και την εκατέρωθεν βαρβαρότητα αυτής της εκστρατείας, αλλά και τα πρακτικά της Δίκης των Εξ που ακολούθησε, με την οποία εκτελέστηκαν οι θεωρούμενοι ως υπαίτιοι της Καταστροφής. Τα στενογραφημένα πρακτικά τα επεξεργάστηκε ο Βασίλης Βασιλικός και τα συνέπτυξε, χωρίς να τα αλλοιώσει, με αποτέλεσμα να μπορεί να δει κανείς καθαρά τα όσα έγιναν στη δίκη χωρίς επαναλήψεις.
Τα δύο κείμενα έχουν ξαναδημοσιευτεί, με ποικίλες όμως εκδοτικές παρεμβάσεις, οπότε η τωρινή επανέκδοση, αυτή τη φορά από τις εκδόσεις Πατάκη, φιλοδοξεί να είναι η πιο άρτια και φροντισμένη, εντέλει η τελική.
Ας δούμε ένα απόσπασμα του Ημερολογίου, γραμμένο στο όρος Καλετζίκ, δύο εβδομάδες πριν την πιο καθοριστική μέρα του πολέμου. Σε κάποιες φράσεις του Νίκου Βασιλικού, διαφαίνεται η ύπαρξη λογοτεχνικής φλέβας:
«Περασμένα μεσάνυχτα. Απόψε είμαι τρομερά εκνευρισμένος. Είναι έξι μέρες που τρώγω κάθε βράδυ τυρί και ελιές. Πείνα σωστή. Λιμός. Κατάστασις ανυπόφορος. Από την πείνα αισθάνομαι ακόμη και κοιλιακάς διαταράξεις. Βρίσκομαι πάνω στο Καλετζίκ, μακριά πολύ από κάθε κατωκημένο τόπο, όπου δεν μπορεί να βρει κανείς απολύτως τίποτε. Μία από τις φρικωδέστερες στερήσεις της εκστρατείας. Θα γυρίσω -αν ποτέ γυρίσω- στο σπίτι μου αληθινό σαράβαλο, αφού όλη μου τη νεανική ζωτικότητα τη σκόρπισα στην πολυχρόνιο και κοπιώδη εκστρατεία. Σκέψεις θλιβερές μου φέρνουν μια τυραννική απαισιοδοξία. Και με την απαισιοδοξία αυτή, συντροφιασμένη με την πείνα που θερίζει το στομάχι μου, παίρνω την κουβέρτα καλώντας μάταια τον Ύπνο να με απαλλάξει και από τα δύο».

Νίκος Ψιλάκης «Κι οι θάλασσες σωπαίνουν»
(εκδ. Καρμάνωρ, 2018)

Ο Κρητικός συγγραφέας και δημοσιογράφος Νίκος Ψιλάκης καταθέτει εδώ ένα μυθιστόρημα που, όμως, όχι μόνο περιέχει πραγματικά γεγονότα, αλλά και στοιχεία νέα, προϊόν ενδελεχούς δικής του έρευνας, για ένα γεγονός που στοίχειωσε την κατοχική ιστορία της Κρήτης και για το οποίο ελάχιστα σαφή εικόνα είχαμε ως τώρα. Πρόκειται για τη βύθιση του υπό γερμανική σημαία πλοίου Τάναϊς, το οποίο μετέφερε στα αμπάρια του όλη περίπου την ελληνοεβραϊκή κοινότητα της Κρήτης, 342 άτομα από τα οποία τα 120 παιδιά, επίσης 110 χριστιανούς Έλληνες (κυρίως Κρήτες αντιστασιακούς, φυλακισμένους στην Αγιά) αλλά και 120 Ιταλούς αντιφασίστες, συλληφθέντες από τους Γερμανούς μετά την παράδοση της Ιταλίας. Το πλοίο έφυγε από την Κρήτη με κατεύθυνση τον Πειραιά και βυθίστηκε κοντά στη Σαντορίνη μετά από ανατίναξη. Ήταν ενέργεια αγγλικού υποβρυχίου ή το βύθισαν οι ίδιοι οι Γερμανοί;
Ο συγγραφέας βρήκε και αποτύπωσε ατομικές διαδρομές και ιστορίες, δίνει επίσης το περίπλοκο κλίμα της άνοιξης και του καλοκαιριού του 1944, όπου τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται ή όπως ήταν πριν, κυρίως όμως βρήκε μαρτυρίες επιζώντων που ανατρέπουν τη μάλλον παγιωμένη αντίληψη ότι το πλοίο βύθισαν οι ίδιοι οι Γερμανοί και αποφαίνεται, κατηγορηματικά θα έλεγε κανείς, ότι το πλοίο το βύθισαν πράγματι οι Άγγλοι, γνωρίζοντας αλλά και μη λογαριάζοντας το γεγονός ότι μετέφερε όλους αυτούς τους αιχμαλώτους…
Ένα πολύ ωραίο ανάγνωσμα με λαγαρή γλώσσα, απλή και ταυτόχρονα πλούσια, με λελογισμένη χρήση του κρητικού ιδιώματος, χωρίς υπερβολές, με δυνατές σκηνές και ενδιαφέρουσες σκέψεις, που φωτίζει ένα γεγονός για το οποίο δεν έχουμε μιλήσει πολύ και για το οποίο τόσο οι Γερμανοί (που χρησιμοποίησαν τους αιχμαλώτους ως ανθρώπινη ασπίδα), όσο και οι Άγγλοι (που δεν δίστασαν να αφανίσουν τόσους ανθρώπους, ανάμεσά τους και μια ολόκληρη θρησκευτική κοινότητα), δεν θα πρέπει να αισθάνονται -αν ακόμη το θυμούνται- ιδιαίτερα υπερήφανοι…

 

Βαγγέλης Δ. Πανταζής
«Χάρτες και ιδεολογίες»
(εκδ. Στερέωμα)

Ο γεωγράφος Βαγγέλης Πανταζής δεν πρόλαβε να δει τη δεύτερη, εμπλουτισμένη έκδοση του σημαντικού αυτού βιβλίου του, τυπωμένη. Πήγε στον «Κάτω κόσμο», χαρακτηρισμός του θανάτου που οπωσδήποτε θα του προκαλούσε ένα μειδίαμα, αν μπορούσε να τον διαβάσει, καθώς αντανακλά και το πνεύμα του βιβλίου για το οποίο συζητάμε. Γιατί το «Χάρτες και ιδεολογίες», βιβλίο που, όταν πρωτοβγήκε, ήταν αρκετά πρωτοποριακό, μιλάει ακριβώς για την ιδεολογική σημασία του «πάνω» και του «κάτω», την ιδεολογική φόρτιση που κουβαλάει η τοποθέτηση του βορρά στο πάνω μέρος του χάρτη και του νότου στο κάτω, χωρίς αυτό να εδράζεται σε τίποτα το επιστημονικό. Είναι μια αυθαίρετη σύμβαση, καθόλου όμως αθώα, αφού το πάνω ταυτίζεται με το ανώτερο, το ισχυρότερο, το αριστοκρατικότερο, σε αντίθεση με το κάτω που εμπεριέχει την αδυναμία, ενδεχομένως και την ποταπότητα.
Ο συγγραφέας δεν θεωρεί τυχαίο το ότι από τότε που εδραιώθηκε αυτή η χαρτογραφική επιλογή, τον 16ο αιώνα, οι χώρες του βορρά πήραν σταδιακά το πάνω χέρι. Ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν είναι, βέβαια, επιστημονικά αποδείξιμος, βασίζεται όμως στην ψυχολογική παραδοχή της αυθυποβολής, μιας υποσυνείδητης εμπέδωσης ενός τρόπου σκέψης που κάνει τους βόρειους να μπαίνουν στη θέση του ισχυρότερου, του πιο δραστήριου, αυτού που έχει αυτοπεποίθηση, που είναι αποφασισμένος να κυριαρχήσει, και τους νότιους να αισθάνονται εκ των προτέρων ηττημένοι και δεύτερης κατηγορίας. Όταν η Μαφάλντα πρωτοείδε την Αργεντινή στο χάρτη τρόμαξε και πίστεψε πως, αφού βρίσκεται στο κάτω μέρος της υδρογείου, οι κάτοικοί της, μαζί και η ίδια, είναι κρεμασμένοι ανάποδα και θα πρέπει πλέον να δεθούν για να μην πέσουν. Αλλά και ο Εδουάρδο Γκαλεάνο είπε το ίδιο με άλλο τρόπο: «Αν ο κόσμος είναι έτσι όπως είναι σήμερα, τα πάνω κάτω, μήπως θα έπρεπε να τον γυρίσουμε ανάποδα ώστε να μπορέσει να σταθεί στα πόδια του;»

 

Θανάσης Γιαλκέτσης
«Η ουτοπία στην εξουσία»
(εκδ. Διαλέγεσθαι, 2018)

Ο γνωστός δημοσιογράφος Θανάσης Γιαλκέτσης, που επί πολλά χρόνια επιμελείται και δημοσιεύει πολύ ενδιαφέροντα θέματα από το χώρο των ιδεών, άλλοτε στην Ελευθεροτυπία και σήμερα στην Εφημερίδα των Συντακτών, στο τρίτο του βιβλίο με τίτλο «Η ουτοπία στην εξουσία», επιχειρεί κάτι που προκαλεί ενδιαφέρον, περιέργεια και ταυτόχρονα, σε ένα πρώτο επίπεδο, ξενίζει: την αποτίμηση του κομμουνιστικού πειράματος που σημάδεψε τον 20ό αιώνα. Αν λέμε ότι ξενίζει είναι επειδή αποτελεί τόλμημα, για έναν Έλληνα συγγραφέα, να τα βάλει με ένα θέμα για το οποίο έχουν γραφτεί και γράφονται πάρα πολλά, κυρίως βέβαια στο εξωτερικό, από επιφανείς ειδικούς αλλά και επίδοξους πολιτικούς καθοδηγητές πάσης φύσεως και ιδεολογίας.
Όμως ο συγγραφέας κερδίζει το στοίχημα. Και το κερδίζει χάρη στη νηφαλιότητά του, στον ξεκάθαρο και κατασταλαγμένο του λόγο. Χάρη δηλαδή στο γεγονός ότι ούτε προσπαθεί να υποβαθμίσει ένα μείζον γεγονός της παγκόσμιας πολιτικής ιστορίας, προκειμένου να βοηθήσει στην εξάλειψή του από την ιστορική μνήμη, ούτε πάλι να το εξωραΐσει. Και κάτι τέτοιο το έχουμε ανάγκη στον ελληνικό πολιτικό διάλογο, που προσπαθεί με αφορισμούς να διαγράψει (κυρίως) αλλά και να εξιδανικεύσει, όπως έχει ανάγκη και μια νεότερη γενιά να διαβάσει και να πληροφορηθεί με όρους επιστημοσύνης και όχι διαδικτυακής φλυαρίας ή προπαγάνδας.
Ο Θανάσης Γιαλκέτσης εξιστορεί τους βασικούς σταθμούς της Επανάστασης, στέκεται αρκετά στην προσωπικότητα του Λένιν, και προσπαθεί να περιγράψει το κλίμα εκείνο που μέσα από «τις φρικαλεότητες της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού, τις φοβερές ανθρωποσφαγές στους πολέμους, την άγρια εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, την κυνική αδιαφορία των προνομιούχων τάξεων απέναντι στις απελπιστικές συνθήκες ζωής των λαϊκών στρωμάτων» έδωσε «πελώρια δύναμη στο κομμουνιστικό ιδεώδες».
Όπως και να ’χει ένα τόσο σημαντικό ιστορικό γεγονός όπως η Οκτωβριανή Επανάσταση, όπως δηλαδή η πιο οργανωμένη πολιτική προσπάθεια εξάλειψης της κοινωνικής αδικίας που έχει δει ποτέ ο κόσμος, όσο και αν απέτυχε, όσο κι αν μέτρησε πολλά θύματα και διαψεύσεις, δεν παύει να έχει εγγραφεί στο συλλογικό υποσυνείδητο για πάντα. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο ιστορικός Έρικ Χομπσμπάουμ και μεταφέρει ο Γιαλκέτσης στο βιβλίο του: «Το όραμα της Οκτωβριανής Επανάστασης είναι ακόμη βαθιά ριζωμένο μέσα μου, σαν τα διαγραμμένα κείμενα που υπάρχουν ακόμη στους σκληρούς δίσκους των ηλεκτρονικών υπολογιστών, περιμένοντας κάποιον ειδικό να τα ανακτήσει».

Σταυρούλα Παπασπύρου
«Χωρίς μαγνητόφωνο» (εκδ. Πόλις 2018)

Η Σταυρούλα Παπασπύρου είναι από τους σημαντικότερους και τις σημαντικότερες δημοσιογράφους του χώρου του βιβλίου τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Ξεκίνησε από την Αυγή και συνέχισε στην (Κυριακάτικη) Ελευθεροτυπία ενώ έχει δουλέψει και σε αρκετά περιοδικά αλλά και στην τηλεόραση. Φυσικό είναι να έχει συναντηθεί και συνομιλήσει με τους αξιολογότερους συγγραφείς της εποχής μας, αυτούς που πρόλαβε από την προηγούμενη γενιά αλλά και μερικούς από τους πολύ νεότερους, σημερινούς. Στον τόμο που μόλις εξέδωσε, από τις εκδόσεις Πόλις, συγκεντρώνει συνεντεύξεις της με 31 συγγραφείς, συχνά περισσότερες από μία από τον καθένα, συνολικής έκτασης 400 σελίδων. Σε αυτές τις 400 σελίδες κλείνεται ένα μεγάλο κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας της λογοτεχνίας μας, καθώς, αντίθετα με τους αντίστοιχους τόμους της Μαριλένας Αστραπέλλου και του Δημήτρη Δουλγερίδη που έχουν εκδοθεί επίσης από τις εκδόσεις «Πόλις» και επικεντρώνονται σε ξένους συγγραφείς, εδώ η εστίαση γίνεται στο εγχώριο συγγραφικό δυναμικό.
Η ίδια η Σταυρούλα Παπασπύρου λέει στον πρόλογό της: «Τώρα που τα ξαναδιαβάζω συγκεντρωμένα τα κείμενα αυτά, το συνειδητοποιώ καλύτερα: πέρασα τα πιο δημιουργικά μου χρόνια κάνοντας μια δουλειά που αγαπούσα, συναντώντας ανθρώπους που εκτιμούσα για το έργο και τη στάση τους. Κι όλα αυτά σε μια εποχή που ο γραπτός Τύπος είχε κύρος κι η δημοσιογραφία στα μάτια των συμπολιτών μας λογαριαζόταν ακόμα ως λειτούργημα. Ήμουν τυχερή».
Θανάσης Βαλτινός, Ρέα Γαλανάκη, Μιχάλης Γκανάς, Μάρω Δούκα, Ζυράννα Ζατέλη, Νίκος Θέμελης, Ιωάννα Καρυστιάνη, Μένης Κουμανταρέας, Πέτρος Μάρκαρης, Νίκος Χουλιαράς είναι μερικά μόνο από τα μεγάλα ονόματα της λογοτεχνίας μας με τα οποία έχει συνομιλήσει. Είναι κείμενα που τα αφήνεις και επανέρχεσαι, που δείχνουν το κλίμα μιας εποχής και που προσφέρουν τροφή για σκέψη στο σήμερα. Όπως περίπου το λέει ο Δημήτρης Νόλλας, σε μια ερώτησή της για τα πολλά ταξίδια του: «Συχνά σκέφτομαι πως φεύγουμε για να απολαμβάνουμε τη χαρά της επιστροφής».

 

 

Δημήτρης Παπανικολάου
«Κάτι τρέχει με την οικογένεια»
(εκδ. Πατάκη)

Οσοι δεν είχαν παρακολουθήσει από κοντά τα τεκταινόμενα στον ελληνικό κινηματογράφο, το θέατρο και τη λογοτεχνία τα τελευταία χρόνια, μάλλον έμειναν απορημένοι με τη διεθνή επιτυχία του Κυνόδοντα του Γιώργου Λάνθιμου, όχι γιατί δεν άξιζε προσοχής, όσο γιατί η θεματική του και η διαπραγμάτευσή της έμοιαζαν να ξεπερνούν τα όρια εκείνα της υπερβολής που θεωρείται εύλογη και θεμιτή και να πλησιάζουν επικίνδυνα το πεδίο μιας εκκεντρικής, περιθωριακού τύπου παραδοξότητας. Ωστόσο ένας προσεκτικός παρατηρητής θα έβλεπε ότι δεν επρόκειτο για μεμονωμένη περίπτωση, ότι ο Λάνθιμος πατούσε σε μια εδραιωμένη τάση στην ελληνική τέχνη των αρχών του 21ου την οποία ωθούσε στα άκρα διατηρώντας πάντα ένα στιβαρό πυρήνα αλήθειας που στοίχειωνε την ελληνική πραγματικότητα και έβρισκε αναλογίες σε παγκόσμιους προβληματισμούς χωρίς να χάνει το τοπικό άρωμά της.
Ένας τέτοιος προσεκτικός παρατηρητής, όσο και με ικανό θεωρητικό οπλισμό σχολιαστής, υπήρξε ο Δημήτρης Παπανικολάου, αναπληρωτής καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στην Οξφόρδη, επιστήμονας με πολύ σύγχρονα ενδιαφέροντα και με διάθεση σε βάθος ανάλυσης του περίπλοκου σημερινού κόσμου. Ο Παπανικολάου είδε ότι κινηματογραφιστές και σεναριογράφοι όπως ο Οικονομίδης, ο Τζουμέρκας, ο Φιλίππου, ο Κούτρας, συγγραφείς όπως ο Δημητριάδης, η Κιτσοπούλου, ο Κορτώ, καλλιέργησαν το θέμα που μάλιστα μεταφέρθηκε ποικιλοτρόπως και στο θέατρο. «Η ελληνική οικογένεια σε παροξυσμό, σε διαρκή και επιδεικτική παραγωγή βίας, σε βραχυκύκλωμα, κατέληξε ένα από τα αγαπημένα θέματα σκηνοθετών, σεναριογράφων, συγγραφέων, ειδικά σε αυτό που ονομάστηκε “τα χρόνια της κρίσης”», λέει ο Δημήτρης Παπανικολάου. Ο Κυνόδοντας ήταν απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Και αφού αναλύονται διεξοδικά η «οικογένεια-κορνίζα» και η «οικογένεια-βραχυκύκλωμα», επιχειρείται να δοθούν απαντήσεις ως προς το γιατί αυτή η σύγχρονη εμμονή της ελληνικής παραγωγής σε αυτό το θέμα. Ένα πολύ ενδιαφέρον, έκκεντρο βιβλίο, ασυνήθιστο όσο και τα έργα στα οποία αναφέρεται, πολύτιμο ως προς την κατανόησή τους και ως προς το άνοιγμα μιας καινούριας ματιάς στο σημερινό κόσμο.

Μανώλης Πιμπλής