Γνωρίζοντας τα θύματα του Ολοκαυτώματος

Γνωρίζοντας τα θύματα του Ολοκαυτώματος

Άντζη Σαλταμπάση, “Μπερλίν”, εκδ. Πόλις, 2017

%ce%bc%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%bb%ce%af%ce%bd

«Το Βερολίνο είναι ιδανική πόλη για να καταδυθείς στον εαυτό σου» λέει στην αφηγήτρια του «Μπερλίν» μια φίλη της, η Κ., ενώ πίνουν «κοκτέιλ στο Γκερλίτσερ Μπάνχοφ». Η φράση αυτή, εναρκτήρια του βιβλίου, του πρώτου που υπογράφει ως συγγραφέας η μεταφράστρια και δημοσιογράφος Άντζη Σαλταμπάση, προαναγγέλλει μια τέτοια κατάδυση στον εαυτό, μια απ’ αυτές τις καταδύσεις στις οποίες προσβλέπει και τις οποίες ίσως ταυτόχρονα και να φοβάται κανείς όταν αποφασίζει (ή του τυχαίνει) να βρεθεί σε άλλον, ξένο τόπο, να μετοικήσει ή να μεταναστεύσει, ή ακόμη και να διαμείνει εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα, όχι τόσο μικρό ώστε να αρκεστεί στο ρόλο του τουρίστα, αλλά όσο απαιτείται για να ενταχθεί σε μιαν άλλη καθημερινότητα, για να του επιτραπεί να βλέπει και να διαβάζει με βλέμμα ως ξένο και οικείο ό,τι τον περιβάλλει. Και το βιβλίο εκπληρώνει την υπόσχεση της εναρκτήριας φράσης του, ακριβώς με τον τρόπο που το κάνει συνήθως ο ταξιδιώτης στον οποίο μόλις αναφέρθηκα, με μια κατάδυση – κλείσιμο και άνοιγμα ταυτοχρόνως– στον εαυτό και στον τόπο, προβάλλοντας τον έναν πάνω στον άλλον σαν να επρόκειτο για αντικριστές οθόνες, ή για φωτογραφίες που τυπώθηκαν στο ίδιο χαρτί.

Το «Μπερλίν» είναι η αφήγηση αυτής της κατάδυσης, ένα κείμενο που δύσκολα μπορεί κανείς να το κατατάξει ως προς το είδος, καθώς αποτελεί μίγμα ταξιδιωτικής αφήγησης, ημερολογιακών καταγραφών, δοκιμιακής γραφής και δημοσιογραφικής έρευνας, κάτω από την ομπρέλα αυτού που συνήθως αποκαλούμε αυτομυθοπλασία. Γιατί η αφηγήτρια του «Μπερλίν» είναι η ίδια η συγγραφέας, που μετοικεί κατά τη διάρκεια της ελληνικής οικονομικής κρίσης στο Βερολίνο, μαζί με τον εβραϊκής καταγωγής σύζυγό της και τα παιδιά της. Η Γερμανία δεν της είναι ακριβώς ξένη, έχει ξαναζήσει εκεί, γνωρίζει τη νοοτροπία των κατοίκων της, έχει σπουδάσει τη γλώσσα και τη λογοτεχνία της, έχει μεταφράσει από τα γερμανικά, οι διάσπαρτες στο μυθιστόρημα αναφορές της σε συγγραφείς και κείμενα αποκαλύπτουν αυτήν τη βαθιά σχέση. Και από την άλλη, η εξ αγχιστείας εβραϊκότητα, η επιλογή να στείλει τα παιδιά της στο εβραϊκό σχολείο, βρίσκονται στην πηγή του ενδιαφέροντός της για τους Εβραίους και το Ολοκαύτωμα, της επιμονής της να αναζητά στοιχεία για όλους όσους χάθηκαν, όσους φορτώθηκαν σ’ ένα τρένο, μια οποιαδήποτε μέρα από τις 18 Οκτωβρίου 1941 μέχρι τις 27 Μαρτίου 1945,  για να ταξιδέψουν απ’ το σταθμό του Γκρούνεβαλντ προς τα στρατόπεδα του θανάτου. Ή μήπως η αναδίφησή της σε αρχεία και ιστοσελίδες, η αναζήτηση μαρτυριών Βερολινέζων Εβραίων, οι ατέλειωτοι περίπατοι στο Γκρούνεβαλντ με τον κατάλογο των διάσημων επαύλεών του που οι ιδιοκτήτες τους έβλεπαν τα φορτωμένα μελλοθάνατους τρένα να περνούν, είναι ακόμη μια πλευρά της καταβύθισης σ’ αυτήν τη σχέση με τη Γερμανία, με την αγαπημένη και εξοργιστική (για εκείνη) Γερμανία; Παράλληλη μ’ αυτά, η τυπική καταβύθιση στον εαυτό, οι εβδομαδιαίες συνεδρίες με έναν Γερμανό ψυχαναλυτή, εκεί στο προάστιο του Γκρούνεβαλντ, βαριές κι αυτές από τα προσωπικά αδιέξοδα και αγωνίες, αλλά και απ’ όλες τις ιστορίες που συλλέγει καθημερινά από το Βερολίνο, από το παρόν κι από το παρελθόν του.

Έτσι στον ιστό που φτιάχνει το Βερολίνο της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η Α. Σαλταμπάση πλέκει τις πολλαπλές της ιστορίες, την ιστορία της μετανάστριας που έχει αφήσει πίσω της την Ελλάδα της κρίσης, τις υπαρξιακές αγωνίες της αναλυόμενης διανοούμενης και επίδοξης συγγραφέως, τις ιστορίες που της προσφέρει η πόλη στο παρόν, αλλά κυρίως τις ιστορίες του παρελθόντος, ή τη μία και μοναδική πολλαπλή ιστορία, την ιστορία των Βερολινέζων Εβραίων, την κεντρική, εμμονική της έρευνα, την οποία διεξάγει ακατάπαυστα στους δρόμους και τις συνοικίες της πόλης, αλλά και σε όποιο υλικό μπορεί να βρει στο διαδίκτυο, στα αρχεία ή στις συνεντεύξεις με ανθρώπους που συναντά.

Σ’ αυτή την έρευνά της η συγγραφέας θα ξετυλίξει δύο διακριτούς τρόπους συνάντησης με το παρελθόν. Από τη μια, η επίσκεψη στο στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ, μια επίσκεψη που επί μακρόν η αφηγήτρια είχε καταφέρει να αποφύγει, αρνούμενη να αποτελέσει μέρος αυτής της «πορνογραφίας» της φρίκης, όπως τη χαρακτηρίζει, αρνούμενη να δεχτεί πως μια τέτοια εμπειρία μπορεί να σε βοηθήσει να καταλάβεις, να εξηγήσεις οτιδήποτε. Από την άλλη, μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση της μνήμης, μια τυχαία ανακάλυψη των περιπάτων της, μια βερολινέζικη πολυκατοικία της οποίας οι ένοικοι αποφάσισαν να αναζητήσουν τους Εβραίους κατοίκους των διαμερισμάτων τους και να ανασυστήσουν την ιστορία τους, τις ξεχωριστές, προσωπικές τους ιστορίες, γιατί όπως λέει ο Μέντελσον, τον οποίο παραθέτει στην αφήγησή της, «τα έξι εκατομμύρια δεν είναι κάτι συμπαγές» ή όπως λέει ο Ζέμπαλντ (αμέσως επόμενο παράθεμα) «οι αριθμοί είναι κάτι αφηρημένο, οι αριθμοί είναι τόσο μεγάλοι, δεν μπορείς να διανοηθείς τι έχει συμβεί, δεν ξέρεις καν ποιοι ήταν αυτοί οι άνθρωποι».

Αυτό που επιχειρεί η  αφηγήτρια του «Μπερλίν», στο βαθμό και στο μέτρο που της αντιστοιχεί, είναι να ξεχωρίσει κάποιους απ’ αυτούς τους ανθρώπους, να βυθιστεί στο παρελθόν τους και να το φέρει στην επιφάνεια, να τους δώσει πρόσωπο και ιστορία. Αυτή είναι η απάντηση που δίνει το «Μπερλίν» στην «πορνογραφία» των στρατοπέδων συγκέντρωσης, στην ισοπεδωτική απεικόνιση της φρίκης και του θανάτου· εκκινώντας από τον χώρο, από μια παλιά διεύθυνση, από τη σύνδεση ενός προσώπου με τον τόπο της ζωής του, παρακολουθώντας βίντεο με μαρτυρίες, διαβάζοντας ιστορικά βιβλία, αναζητώντας επιζήσαντες και απογόνους επιζησάντων, συνομιλώντας μαζί τους, επιλέγει να τους καταστήσει πραγματικούς και οικείους. Ή  όπως λέει: «Κοιτούσα με τρυφερότητα τις φωτογραφίες των γονιών της και του αδελφού της στη σελίδα του Γιαντ Βασέμ, διάβαζα αποσπάσματα από το βιβλίο της και ένιωθα ότι τους ξέρω, δεν ήταν πια τρία άγνωστα ονόματα σε έναν ατελείωτο κατάλογο νεκρών, δεν ήταν τρεις ασπρόμαυρες φωτογραφίες με ονοματεπώνυμο, ήταν αληθινοί άνθρωποι, γιατί ήξερα κάποια στοιχεία για τις ζωές τους και εν τέλει αυτός είναι καλύτερος τρόπος να προσεγγίσει κανείς το Ολοκαύτωμα, ναι, ο καλύτερος τρόπος είναι να γνωρίσεις τα θύματα και τους επιζώντες, να περπατήσεις εκεί που είχαν περπατήσει, να περάσεις έξω από το σπίτι τους, να μάθεις ασήμαντες λεπτομέρειες για τις ζωές τους». Απαντά έτσι, κατά κάποιον τρόπο, στο ταμπού του μη αναπαραστάσιμου της Σοά, μέσα από την ανάδειξη του μεμονωμένου θύματος, της μοναδικότητάς του, της υλικής του ύπαρξης και του ίχνους που άφησε στον κόσμο.

Το βιβλίο κλείνει με ένα φωτεινό επιλογικό κεφάλαιο, μια επίσκεψη στο Νησί των Παγωνιών, όπου η αφηγήτρια με την οικογένεια και τους φίλους της, περνά μια ευχάριστη μέρα αναψυχής, μια φωτεινή μέρα όπου τα πρόσωπα νιώθουν σαν πρωταγωνιστές ενός λογοτεχνικού ειδυλλίου, μια ανάμνηση που θα κρατούν στα χέρια τους «προσεκτικά σαν να ήταν ένα κύπελλο ξέχειλο από φρέσκο γάλα». Όμως την ίδια στιγμή γνωρίζουμε πως η βερολινέζικη εμπειρία φτάνει κι αυτή στο τέλος της, μετατρέπεται σιγά σιγά σε νοσταλγία.

Η αυτομυθοπλασία του «Μπερλίν» περνά μέσα από αυτή την αναπαράσταση του Ολοκαυτώματος, για να φωτίσει μια σειρά από θέματα, για να στοχαστεί πάνω στην ιστορία και στη μνήμη, στην αρχιτεκτονική, την τέχνη ή τη λογοτεχνία, για να αναδείξει τις ίδιες τις αγωνίες της αφηγήτριας στη σχέση της με τη Γερμανία ή με την εβραϊκή ρίζα της οικογένειάς της.

Το «Μπερλίν» επιχειρεί να μεταφέρει στα καθ’ ημάς ένα είδος γραφής που έχει δώσει λαμπρά δείγματα στη γερμανική λογοτεχνία, με σημαντικότερο ίσως το έργο του Β. Γκ. Ζέμπαλντ. Η αυτομυθοπλασία του, όπως και στο γερμανικό του πρότυπο, αποτελεί στην πραγματικότητα ένα πρόσχημα για τον στοχασμό και τη συνομιλία με την ιστορία. Και αν η σύγκριση με τα γερμανικά της πρότυπα θα την αδικούσε, η Α. Σαλταμπάση καταφέρνει, στο πρώτο της βιβλίο, να υπερβεί πολλές από τις παγίδες που κρύβει ένα τόσο δύσκολο είδος γραφής και να μπολιάσει το κείμενό της με ένα θερμό, τρυφερό και ταυτοχρόνως στοχαστικό βλέμμα.