Γραφή γνωρίζει, ανάγνωση όχι: ένα σημείωμα

Μ’ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΣΤΗΝ «ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΙΣΣΑΡΙΔΗ»

Του Γιώργου Σταμάτη

Στο φύλλο της «Εποχής» 6/6/2020 διαβάσαμε το ενδιαφέρον άρθρο «Τώρα χρειαζόμαστε το πρόγραμμα ‘βγαίνουμε από την κρίση’» (σ. 3) του φίλου Θ. Παρασκευόπουλου. Διαβάζουμε εκεί σχετικά με τους όρους της διάθεσης πόρων απ’ την ΕΕ σε χώρες του Νότου, κυρίως για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προέκυψαν συνεπεία της πανδημίας του κορονοϊού: «Διαφαίνεται λοιπόν, ότι οι ευρωπαϊκοί πόροι, όπως κι αν διαμορφωθεί το τελικό σχέδιο για τη διάθεσή τους, θα χρησιμοποιηθούν με σκοπό να επιβάλουν και σε μεγάλο βαθμό επέβαλαν στην Ελλάδα, το ίδιο που εδώ και δεκαετίες επιβάλλεται σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη. Έως ένα βαθμό αυτό δεν θα μπορέσει να αποτραπεί […]. Μέχρι πού όμως θα μπορέσουν να πάνε [σ.σ.: οι θεσμοί] θα εξαρτηθεί από τις αντιστάσεις που θα υπάρξουν, αλλά και από τα σχέδια που θα προβάλουν προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις και προοδευτικές επιστημονικές κοινότητες […]. Στην Ελλάδα η κυβέρνηση ετοιμάζεται. Η επιστημονική επιτροπή που συστήθηκε κάθε άλλο παρά καλά προοιωνίζεται. Ο πρόεδρός της, ο κ. Πισσαρίδης, πήρε, μαζί με άλλους, το βραβείο Νόμπελ για μια εργασία σχετική με την ανεργία και την καταπολέμησή της που ρίχνει την ευθύνη στις άνεργες και τους ανέργους. Ο αναπληρωτής του είναι ο επικεφαλής του ‘θινκ – τανκ’ των μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων. Μια ομάδα δηλαδή που εγγυάται τα χειρότερα. Εν παρόδω, οι μαρξιστές, γενικότερα οι προοδευτικοί οικονομολόγοι, έχουν μεγάλη ευθύνη που αφήνουν τους αντιπάλους τους χωρίς δημόσιο αντίλογο – δεν λέω ότι θα τους ‘εξαφάνιζαν’ επιστημονικά, αλλά κάτι θα έμενε στο δημόσιο χώρο από την κριτική, ο τίτλος ‘νομπελίστας’ θα έχανε κάτι από τη λάμψη του και τα προοδευτικά ρεύματα της επιστήμης θα είχαν μεγαλύτερο κύρος». [σ.σ.: η πλαγιογράφηση δική μου]. Αυτά τα τελευταία, εν παρόδω γραφέντα, είναι από κάθε άποψη άτοπα. Για να μπορέσω να τα σχολιάσω, επιθυμώ να παραβλέψω ότι το άρθρο υπογράφει ο Θόδωρος Παρασκευόπουλος. Θα τα σχολιάσω σαν να τα είχε γράψει ένας οποιοσδήποτε άλλος οικονομολόγος, στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ.
Δεν νομίζω ότι η Αριστερά, η όποια πολιτικά και κομματικά συγκροτημένη Αριστερά, ενδιαφέρθηκε ποτέ για τις απόψεις «μαρξιστών ή προοδευτικών» οικονομολόγων (περιορίζομαι σ’ αυτούς διότι δεν υπάρχει λόγος να επεκταθεί κανείς και σε αριστερούς εκπροσώπους άλλων σημαντικών για την πολιτική επιστημών). Ούτε σήμερα ενδιαφέρεται. Κι αυτό, διότι, για ανεξιχνίαστους λόγους, οι πολιτικοί της γνωρίζουν γραφή (ή, αντιστοίχως, αγόρευση), αλλά όχι ανάγνωση. Δεν διαβάζει και δεν μαθαίνει η Αριστερά, διότι πιστεύει πως γνωρίζει ό,τι χρειάζεται – και δεν έχει ανάγκη να μάθει απολύτως τίποτα επιπλέον. Δεν ενδιαφέρουν εδώ τα κίνητρα ένταξης στην Αριστερά, αλλ’ αυτή γίνεται απ’ τους περισσότερους συνήθως με μονομερή δήλωση χωρίς παροχή οποιασδήποτε εγγύησης, δηλαδή, με δήλωση που μπορεί να ανακαλέσει κανείς, και αργότερα, αν επιθυμεί, να την επαναλάβει. Δι’ αυτής χρίει εαυτόν ο ίδιος αριστερό και τις όποιες πολιτικές πεποιθήσεις του αριστερές. Το να είσαι αριστερός είναι, δηλαδή, ζήτημα ένταξης και τοποθέτησης. Αριστερές απόψεις είναι οι ίδιες απόψεις, οι απόψεις δηλώσαντα «αριστερός». Αυτό εξηγεί και γιατί ένας αριστερός δεν χρειάζεται ούτε γνώσεις, ούτε στοιχεία.

Κάτι φαίνεται ν’ αλλάζει

Και να που τώρα φαίνεται σαν να αλλάζει το πράγμα. Η Αριστερά ζητάει κάτι συγκεκριμένο από τους αριστερούς οικονομολόγους. Μόνο που, όπως είπαμε ήδη, γράφει, αλλά δεν διαβάζει. Προ πολλού, ο γράφων έχει δημοσιεύσει λεπτομερέστατη κριτική σ’ ένα δημοσιευμένο στην «Καθημερινή» της 12/10/2010, δηλαδή πριν μια δεκαετία, άρθρο των Χριστόφορου Πισσαρίδη (Βραβείο Νόμπελ 2010, Καθηγητή στο LSE), Κώστα Αζαριάδη (Πανεπιστήμιου της Washington) και Γιάννη Ιωαννίδη (Καθηγητή, τότε, στο γνωστό για τους γνωστούς λόγους Πανεπιστήμιο Tufts) με τίτλο «Προτάσεις για μια νέα αναπτυξιακή στρατηγική» (βλ. The Economics of Their Masters II, στο: Γιώργος Σταμάτης, Ελλείμματα και χρέος, μνημόνιο και κρίση, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα 2013, σελ. 47 – 71).
Σ’ αυτό, μεταξύ άλλων, δείχνει ότι η διάσημη συγγραφική τριάδα συγχέει ποσοστά με ποσοστιαίες μονάδες! Κανένα φύλλο της Αριστεράς δεν ευδόκησε να σημειώσει, όταν διατυπώθηκε τέτοια κριτική, ό,τι ζητά σήμερα ο Θόδωρος Παρασκευόπουλος από μαρξιστές και γενικότερα προοδευτικούς οικονομολόγους, δηλαδή την αναγωγή του Πισσαρίδη (και των άλλων δυο) στο σωστό τους μέγεθος.
Πριν την υποτίμηση της δραχμής, επί πρωθυπουργίας Σημίτη το 1997, οι Θ. Μαριόλης, Χ. Οικονομίδης, Γ. Σταμάτης και Ν. Φουστέρης εκπόνησαν με δικά τους έξοδα [κοντά στ’ άλλα έχουν μερικές φορές και έξοδα αυτά τα πράγματα] μελέτη για το ευρέως τότε συζητούμενο ζήτημα της αναμενόμενης υποτίμησης της δραχμής στις τιμές (Ποσοτική εκτίμηση των επιπτώσεων της υποτίμησης στο ‘κόστος’ παραγωγής, Εκδόσεις Κριτική, 1997) βασιζόμενη στην ανάλυση εισροών – εκροών και έδειξαν ότι, σύμφωνα με τις 3 εκδοχές του μοντέλου τους, οι τιμές θα αυξάνονταν 1,2% – 1,8%, αν η δραχμή υποτιμάτο κατά 15%, ποσοστό κατά το οποίο σχεδόν και υποτιμήθηκε, ενώ ο προαλειφόμενος για υπουργός Εθνικής Οικονομίας της μελλοντικής Κυβέρνησης της ΝΔ Γ. Αλογοσκούφης, οικονομολόγος περιωπής, προέβλεπε για το ίδιο ποσοστό υποτίμησης αύξηση των τιμών κατά 9%!
Οι τιμές αυξήθηκαν τελικά, όπως είχαμε προβλέψει, κατά 1,5%. Ο Τύπος της Αριστεράς δεν σπατάλησε ούτε μια λέξη γι’ αυτή τη μελέτη και τη σύγκρισή της μ’ εκείνη του Γ. Αλογοσκούφη! Ο γράφων δεν έχει ως επιστημονικό του αντικείμενο την τρέχουσα οικονομική πολιτική στην Ελλάδα, αλλά την οικονομική θεωρία. Παρ’ όλα αυτά έχει δημοσιεύσει αρκετές εργασίες (γύρω στα 7 – 8 βιβλία στις εκδόσεις Κριτική, ΚΨΜ, Νήσος και Στάχυ) για την τρέχουσα οικονομική πολιτική και έχει καταρρίψει πολλά σχετικά ιδεολογήματα της Δεξιάς. Όπως τα ιδεολογήματα ότι καταναλώνουμε περισσότερα απ’ όσα παράγουμε, ότι, όταν δανείζεται το Δημόσιο, τότε δι’ αυτού του δανεισμού επωμίζονται βάρη στις επόμενες γενιές, ότι οι συνταξιούχοι συνολικά λαμβάνουν ως σύνταξη ό,τι πλήρωσαν συνολικά σε εισφορές όταν εργάζονταν κ.ά.

Έγκαιρες προειδοποιήσεις

Πολύ νωρίς και σε ανύποπτο χρόνο κι όταν κανένας δεν ήθελε να ακούσει κάτι τέτοιο, είχαμε προειδοποιήσει για τους κινδύνους ενός αυξημένου δημόσιου χρέους. Είχαμε επίσης πολύ νωρίς προειδοποιήσει για το θεσμό της ενοικίασης εργαζομένων και για τη ΣΔΙΤ, όταν κανένας δεν γνώριζε και δεν ήθελε να γνωρίσει κάτι γι’ αυτά τα πράγματα.
Η Αριστερά και ο αριστερός Τύπος αποσιωπούν τις εργασίες των μαρξιστών και αριστερών οικονομολόγων – όχι από κακή πρόθεση αλλά, πρώτον, διότι δεν τις χρειάζεται και, δεύτερον, κι αυτό αφορά κυρίως τον αριστερό Τύπο της, λόγω του επαρχιωτισμού που τη χαρακτηρίζει. Επειδή δεν γνωρίζει ποιος είναι ποιος, ούτε επίσης ποιος μετρά, πράγματι, επιστημονικώς προβάλλουν κατά καιρούς ευλόγως παντελώς αγνώστους και άσημους, όπως ο υιός Γκάλμπραιθ, ανάξιους λόγου, αδαείς προοδευτικούς δήθεν, κοινωνικούς επιστήμονες που δεν έχουν να βάλουν τίποτα στο τραπέζι ως ειδήμονες, άλλους, απλούς φιλελεύθερους αμερικανικής κοπής, όπως ο Κρούγκμαν, ο Τόμπιν και ο Τσόμσκι, ως προοδευτικούς και σοσιαλίζοντες και, τέλος, επιστημονικά ασήμαντους και επιστημονικά και πολιτικά καραδεξιούς, όπως ο Στήγκλιτς (ακραίος νεοκλασικός επιστημονικά, σύμβουλος του Προέδρου των ΗΠΑ και Αντιπρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας και εκείνης ακριβώς, της οποίας Πρόεδρος έγινε, αφού πρώτα, ως Υπουργός Αμύνης των ΗΠΑ ισοπέδωσε το Βιετνάμ, ο αλήστου μνήμης ΜακΝαμάρα) και σύγχρονους αριστερούς της εμβρίθειας των Σαμ. Αμίν, Αργκύρι Εμμανουήλ, Τζ. Πέτρας, Αντρέ Γκύντερ Φρανκ κτλ.

Οι αυτόχθονες οικονομολόγοι…

Αφήνουμε κατά μέρος τους αυτόχθονες για να μην σκανδαλίσουμε ακόμη και τους ανθεκτικότερους αναγνώστες. Ας όμως μας επιτραπεί μια ερώτηση: Το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς τι κάνει; Ο Θ. Παρασκευόπουλος θεωρεί ότι η προαναφερθείσα επιτροπή, της οποίας προϊσταται ο Πισσαρίδης συστήθηκε από την κυβέρνηση. Μάλλον «οι θεσμοί» τη διόρισαν, για να εφαρμόσει την πολιτική τους. Επίσης, φαίνεται να θεωρεί δεδομένο το υψηλό επιστημονικό κύρος της εν λόγω επιτροπής, το ανύπαρκτο σχεδόν κύρος των προοδευτικών ρευμάτων της οικονομικής επιστήμης και την αύξηση του κύρους της τελευταίας, αν αυτή αποφάσιζε ν΄ ασκήσει κριτική σε κάποιους σαν τα μέλη της επιτροπής. Προφανώς, δεν γνωρίζει ποιος είναι ποιος επιστημονικά.
Τα μέλη της επιτροπής είναι επιστημονικά ανύπαρκτα και η άσκηση κριτικής στο όποιο επιστημονικό τους έργο άσκοπη και άχαρη δουλειά. Σε καμιά περίπτωση δεν θα ήταν μια δουλειά που θα προσέδιδε κύρος στην προοδευτική οικονομική επιστήμη. Δεν επιθυμώ να σχολιάσω αυτή την τελευταία προτροπή, επειδή τη θεωρώ προσβλητική.
Το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς – αλήθεια με τι ασχολείται αυτό; Θα μπορούσε τάχα να επιδιώξει μια αναβάθμιση του κύρους του ασχολούμενο με μια αριστερή κριτική του «επιστημονικού» έργου των μελών της προαναφερθείσας επιτροπής; Πολλοί θα καλωσόριζαν μια τέτοια κριτική, και χωρίς αυτή την επιδίωξη, ως ένα καλό παράδειγμα για τους μαρξιστές και γενικότερα τους προοδευτικούς οικονομολόγους. Αυτά για την αποκατάσταση των πραγμάτων – γραμμένα με την πεποίθηση ότι εκφράζουν και άλλους μαρξιστές, αριστερούς και προοδευτικούς συναδέλφους.

* Ο Γ. Σταμάτης είναι πρώην καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.