«Η άλλη πόλη – Μορφές»

Στη γκαλερί Περιτεχνών (Ηροδότου 5, Κολωνάκι) εκθέτει η ζωγράφος και συγγραφέας Ηρώ Νικοπούλου τη νέα της δουλειά. Ο «Θεατής» είχε δύο λόγους για να την επισκεφτεί: το πάθος του για την πόλη και την πρόσφατη συλλογή διηγημάτων της Νικοπούλου που έφερε ένα κοντινό τίτλο, «Ασφαλής πόλη» (εκδ. Γαβριηλίδη). Μολονότι, τελικώς, η έκθεση δεν σχετίζεται ακριβώς με την πεζογραφία της, η πόλη αποτελεί μια σταθερή αναφορά στο έργο της από πολλά χρόνια.

nikopoulou

Οποιος παρακολουθεί την εικαστική δουλειά της, διακρίνει εύκολα μια εξελικτική πορεία τόσο στα θέματα όσο και στις τεχνοτροπίες, κάτι που της δίνει ένα ιδιαίτερο, διακριτό και αναγνωρίσιμο στίγμα. Βαθιά γνώστρια της ιστορίας της τέχνης, διαμορφώνει αυτό το στίγμα με στοχευμένους πειραματισμούς από την αφηρημένη φόρμα στο φιγκουρατίφ και στη συνομιλία των δύο μέσα στον ίδιο πίνακα πολλές φορές, κάτι που χαρακτηρίζει την τωρινή της πρόταση. Μετά από μια δημιουργική και ενδιαφέρουσα εξαετία ενός ιδιότυπου «ονειρικού ρεαλισμού», που έδωσε μια σειρά ψυχογραφικών πινάκων με βασικό μοτίβο τον εγκλεισμό και τη διαφυγή, σιγά-σιγά επιστρέφει σε καλλιτεχνικές επιλογές προηγούμενων περιόδων, δίνοντας βαρύτητα στο χρώμα και στις απρόσμενες εντάσεις. Χρώματα γήινα, έντονες χάλκινες αποχρώσεις, γαλάζια και γκρίζα μολυβένια, κυριαρχούν στα έργα, δημιουργώντας αινιγματικές αντιθέσεις, ενώ διακρίνουμε σχεδόν παντού τη διαγώνιο ως βασικό μοτίβο πάνω στο οποίο δομείται η εκάστοτε σύνθεση. Τα στοιχεία αναφοράς στην πόλη προβάλουν μέσα από ένα υδάτινο κόσμο, δίνοντας μια αίσθηση υγρασίας.
Το θέμα που κυρίως την απασχολεί -συνεχίζοντας μια φιλοσοφική αναζήτηση που υπάρχει και στις προηγούμενες περιόδους της δουλειάς της- είναι η διαλεκτική του «μέσα» και του «έξω». Στους πίνακες της έκθεσης είναι δύσκολο να πει κανείς με σιγουριά ποιο είναι το «μέσα» και ποιο το «έξω», αν υπάρχει καν ένα «έξω» ή βρισκόμαστε σε συνεχή εσωτερικά, που πολλές φορές το ένα περιέχει το άλλο. Τα κουρδιστά παιδικά παιχνίδια εμφανίζονται συχνά ως θέμα και λειτουργούν όχι ως υπόμνηση αθωότητας αλλά για να θυμίσουν τη σκληρότητα του κόσμου που τερματίζει βίαια την παιδική ηλικία. Δεν θα έπρεπε να παραλείψουμε στη σύντομη αναφορά μας τον τρόπο που ενσωματώνει στοιχεία από την ιστορία της ζωγραφικής στους πίνακές της: ένα αχνό κοκκινωπό άλογο από τις σπηλαιογραφίες της Αλταμίρας, το παιχνιδιάρικο αγγελάκι του Ραφαήλου, οι μορφές του Γκόγια αλλά και η ειρωνική ματιά στην καλλιτεχνική προγονοπληξία με το αλογάκι-παιχνίδι Dada πάνω στα ερείπια ενός χώρου που θα μπορούσε να είναι η Πομπηία.
«Τριγυρνώντας μέσα στην πόλη δεν είμαι σίγουρη για ό,τι συναντώ» σημειώνει η ίδια στο σημείωμά της στον κατάλογο της έκθεσης. «Μήπως οι άλλες μορφές είναι απλώς οι προβολές προπαρασκευασμένων εννοιών και φόβων ή ευφρόσυνες οπτασίες δυνητικής χαράς […] ο ατελεύτητος διάλογος με τον άλλο εαυτό».

Μαρώ Τριανταφύλλου