Η ανάγκη να ζεις, ενώ αποδέχεσαι τη θνητότητά σου

Μια συζήτηση με την ηθοποιό Δέσποινα Σαραφείδου με αφορμή την παράσταση «Η θυσία του Αβραάμ»

yper-adunatou1

Δύσκολο αλλά επιτυχές το εγχείρημα που ανέλαβε ο καλός σκηνοθέτης Δαμιανός Κωνσταντινίδης, να ανεβάσει τη Θυσία του Αβραάμ, το γνωστό έργο της κρητικής αναγέννησης. Έχοντας ως βασική θέση το συντελεσμένο της θυσίας, κινήθηκε γύρω από το μεγάλο -και επίκαιρο σε όλα του τα επίπεδα- θέμα της πίστης. Στηρίχτηκε σε μια ομάδα ικανών ηθοποιών. Ανάμεσά τους μια ξεχωριστή ηθοποιός, η Δέσποινα Σαραφείδου, που έχει μέχρι σήμερα δώσει σπουδαίες ερμηνείες σε δύσκολους ρόλους. Εδώ αποδίδει το σπαραγμό, την αγωνία και την απελπισία της Σάρρας με μέτρο και εσωτερικότητα, βρίσκοντας αξιοθαύμαστες ισορροπίες ανάμεσα στο χαρακτήρα και το σύμβολο και φωτίζοντας τις πιο σκοτεινές και άρρητες πλευρές της.

Τη συνέντευξη πήρε
η Μαρώ Τριανταφύλλου

Κασσάνδρα, ρόλος που με πολύ χιούμορ θίγει τραγικές καταστάσεις, Λαίδη Μακμπέθ στη διασκευή του Εσπίριτου, Μήδεια στην πρόταση της Διονυσοπούλου. Κάτι σας έλκει στα ταξίδια των τραγικών ηρωίδων μέσα στο χρόνο, στην εξέλιξη και την ανανοηματοδότηση των συμβόλων;
Να διευκρινίσω ότι αυτοί οι ρόλοι με «βρήκαν», ήταν προτάσεις των δημιουργών τους. Και στις τρεις περιπτώσεις πρόκειται για μια αναδιαπραγμάτευση μιας σχεδόν αρχετυπικής φιγούρας, ενός προσώπου που το ίδιο το όνομά του ανακαλεί όχι  το μύθο που το περιβάλλει, αλλά και ένα σύμπαν επιθυμιών, απωθυμένων, ματαιώσεων, μετουσιώσεων. Τέτοια πρόσωπα-σύμβολα δεν εξαντλούνται σε μια ερμηνεία, καθώς περικλείουν όψεις της ανθρώπινης κατάστασης που δεν περιορίζονται σε συγκεκριμένο χωροχρόνο, φύλο ή κοινωνική συνθήκη. Και σε προκαλούν αδιάκοπα να αναρωτιέσαι για τη δική σου στάση, σε θέτουν «ενώπιον ενωπίω».

Φέτος -μιλώ για τη χειμερινή σεζόν που τελειώνει οσονούπω- σας είδαμε σε αρκετές, απαιτητικές και διαφορετικές μεταξύ τους δουλειές. Τελευταία ήταν ο ρόλος της Σάρρας στη Θυσία του Αβραάμ σε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη. Τι έχει να πει ένα έργο με θρησκευτικό θέμα που έρχεται από την κρητική αναγέννηση στο θεατρικό κοινό σήμερα;
«Από τον Θεό τραβιέται ο άνθρωπος όπως ο καρχαρίας από το αίμα», λέει ο Ελύτης στη Μαρία Νεφέλη. Το ζήτημα της πίστης, αλλά και της απουσίας της, είναι διαχρονικό, καθώς ανάγεται στην ανθρώπινη ανάγκη για νοηματοδότηση της ζωής και στην ανθρώπινη αγωνία μπροστά στο θάνατο. Το έργο πραγματεύεται την πίστη που μπορεί να ιδωθεί ως τυφλή εμμονή, ή ως υπαρξιακή εκπλήρωση. Παράλληλα, και παρότι το κέντρο γύρω από το οποίο στήνεται το δράμα είναι η πίστη, ο ιστός του είναι η τραγωδία της οικογένειας που καλείται να αντιμετωπίσει την απώλεια, και μάλιστα την απώλεια ενός παιδιού, να αποδεχτεί την ανατροπή του φυσικού κύκλου της ζωής. Εν τέλει, το θέμα του γίνεται η υπαρξιακή οδύνη μπροστά στο αναπόφευκτο του θανάτου. Αυτή η μοναξιά της ψυχής, αλλά και η αγάπη σε πολλές πτυχές της, ο φόβος, η ευθύνη, πιστεύω πως αφορούν και αγγίζουν και το σημερινό κοινό, όχι μόνο τον άνθρωπο του 17ου αιώνα.

Θα θέλαμε να μας μιλήσετε για την παλαιοδιαθηκική Σάρρα-σύμβολο και πιο πολύ για τη Σάρρα σας.
Σύμφωνα με την παλαιοδιαθηκική ιστορία, ο Θεός αλλάζει το όνομα της γυναίκας του Αβραάμ όταν αναγγέλλει την επικείμενη εγκυμοσύνη της. Η Σάρρα (ηγεμονίδα όλων των εθνών), ωραία και ποθητή παρότι υπέργηρη, που κατατρώγεται από την επιθυμία να γίνει μητέρα, γελά στην προοπτική να αποκτήσει παιδί, κατόπιν αρνείται στο Θεό το γέλιο της, κι όταν της χαρίζει το παιδί που το όνομά του σημαίνει γέλιο, αναφωνεί «γέλωτά μοι εποίησε Κύριος». Είναι ήδη μια γυναίκα που φοβάται το Θεό, αλλά οι αντιδράσεις της απέναντί του είναι ενδεικτικές μιας, τηρουμένων των αναλογιών, δυναμικής προσωπικότητας. Επίσης, με τη γέννηση του Ισαάκ, θα λέγαμε ότι αποκτά νέα ταυτότητα, συμβολοποιώντας την αντίληψη ότι η μητρότητα συνιστά την ολοκλήρωση μιας γυναίκας. Στο επεισόδιο της θυσίας δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπό της. Ο άγνωστος ποιητής (ίσως ο Κορνάρος) της Θυσίας του Αβραάμ παραδίδει στο κείμενό του μια εξαιρετική ψυχογραφία των χαρακτήρων του. Παρά την παγιωμένη, ιεραρχική κοινωνία όπου διαφαίνεται ότι τοποθετεί το δράμα, έχει προσδώσει τέτοια χαρακτηριστικά στη Σάρρα, ώστε να δημιουργείται κάποιου τύπου διαλεκτική ισοτιμία με τον Αβραάμ. Η μεταξύ τους σχέση παρουσιάζεται ως υπόδειγμα αρμονικού ζευγαριού. «Η σάρκα μου είναι σάρκα σου, η καρδιά μου είναι καρδιά σου, δικά μου είναι τα πάθη σου, οι πόνοι κι η πρικιά σου», του λέει απαιτώντας να μάθει το «βαρύ κακόν όπου [τους] μέλλει».
Η Σάρρα έχει περάσει όλα τα στάδια μιας γυναίκας απέναντι στην τεκνογονία. Έχει ποθήσει ένα παιδί, έχει βιώσει την πικρία της ατεκνίας, τη χαρά της μητρότητας και τώρα καλείται να την απαρνηθεί, να αποποιηθεί ό,τι συνιστά για κείνη την ταυτότητα και την αυτοπραγμάτωσή της. Χάνοντας τον Ισαάκ, χάνει την ίδια της την υπόσταση. Άλλωστε, στα λόγια της συνδέει άμεσα το θάνατο του Ισαάκ με το δικό της θάνατο. Είναι βαθιά συγκινητική η γεμάτη πόνο συναίνεσή της στο αίτημα του Θεού: «Κι ας τάξω, δεν το γέννησα, ειδέ ’δα το ποτέ μου, μα ένα κερί αφτούμενον εκράτου κι ήσβησέ μου». Αυτή η συναίνεσή της στη θυσία αποτελεί επίσης θανάτωση του Ισαάκ. Η μάνα-Σάρρα σκοτώνει κατά κάποιον τρόπο η ίδια το παιδί της, ενώ αργότερα αντιμετωπίζει την επιστροφή του ως ανάσταση. Η Σάρρα νομίζω εκφράζει με μεγάλη καθαρότητα τον ανθρώπινο σπαραγμό μπροστά στο αναπόδραστο.

Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες που βρήκατε στο έργο και το πρόσωπο που ερμηνεύετε;
Μια πρώτη δυσκολία ήταν το είδος του κειμένου, ο ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος σε κρητική διάλεκτο, που απαιτεί κατάθεση τεχνικής και διαρκή έλεγχο αναπνοής. Από την άλλη, ένα τέτοιο κείμενο, γραμμένο τόσο πηγαία, εάν του παραδοθείς, σε οδηγεί το ίδιο προς την εκφορά του και σε ανταμείβει πλουσιοπάροχα. Ως προς το ίδιο το πρόσωπο της Σάρρας, ότι μέσα της ξεσχίζεται από αντίρροπες δυνάμεις. Πρέπει να συμβιβάσει την αγανάκτηση, τη φρίκη, με την αγάπη της για τον Αβραάμ. Τη συντριβή που νιώθει για το χαμό του παιδιού, με την έγνοια, την τρυφερότητα, τη λατρεία της για τον Ισαάκ. Την πίστη και την ευγνωμοσύνη της προς το Θεό με την απορία και την εξέγερσή της απέναντι στο αίτημά του. Πόση δύναμη μπορεί να διαθέτει όταν τολμά να απευθύνει την απεγνωσμένη επίκλησή της στο Θεό, ή όταν αντιτάσσει, σε μια κατάσταση απόλυτης αγωνίας, τρέλας σχεδόν, τα επιχειρήματά της, που ξεπηδούν από μια απελπισμένη λογική της καρδιάς, στον Αβραάμ, λειτουργώντας ως πειρασμός για να τον αποτρέψει από τη θυσία;
Η σκηνοθετική σύλληψη του Δαμιανού Κωνσταντινίδη αύξησε τη δυσκολία σε ερμηνευτικό επίπεδο, καθώς μας απομάκρυνε από μια λυρική απόδοση, κατευθύνοντάς μας στη χαμηλότονη εκφορά του λόγου, στην εγρήγορση και στην πλήρη εμπιστοσύνη στο κείμενο και στη στιγμή. Η Σάρρα μοιρολογεί τον Ισαάκ ενώ είναι ακόμη ζωντανός, χωρίς να του αποκαλύπτει την αδυσώπητη μοίρα του. Πώς να εκφράσεις το κλάμα που δεν κλαίγεται, πώς να δηλώσεις την κραυγή που δεν ακούγεται;
Σε άλλο επίπεδο, η Σάρρα που έχει βιώσει τη μητρότητα κυριολεκτικά ως θαύμα, αναγκάζεται να παραιτηθεί με τη θέλησή της από αυτό το θαύμα, να θανατώσει τον καρπό της κοιλιάς της, υπακούοντας στη βαναυσότητα μιας πίστης που δικαιώνει την ύπαρξή της. Πώς διαχειρίζεσαι το παράλογο της πίστης; Γιατί, για τους πρωταγωνιστές του δράματος, η θυσία έχει συντελεστεί, παρότι την ύστατη στιγμή αποσοβείται. Νομίζω πως πρόκειται για μια άλλη έκφανση της ανάγκης σου να ζεις, ενώ ταυτόχρονα ζω πως συνειδητοποιείς και αποδέχεσαι τη θνητότητά σου.

 

«Ο ηθοποιός παραδίνεται ανοιχτός στο παιχνίδι»

Σε όλες τις παραστάσεις που συμμετέχετε υπάρχει -θα έλεγα και έντονο αλλά ποτέ κραυγαλέο- το πολιτικό στοιχείο και σαφώς μια αναζήτηση για τις γυναίκες, τα βάσανα και το ρόλο τους…
Ίσως ο πιο ευθέως «πολιτικός» ρόλος που έχω παίξει τελευταία είναι ο Υπέρ αδυνάτου λόγος του Λυσία, με τη μορφή της Μικρής χορεύτριας 14 ετών του Ντεγκά. Εκεί η αναφορά σε μια σύγχρονη κατάσταση πραγμάτων είναι περισσότερο άμεση. Αλλά και η Λαίδη Μακμπέθ, της οποίας η επιθυμία επικεντρώνεται στην εξουσία, η Μήδεια, που σπαράσσεται ανάμεσα στους ρόλους της βασίλισσας, της μάγισσας και της μητέρας, η Kassandra του Sergio Blanco, εξόριστη από κάθε πατρίδα, ξένη στο ίδιο της το σ του Εσπί﷽ σoς μηται στην εξουσίώμα, παλιότερα π.χ. η βουβή «Αντιγόνη» στην Αγρυπνία του Κ. Ντέλλα, ή η Ηλέκτρα στις Χοηφόρες του L. Breuer, καταθέτουν καθεμιά τη στάση της απέναντι στην πολιτειακή/κοινωνική οργάνωση, αποτελώντας παράλληλα ψηφίδες μιας θηλυκής θέασης του κόσμου. Νομίζω πως το «γυναικείο ζήτημα» εξακολουθεί να υφίσταται, με την έννοια πως η κοινωνία παραμένει εν πολλοίς πατριαρχική, ως προς τα κυρίαρχα αξιακά συστήματα τουλάχιστον. Δεν είναι ίσως τυχαίο που αρκετές φορές αποδίδονται στους μεγάλους γυναικείους ρόλους ανδρικά χαρακτηριστικά…
Γενικότερα όμως, πολιτικό είναι και η καθημερινότητά μας, η ζωή σε κοινωνία, η συναλλαγή μας με τον άλλο. Και το θέατρο έχει γεννηθεί, και υπάρχει ακόμα, από τη ζωή σε κοινωνία. Οπότε κάθε θεατρική πράξη είναι πολιτική, καθώς, αν μη τι άλλο, αντανακλά την εκάστοτε συγχρονία.

Τι είναι ηθοποιός τελικά, κυρία Σαραφείδου;
Ένας διερμηνέας του διερμηνέα, όπως το διατυπώνει ο πλατωνικός Σωκράτης στον Ίωνα. Ένας διάμεσος, ένας αγωγός, ένα δοχείο – όσο πιο άδειος, τόσο πιο εύκολα γεμίζει. Ένας τεχνίτης, ένας ξυλουργός. Μόνο που το υλικό του, το όργανό του, είναι ο εαυτός του – πρέπει αδιάκοπα να τον χάνει, και να τον σκάβει, για να τον βρίσκει. Ένα παιδί που παίζει. Αλλά πρέπει να κρατιέται παιδί, να παραδίνεται κάθε φορά αθώος στο παιχνίδι, ανοιχτός στον άλλο, τον συμπαίκτη ή τον θεατή.

Η Δέσποινα Σαραφείδου αυτόν τον καιρό συμμετέχει στις παραστάσεις: «Η θυσία του Αβραάμ», κάθε Δευτέρα και Τρίτη, στις 9μμ και κάθε Τετάρτη, στις 7μμ, στο θέατρο Σταθμός [τηλ.: 211 4036322 (μέχρι τις 30 Μαΐου)] και «Υπέρ αδυνάτου» (βλ. «Η Εποχή», 01.04.2018) τα Σάββατα 12 και 19 και τις Κυριακές 13 και 20 Μαΐου, στις 9μμ, στην Οικία Αγγέλου και Λητώς Κατακουζηνού (Αμαλίας 4, 5ος όροφος, τηλ.: 210 3222144).