Η ανάκαμψη της πορτογαλικής οικονομίας

Κόντρα στην πολιτική των Βρυξελλών

kovanis

Η Πορτογαλία δεν παρουσιάζει πια δημοσιονομικά ελλείμματα, ενώ οι δείκτες ανάπτυξής της είναι από τους καλύτερους στην Ευρωζώνη και έχουν συμβάλλει στο να μειωθεί ουσιαστικά η ανεργία στη χώρα και να γίνει τόπος προσέλκυσης των επενδύσεων. Το μικρό οικονομικό και κοινωνικό πορτογαλικό θαύμα –όπως το αποκαλούν οι οικονομολόγοι– πραγματοποιήθηκε τα δύο τελευταία χρόνια με την πολιτική που χάραξε και εφάρμοσε η κυβέρνηση της Αριστεράς του Αντόνιο Κόστα, με την υποστήριξη του ΚΚ Πορτογαλίας, των Οικολόγων και του Μπλόκου της Αριστεράς. Μια πολιτική που είναι σαφώς αντίθετη με τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Πολλοί δε μιλούν για ένα νέο μοντέλο. Οι ίδιοι, όμως, αποφεύγουν να μιλούν για μοντέλο (όπως φάνηκε και από τη συζήτηση των τριών διανοουμένων που δημοσιεύσαμε στο τελευταίο φύλλο του Ιουλίου, πριν τις διακοπές).
Ωστόσο, η πολιτική που ακολούθησε η Λισαβόνα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και τη διέξοδο από αυτή, προκαλεί εκνευρισμό στις Βρυξέλλες. Από την άλλη, όμως, δίνει αφορμές για γόνιμες συζητήσεις σε μια κρίσιμη στιγμή που τα μνημόνια (μετά την έξοδο και της Ελλάδας από αυτά) τελείωσαν, αφήνοντας πίσω τους τεράστια προβλήματα για τις χώρες που τα υπέστησαν, ιδιαίτερα για τη χώρα μας. Την ίδια στιγμή που η ΕΕ βρίσκεται μπροστά στο κρίσιμο ερώτημα «ποιο δρόμο θα ακολουθήσει εν όψει των ευρωεκλογών την άνοιξη του 2019» και οι συντηρητικές δυνάμεις φαίνεται να μην έχουν άλλες επιλογές πέρα από τη δημοσιονομική πειθαρχία και τη λιτότητα -αν κρίνουμε και από το γεγονός ότι ο κύριος Μπερνάρ Βέρμπερ θέλει να τον προωθήσουν στη θέση κλειδί του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στη θέση του κ. Ζαν Κλοντ Γιούνκερ.

Η Πορτογαλία μετά το μνημόνιο και πάλι με την απειλή…

Μια από τις τελευταίες ενέργειες της πολιτικής της λιτότητας ήταν να εγκαλέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή την πορτογαλική κυβέρνηση λίγους μήνες μετά το σχηματισμό της, τον Ιούλιο του 2016, και αφού είχε βγει από τα μνημόνια, να την επιπλήξουν και μάλιστα να την απειλήσουν με ποινές. Γιατί σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, ο προϋπολογισμός της Πορτογαλίας δεν θα οδηγούσε στη μείωση των ελλειμμάτων στο 2,5% του ΑΕΠ (όπως είχε συμφωνηθεί) από το 4,4% που ήταν. Λίγους μήνες αργότερα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη διαδικασία αυτή. Εντύπωση, όμως, είχε προκαλέσει, όπως επεσήμαναν οι Πορτογάλοι, πως δεν κινήθηκαν οι διαδικασίες για τη Γαλλία που δεν τήρησε τη δέσμευσή της για τη μείωση του ελλείμματος της από 3,4% στο 3%. Από τότε, όπως φάνηκε αργότερα, τα πράγματα άλλαξαν: η Πορτογαλία περιόρισε το έλλειμμα στο 2,1% το 2016 και το 2018 έπεσε στο 1,5%. Στη Γαλλία την ίδια χρονική περίοδο από το 3,3% έπεσε στο 3,2%, ενώ είχε προγραμματιστεί να μειωθεί στο 2,8%. Όσο για την Ισπανία παρέμεινε στο 4,5%.

 Μείωση του ελλείμματος, χωρίς συμπίεση των δαπανών

Το ενδιαφέρον σ΄ αυτή την περίπτωση είναι ότι η πορτογαλική οικονομία δεν μείωσε τα ελλείμματα με τη συμπίεση των δημόσιων δαπανών, τις δομικές μεταρρυθμίσεις (απορρύθμιση) των εργασιακών σχέσεων με την «ελαστικοποίηση τους», περιορίζοντας τα δικαιώματα του κόσμου της εργασίας ή με την αποδιάρθρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων του κόσμου της εργασίας ή με την αποδιάρθρωση των κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως προβλέπει και ζητάει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η πολιτική που εφαρμόστηκε στην Πορτογαλία τα δυόμισι τελευταία χρόνια ήταν ακριβώς η αντίθετη. Επρόκειτο για μια επιλογή που εξόργισε, όπως φάνηκε, τις Βρυξέλλες με τις διαδικασίες που επέλεξε τότε, αλλά και αργότερα…

Ο δρόμος προς την ανάκαμψη

Μετά το 2015 η κυβέρνηση της Αριστεράς με τις πολιτικές της στα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα οδήγησε στην αναγνώριση των δικαιωμάτων, ξεπάγωσε τον κατώτατο μισθό και τις συντάξεις. Χάραξε μια φορολογική πολιτική χωρίς να ακολουθήσει τις υποδείξεις για ελάφρυνση των επιχειρήσεων, αλλά καθιερώνοντας ένα ποσοστό φορολόγησης για όλες τις επιχειρήσεις με εισοδήματα πάνω από 35 εκατομμύρια ευρώ.

Η προγραμματική συμφωνία

Η κυβέρνηση του Αντόνιο Κόστα εφάρμοσε με συνέπεια αυτά που είχαν συμφωνηθεί και γνωστοποίησαν με το πρόγραμμα που επεξεργάστηκαν οι αριστερές δυνάμεις της χώρας, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το ΚΚ Πορτογαλίας, το Μπλόκο της Αριστεράς -το Τρίο όπως αποκαλούνται από τους πολίτες στη χώρα τους. Στο πρόγραμμα αυτό αναφέρεται συγκεκριμένα «οι πολιτικές της λιτότητας που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια, είχαν σαν αποτέλεσμα την χωρίς προηγούμενο αύξηση της ανεργίας με καταστροφικά αποτελέσματα για τους νέους και τους πολίτες με τη μικρότερη εξειδίκευση. Έτσι χιλιάδες πορτογαλικές οικογένειες γνώρισαν τις συνθήκες ανεργίας. Αυτή η πολιτική είχε σαν συνέπεια να θιγεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια να απορυθμιστούν οι εργασιακές σχέσεις και τα κοινωνικά δικαιώματα των εργαζομένων».
Με τη νέα πολιτική αυξήθηκε το ελάχιστο εισόδημα το 2016 και το 2017 από τα 505 στα 557 ευρώ, μειώθηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων από το 23% στο 22%. Όλα τα οικονομικά μέτρα έχουν προοδευτικό πρόσημο. Το σπουδαιότερο, όμως, είναι η αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μισθωτών και των συνταξιούχων. Ενισχύθηκαν τα δικαιώματα των εργαζόμενων, μειώθηκαν τα φορολογικά βάρη όλων όσων αμείβονται με τα χαμηλότερα εισοδήματα. Προγραμματίστηκε η καταπολέμηση της πρόσκαιρης εργασίας. Η στρατηγική αυτή της πορτογαλικής κυβέρνησης δεν είναι σύμφωνη με τις ντιρεκτίβες των Βρυξελλών και της Κομισιόν, η οποία προειδοποίησε, για μια ακόμα φορά, ότι μπορεί να υπάρξουν συνέπειες.

Καταπολέμηση της λιτότητας, τόνωση της ζήτησης

Η κυβέρνηση της Αριστεράς συνεχίζει την πολιτική της κατά της λιτότητας και ενίσχυσης της ζήτησης. Η πολιτική αυτή έχει θεαματικά αποτελέσματα και η ανεργία προβλέπεται να πέσει στο 7% το 2019, στο πιο χαμηλό σημείο από το 2004. Αυτή η εξέλιξη οφείλεται στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,5% το 2017, από το 1,9% το 2016 και προβλέπεται να μείνει στο ίδιο υψηλό επίπεδο, παρά τη συνεχιζόμενη συγκράτηση των δημόσιων δαπανών. Η ανάπτυξη αυτή έχει σαν συνέπεια να ενταχθούν και πάλι στην αγορά εργασίας άνθρωποι που, λόγω ηλικίας, είχαν χάσει κάθε ελπίδα.

Η επιστροφή των βιομηχανιών

Η ανάκαμψη της οικονομίας, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομίας Καλντέιρα Καμπράλ, οφείλεται σε πολλούς παράγοντες. Ο πρώτος είναι ότι ανανεώθηκε ο βιομηχανικός τομέας με εξαγωγικό προσανατολισμό, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η υποδηματοποιΐα και ακόμα η κλωστοϋφαντουργία. Οι βιομηχανίες αυτές είχαν σχεδόν εξαφανιστεί από τη χώρα μετά το 2000 και την ένταξη της χώρας στην ΕΕ. Είχαν μετακομίσει στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης για να εκμεταλλευτούν τα φθηνά εργατικά χέρια. Οι βιομηχανίες αυτές επιστρέφουν επιχειρώντας να παράγουν προϊόντα ποιότητας από εξειδικευμένα και έμπειρα χέρια, τα οποία θα κατευθύνονται σε πιο σίγουρες αγορές. Έτσι οι επενδύσεις, αυξάνουν ιδιαίτερα στην αυτοκινητοβιομηχανία.

Πλήρης αποτυχία των Βρυξελλών

Οι προηγούμενες πολιτικές, οι πολιτικές λιτότητας που στόχευαν σε μια διπλή μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας με την ελαστικοποίηση της εργασίας και των δικαιωμάτων των μισθωτών, έτσι ώστε να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων. Αυτές τις μεταρρυθμίσεις ζήτησαν και επέβαλαν οι Βρυξέλλες: η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία προχώρησαν σ’ αυτές τις λεγόμενες μεταρρυθμίσεις και εφάρμοσαν πολιτικές λιτότητας χωρίς κανένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα.
Όλες οι χώρες, όπως η Πορτογαλία μέχρι το 2015 και η Ιταλία, μείωσαν τις δαπάνες για να μειώσουν τα ελλείμματα κάτω από το 3% το 2016, δεν κατόρθωσαν να μειώσουν την ανεργία που παραμένει πάνω από το 11%. Στην Ισπανία, η ανεργία ήταν στο 18,7% το πρώτο τρίμηνο του 2017 και τα ελλείμματα πάντα υψηλά πάνω από το στόχο των Βρυξελλών για 3,6% το 2016. Το συμπέρασμα είναι αδιαμφισβήτητο.
Η πολιτική των αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών, η λιτότητα κοντολογίς, που συνοδεύεται και από την ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας, δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ορατά αποτελέσματα για την ανάκαμψη της οικονομίας. Η Πορτογαλία τα δυο αυτά χρόνια τονώνοντας τη ζήτηση, βλέπει την ανάπτυξη να επιστρέφει, την κοινωνική προστασία να βελτιώνεται και την εργασιακή νομιμότητα να κερδίζει όλο και περισσότερο χώρο, καλύπτοντας μεγαλύτερο αριθμό εργαζομένων. Στη θετική εξέλιξη σημαντική είναι η συμβολή των συνδικάτων που μετέχουν με κινητοποιήσεις, απεργίες, αλλά και προτάσεις και διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση, χωρίς να έχουν την πολυτέλεια της αερολογίας και του ροκανίσματος χρημάτων που δεν τους ανήκουν.

 Μ. Κ.