Η Ανγκέλα στα χρόνια της «κορώνας»

Η Γερμανία αναλαμβάνει αυτή την εβδομάδα την προεδρία της ΕΕ, σε μια περίοδο που στην Ευρώπη κάθε άλλο παρά αισιοδοξία υπάρχει. Ο πήχης παραμένει πάντως χαμηλά, αφού στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης κυριαρχεί μια καχυποψία απέναντι στις Βρυξέλλες, που τις εβδομάδες της πανδημίας έμοιαζαν ακόμα πιο μακρινές.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

«Δεν θυμάμαι άλλη προεδρία που να ήταν τόσο φορτωμένη με ζητήματα αλλά και προσδοκίες» λέει ο έμπειρος γερμανός, σοσιαλδημοκράτης ευρωβουλευτής Ούντο Μπούλμαν. Την ερχόμενη Τετάρτη, η Γερμανία αναλαμβάνει την προεδρία της ΕΕ και οι αναλύσεις δίνουν και παίρνουν. Κοινή συνισταμένη των περισσότερων: Το επόμενο εξάμηνο θα αποδειχτεί αν η Ανγκέλα Μέρκελ έχει τελικά τη στόφα μιας μεγάλης Ευρωπαίας, είναι σε θέση να ανταποδώσει με έργα αυτή την «ευγνωμοσύνη» που δήλωνε πριν από δέκα μέρες στην ομιλία της στο Μπούντεσταγκ ότι αισθάνεται για την Ευρώπη.
Η αλήθεια είναι ότι στις προετοιμασίες, που είχαν ξεκινήσει ένα χρόνο πριν η ατζέντα ήταν εντελώς διαφορετική.
Στο Βερολίνο ήθελαν να δώσουν έμφαση σε ζητήματα όπως η «πράσινη ανάπτυξη» ή η ψηφιακή οικονομία. Η ίδια η κυρία Μέρκελ αλλά και ο υπουργός της των Εσωτερικών Χορστ Ζέεχοφερ μιλούσαν για μια συνολική αναθεώρηση της πολιτικής για το προσφυγικό. Ένα από τα σημαντικότερα ραντεβού του επόμενου εξαμήνου θα ήταν και η σύνοδος κορυφής ΕΕ-Κίνας στη Λειψία, σε πρώην ανατολικογερμανικό έδαφος. Εκεί η Ευρώπη θα διαδήλωνε την πρόθεσή της να επανατοποθετηθεί στο χάρτη του παγκόσμιου εμπορίου, σε μια περίοδο που ο διάλογος Πεκίνου-Ουάσιγκτον γίνεται με φωνές τουλάχιστον «ηλεκτρικές». Δεν είναι μόνο αυτό το «κορυφαίο γεγονός» που παραμένει προς το παρόν στον αέρα, λόγω «καραντίνας».

Πρώτα η «ανάκαμψη»

Η πανδημία covid-19 έχει ανατρέψει πλήρως την ατζέντα. Η Ανγκέλα Μέρκελ είδε την ευκαιρία να επιδείξει το «ευρωπαϊκό της πρόσωπο», παρουσιάζοντας στις 18 Μαΐου μαζί με τον Εμανουέλ Μακρόν ένα σχέδιο ανάκαμψης, που για πρώτη φορά έδειχνε να υιοθετεί έστω και προσεκτικά την ιδέα της «κοινοτικοποίησης» δανείων, έστω και ως μια έκτακτη και μοναδική φορά. Έχουμε ξαναγράψει ότι αυτή η απόφαση δεν είναι και τόσο αθώα, αφού πίσω της κρύβεται η επίγνωση ότι η διάλυση της «ενιαίας αγοράς» θα έπληττε πριν από όλους τους «πρωταθλητές των εξαγωγών».
Σε κάθε περίπτωση, με την κίνηση αυτή, η γερμανίδα καγκελάριος όρισε αυτή το πρωτεύον κριτήριο βάσει του οποίου ο ευρωπαϊκός Τύπος θα αποτιμήσει την προεδρία της. Αν ένα πραγματικό, ουσιαστικό και λειτουργικό Σχέδιο Ανάκαμψης αποφασιστεί κατά τη διάρκεια της δικής της προεδρίας, τότε κάποιοι θα είναι πρόθυμοι να της αποδώσουν το αναγκαίο πιστοποιητικό «ευρωπαϊσμού». Αν πάλι το σχέδιο αποδειχτεί «φούσκα» έχουν ήδη αποδεχτεί τους ρόλους των αποδιοπομπαίων τράγων αρκετοί Βόρειοι σφιχτοχέρηδες.
Το πρώτο τεστ θα είναι στις 17 και 18 Ιουλίου, όταν μετά από τέσσερις περίπου μήνες οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα βρεθούν πρόσωπο με πρόσωπο, θα τρίψουν αγκώνες, θα ανταλλάξουν χαμόγελα και θα πρέπει μετά να παρουσιάσουν και κάποιο αποδεκτό αποτέλεσμα. Αν αυτό δεν γίνει δυνατό τότε θα υπάρχει πάντα η δυνατότητα για ακόμα μια δραματική συνάντηση, ίσως μερικές εβδομάδες αργότερα. Έτσι κι αλλιώς υπάρχει και η άλλη μεγάλη εκκρεμότητα του επόμενου επταετούς προϋπολογισμού, που δε λέει να ξεκολλήσει με τίποτα.
Στο μεταξύ, το περιβόητο σχέδιο ανάκαμψης συντηρεί μύθους, βοηθά κυβερνήσεις να βγάλουν ένα δύσκολο καλοκαίρι και επιτρέπει στους κερδοσκόπους να βγάζουν ένα καλό χαρτζιλίκι. Τα χρηματιστήρια ανεβαίνουν, αψηφώντας την πτώση της παραγωγής, την εκτόξευση της ανεργίας και τις σκοτεινές προβλέψεις παγκόσμιας ύφεσης για το 2020. Πολλοί αναρωτιούνται πάνω σε ποια «προσδοκία» μπορεί να στηρίζεται όλο αυτό.
Πολλά θα εξαρτηθούν βεβαίως και από τις διαθέσεις του covid-19. Αν επιστρέψει δριμύτερος στην Ευρώπη τότε τα εθνικά αντανακλαστικά θα λειτουργήσουν και πάλι, οι άκαρπες εκκλήσεις για «κοινή στάση» θα πολλαπλασιαστούν και τα υπόλοιπα θέματα θα περάσουν σε δεύτερη μοίρα.

Αποφυγή νέων μετώπων

Έτσι κι αλλιώς, η πρόθεση ήταν να αποφευχθούν οι συγκρούσεις. Το έδειξε, για παράδειγμα, ο υπουργός Εξωτερικών Χάικο Μάας, που στην πρόσφατη επίσκεψή του στο Ισραήλ άφησε να πρυτανεύσει η «ευγένεια», αποφεύγοντας να μιλήσει με σκληρά λόγια για την πρόθεση Νετανιάχου να προσαρτήσει ακόμα ένα κομμάτι της Δυτικής Όχθης. Την ίδια πολιτική ευγένεια δείχνει η Γερμανία στον «ενεργειακό εταίρο», που ακούει στο όνομα Μόσχα ή στον Τούρκο πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν.
Ο τελευταίος μπορεί να συνεχίζει να προκαλεί σε μια σειρά από μέτωπα, αλλά παραμένει πάντα ο κεντρικός συνομιλητής της καγκελαρίου, ειδικά σε ότι αφορά το προσφυγικό, αλλά όχι μόνο. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι η ίδια η καγκελάριος έχει αφιερώσει πολύ χρόνο τελευταία στη μελέτη όλων των πτυχών των σχέσεων της ΕΕ με την Άγκυρα. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι στις 13 Ιουλίου το θέμα της εταιρικής σχέσης με τη γειτονική μας χώρα έχει μπει στην ατζέντα του πρώτου Συμβουλίου των Υπουργών Εξωτερικών. Πάντως οι περισσότεροι αναλυτές πιστεύουν ότι η κυρία Μέρκελ εξακολουθεί να πιστεύει στις «γέφυρες» με την Τουρκία και όχι στις απειλές και τις κυρώσεις εναντίον της.
Όλοι θυμούνται, πως στις αρχές του χρόνου η ίδια η Μέρκελ είχε σπεύσει στην Τουρκία για να σώσει την συμφωνία για το μεταναστευτικό/προσφυγικό. Όπως ακούγεται τώρα και με δεδομένη πάντα την άρνηση πολλών χωρών, όχι μόνο των Ανατολικοευρωπαίων, να δεχτούν δίκαιη κατανομή των προσφύγων, στο Βερολίνο τρέμουν το ενδεχόμενο μιας νέας «επιθετικής» ενέργειας του Ερντογάν. Τα μεγαλεπήβολα σχέδια για μια συνολική αναθεώρηση της πολιτικής για το άσυλο φαίνεται τελικά να «κονταίνουν» και να μετατρέπονται σε ένα συμβιβασμό, που θα ελπίζει στην ύπαρξη κάποιων προθύμων, αλλά πάντα και στη συνεργασία με την Άγκυρα.

Ασκήσεις ισορροπίας

Σε κάθε περίπτωση, οι προβλέψεις για το χαρακτήρα της προεδρίας είναι συγκρατημένες. Κανείς δεν περιμένει ότι στο τέλος του 2020 η ΕΕ θα έχει κερδίσει πιστοποιητικά ενός ισχυρού «παγκόσμιου παίκτη». Και μάλλον είναι υπερβολική η προσδοκία κάποιων να δουν την καγκελάριο να στέφεται «βασίλισσα της Ευρώπης». Η συγκεκριμένη… κορώνα με την οποία συμβιώνει ο πλανήτης εδώ και αρκετούς μήνες δεν προσφέρεται για τέτοιες φιλοδοξίες. Η ελπίδα είναι περισσότερο να συγκρατηθούν διαλυτικά φαινόμενα εντός ΕΕ, να αποφευχθεί ένα χάος εξαιτίας ενός Brexit χωρίς πλαίσιο επόμενης μέρας, να απορροφηθούν οι όποιοι κραδασμοί θα μπορούσε να προκαλέσει ο πάντα απρόβλεπτος και εισερχόμενος στην τελική ευθεία των δικών του εκλογών Ντόναλντ Τραμπ, να επιχειρηθεί με άλλα λόγια να αποτραπεί μια άλλη μεγάλη κρίση, η οποία θα μπορούσε να έχει ιστορικών διαστάσεων επιπτώσεις για το «ευρωπαϊκό οικοδόμημα». Πρόκειται για μια άσκηση ισορροπίας, όπως είπε κάποιος πιο ρεαλιστής. Εκεί που η γερμανική προεδρία θα βλέπει ότι «μπορεί» θα εκμεταλλεύεται τη θέση ισχύος στην οποία βρίσκεται. Όπου δεν «μπορεί» θα έχει το άλλοθι ότι δεν επιθυμεί να προκαλέσει τους υπόλοιπους Ευρωπαίους με αλαζονική συμπεριφορά. Αρκεί η διαπίστωση του ΔΝΤ ότι το χάσμα ανάμεσα στην Γερμανία και τους υπόλοιπους Ευρωπαίους θα διευρυνθεί κι άλλο λόγω της κρίσης…
«Σεμνά και ταπεινά» έγραψε κάποιος. Και παρασκηνιακά θα προσθέταμε. Η κυρία Μέρκελ έχει αποδείξει ότι κατέχει αυτή την τέχνη, χωρίς να τη νοιάζει πάντα να πιστώνεται αυτή τα εύσημα για τα «πεπραγμένα» της.