Η Ανγκέλα δίχασε την Γερμανία, το κόμμα και την Ευρώπη

H καγκελάριος Μέρκελ έχει χάσει προ πολλού το «μαγικό της άγγιγμα», που της επέτρεπε να μετατρέπει σε επικοινωνιακές επιτυχίες ακόμα και μεσοβέζικες αποφάσεις, που έπαιρνε συχνά με εγκληματική καθυστέρηση. Οι πρόσφατες ενέργειές της κατά τη διαδικασία επιλογής της νέας ηγετικής ομάδας της ΕΕ, αλλά και η αδράνεια της σε εσωπολιτικό επίπεδο μπορεί τελικά να την «περάσουν» στην ιστορία ως την πολιτικό, που παρά την φαινομενικά τεράστια ισχύ της, άφησε ως κληρονομιά μια διχασμένη χώρα, αλλά και μια διχασμένη Ευρώπη.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Ο Χέλμουτ Κολ κατάφερε να περάσει στην ιστορία ως ο καγκελάριος της ενοποίησης αν και αυτός ο χαρακτηρισμός αφορούσε μάλλον το τεχνικό και όχι το πολιτικό και κοινωνικό μέρος μιας διαδικασίας, που εκ των υστέρων αποδείχτηκε πολύ δυσκολότερη από ότι ο ίδιος είχε ονειρευτεί αλλά και υποσχεθεί. Η Ανγκέλα Μέρκελ στη Δύση της πολιτικής της σταδιοδρομίας δείχνει να προσεγγίζει με ταχύτητες ασυνήθιστες για τη φύση της τον τίτλο της καγκελαρίου του διχασμού. Και αυτός ο διχασμός δεν αφορά μόνο το κόμμα της ή τον παραπαίοντα «μικρομέγαλο συνασπισμό», αλλά και ολόκληρη την Γερμανία και ακόμα χειρότερα την Ευρώπη. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα και τις τελευταίες εβδομάδες μετά τις ευρωεκλογές, όπου η εξασθενημένη πολιτικά κυρία υποχρεώθηκε σε μια σειρά από «πολιτικά χαστούκια» στα οποία κάθε άλλο παρά συνηθισμένη ήταν.

Ο εσωτερικός διχασμός

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Η Ανγκέλα Μέρκελ ηγείται μιας χώρας όπου το χάσμα Ανατολής-Δύσης παραμένει βαθύ σε ό,τι αφορά τους οικονομικούς δείκτες και τις κοινωνικές εξελίξεις. Αυτό πλέον αντανακλάται και σε πολιτικό επίπεδο. Αυτή τη στιγμή έχουμε μια πρώην Ανατολική Γερμανία, όπου η ακροδεξιά καλπάζει και διεκδικεί ακόμα και την πρώτη θέση σε περιφερειακές εκλογές, τρεις από τις οποίες βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής, δηλαδή τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Στην πρώην Δυτική Γερμανία το κόμμα της δίνει μάχη για να κρατηθεί μπροστά από την ανερχόμενη πολιτικά δύναμη, τους Πράσινους, με τους οποίους θεωρητικά θα μπορούσε να αναζητήσει στο μέλλον πεδία συνεργασίας αν η Χριστιανοδημοκρατία δεν έδειχνε εσχάτως μια τάση να στραφεί ακόμα περισσότερο προς την ακροδεξιά. Από τη μια, λοιπόν, η ανερχόμενη πράσινη Γερμανία στη Δύση, που θέτει ερωτήματα για την κοινωνία και την οικονομία του μέλλοντος και, από την άλλη, η μελανή Γερμανία που μοιάζει να προσανατολίζεται στις χειρότερες στιγμές ενός βεβαρημένου παρελθόντος. Και στη μέση μια αμήχανη και διστακτική καγκελάριος, η οποία ειδικά μετά την απόφασή της να παραδώσει την ηγεσία του κόμματος στην Κραμπ-Κάρενμπάουερ θυμίζει «αφυπηρετούντα» δημόσιο υπάλληλο, ο οποίος απλά μετρά τις ελάχιστες μέρες, που έχουν απομείνει μέχρι τη συνταξιοδότησή του.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η κυρία Μέρκελ δεν μπορεί καν να επιβληθεί στο σταθερά «πασοκοποιούμενο» SPD, το οποίο σταθερά κατρακυλά προς την πολιτική ασημαντότητα, αλλά επιμένει να περιφέρεται και να συμπεριφέρεται ως «μεγάλο λαϊκό κόμμα», μια εμμονή που δεν είναι μόνο ελληνικό προνόμιο. Οι σοσιαλδημοκράτες μοιάζουν απλά να περιμένουν την πιο ανώδυνη για εκείνους στιγμή για να κατέβουν από το κυβερνητικό τρένο.

Το διχασμένο κόμμα

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ανγκέλα Μέρκελ αναγκάστηκε να ψηφίσει «λευκό» κατά τη διαδικασία πρότασης της άλλοτε προστατευόμενης της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν για τη θέση του προέδρου της Κομισιόν για να μην προκαλέσει κρίση με το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Η στάση της αυτή ήταν το αποκορύφωμα μιας προσέγγισης της όλης διαδικασίας με τη στρατηγική ενός τυφλού, που προχωρά με τα χέρια απλωμένα προσπαθώντας να ψηλαφίσει εγκαίρως τα πιθανά εμπόδια, που θα βρεθούν μπροστά του.
Από την αρχή της σχετικής διαδικασίας, η κυρία Μέρκελ υποστήριξε με μισή καρδιά τον Μάνφρεντ Βέμπερ, που όλοι καταλάβαιναν ότι ήταν πολύ λίγος για αυτή τη θέση, έχοντας κατά νου ότι εύκολα θα μπορέσει να τον αδειάσει αν χρειαστεί, κάτι που έκανε τελικά προκαλώντας την οργή των «συντρόφων» της τόσο μέσα στη γερμανική Χριστιανοδημοκρατία, όσο και στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα. Και στο τέλος αναγκάστηκε να υποστηρίξει την «πιο αποτυχημένη υπουργό» της για το κορυφαίο ευρωπαϊκό αξίωμα καθ’ υπόδειξη του… Εμανουέλ Μακρόν, προκαλώντας αμέτρητα σχόλια, γκρίνιες αλλά και ειρωνείες. Είναι η πρώτη φορά που η γερμανίδα πολιτικός παρουσιάστηκε τόσο αδύναμη, αποπροσανατολισμένη και ανίκανη να επιβληθεί σε ηγέτες, που στο παρελθόν «τους έπαιζε στα δάχτυλα». Ακόμα και μέσα στο ΕΛΚ μια ρήξη φάνηκε κάποια στιγμή αναπόφευκτη και αποσοβήθηκε μάλλον τυχαία, χάρις σε μια «έμπνευση» Μακρόν, η οποία πάντως άφησε ένα πικρό συναίσθημα σε πολλούς ακροατές της.
Δεν είναι φυσικά μόνο ευθύνη της κυρίας Μέρκελ. Αλλά η όλη διαδικασία της διαπραγμάτευσης για τα κορυφαία αξιώματα των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, αποκάλυψε μια Ευρώπη διχασμένη όσο ποτέ, με ομάδες χωρών να συνάπτουν συμμαχίες εντελώς καιροσκοπικού χαρακτήρα και με απολύτως μικροπολιτικά κριτήρια.

Διχασμένη Ευρώπη

Αυτή η «Ευρώπη» αποδείχτηκε ως μια φάρσα. Και έχει δίκιο ο Μακρόν, όταν επικρίνει την αδυναμία λήψης αποφάσεων και την κακή εικόνα, που στέλνουν οι ηγέτες προς την κοινή γνώμη, αλλά σε αυτό συμβάλει σε πολύ μεγάλο βαθμό και ο ίδιος. Αλλά για τον γάλλο πρόεδρο αυτό που μετρούσε ήταν αφενός να βγει κερδισμένος επικοινωνιακά ο ίδιος από την όλη ιστορία και, αφετέρου, να σπρώξει σε μια θέση κλειδί μια πολιτικό, που έχει ταχθεί αναφανδόν υπέρ της μεγαλύτερης στρατιωτικοποίησης της ΕΕ και παράλληλα δεν έχει το απαραίτητο πολιτικό βάρος για να μπορέσει να του αντισταθεί σε κάποια στιγμή κρίσιμης διαφωνίας στο μέλλον. Η ενίσχυση του «γαλλογερμανικού» άξονα μέσα από την ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα της πολεμικής βιομηχανίας μοιάζει στρατηγική προτεραιότητα για το Γάλλο πρόεδρο.
Η Ανγκέλα Μέρκελ έμοιαζε απλά να παρατηρεί παθητικά αυτό το μεγάλο παζάρι, θέσεων και προσδοκιών χωρίς να πολυενδιαφέρεται. Κάποιοι ίσως να συσχετίσουν αυτή της την αδιαφορία με τα προβλήματα υγείας, τα οποία πιθανολογείται ότι την ταλανίζουν. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που αφήνει η «ισχυρότερη γυναίκα του πλανήτη» ως παρακαταθήκη είναι μια Ευρώπη φυγόκεντρων τάσεων, έναν παιδικό σταθμό όπου τα παιδιά σκαρφαλώνουν στις μάντρες και αναρωτιέσαι αν θα τον εγκαταλείψουν, πριν οι βρεφονηπιοκόμοι αποφασίσουν να σηκωθούν από την καρέκλα την οποία αμέριμνοι καταλαμβάνουν.
Ποτέ άλλοτε η ΕΕ δεν έμοιαζε τόσο ρηγματώδης. Ποτέ άλλοτε δεν έδινε τόσο κυνικά την εικόνα ενός ανατολίτικου παζαριού όπου μπορεί να συμβούν τα πάντα. Μπορεί να ξεκινήσεις με την πρόθεση να αγοράσεις κρεβάτι και να γυρίσεις σπίτι σου με ένα… χαλί. Αλλά ακόμα και τα χαλιά δεν χωράνε σε πανέρι. Γιατί επιλογή από το πανέρι είναι η Ούρσουλα, την οποία θεωρητικά μπορούν ακόμα να αποτρέψουν οι ευρωβουλευτές, αν συνειδητοποιήσουν πόσο εύστοχες ήταν αυτές οι λίγες λέξεις του Ολλανδού Πράσινου Μπας Εϊκχουτ: «Βλέπουμε την παλιά Ευρώπη στη χειρότερη εκδοχή της». Και οι γερμανικές ευθύνες για αυτή την εξέλιξη είναι πραγματικά ανάλογες του μεγέθους της μεγαλύτερης και ισχυρότερης οικονομικά χώρας της ηπείρου.