Η απλή αναλογική και η λογική της ΝΔ

 

Πόσο λογικό μπορεί να ακουστεί ότι ανοίγει μια συζήτηση για το εκλογικό σύστημα, πριν καλά καλά κλείσουν πέντε μήνες από την ανάδειξη στους κυβερνητικούς θώκους ενός κόμματος με μάλλον ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία; Επειδή η «κοινή λογική» δεν είναι σε θέση να δώσει απάντηση, ίσως χρειάζεται να καταφύγουμε στη διερεύνηση της κομματικής λογικής, που ώθησε τον υπουργό Εσωτερικών, τον κ. Θεοδωρικάκο, να κάνει τώρα εκείνη την ωμή δήλωση, σύμφωνα με την οποία, όποιος δεν συναινεί με την άποψη ότι μόνο η θέση της ΝΔ για το καλπονοθευτικό εκλογικό σύστημα είναι θεμιτή, πρέπει να φορτωθεί με την ευθύνη της αντιδημοκρατικής βαναυσότητας των διπλών εκλογών, για την οποία προετοιμάζει το έδαφος.

Γιατί βιάζεται η ΝΔ

Η εξήγηση που συνήθως δίνουν, ότι δηλαδή η ΝΔ έχει δεσμευτεί προεκλογικά πως θα αλλάξει τον εκλογικό νόμο που ψήφισε ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν αναιρεί το αυτονόητο: οι εκλογικοί νόμοι ψηφίζονται για να δοκιμαστούν και να κριθούν, και όχι για να αναιρεθούν με εργαλειακά παιχνίδια. Ο κ. Μητσοτάκης, που έχει εκφωνήσει πύρινους λόγους κατά της εργαλειοποίησης, εμφανίζεται ως οπαδός της επιχειρώντας να σύρει τη χώρα σε μια εκλογική αναμέτρηση με μοναδικό αντικείμενο την επιλογή ή μη ενός καλπονοθευτικού συστήματος, και καταστρατηγώντας τη συνταγματική πρόβλεψη να μην ψηφίζονται εκλογικοί νόμοι αλά κάρτ, δηλαδή ανάλογα με τις συγκυριακές ανάγκες της εκάστοτε πλειοψηφίας.

Ο βαθύτερος λόγος που οδηγεί τη ΝΔ να θέσει το ζήτημα του εκλογικού νόμου τόσο ανεπίκαιρα και με καταφανή σκοπό να μη δοκιμαστεί στην πράξη η απλή αναλογική, είναι ο φόβος μήπως ως τις προγραμματισμένες βουλευτικές εκλογές ο ήδη ψηφισμένος εκλογικός νόμος του ΣΥΡΙΖΑ με την απλή αναλογική, αρχίσει να παράγει πολιτικά αποτελέσματα. Όχι μόνο όσο αφορά τη θέση κάθε κόμματος για το εκλογικό σύστημα, αλλά και όσο αφορά τη στάση τους στο ζήτημα των συνεργασιών για το σχηματισμό κυβέρνησης. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει, σχηματισμένες σήμερα στην πράξη ή εν δυνάμει συμμαχίες.

Η λογική της απλής αναλογικής

Η απλή αναλογική είναι το εκλογικό σύστημα που ευνοεί την επεξεργασία και εφαρμογή πολιτικής συνεργασιών. Πέρα από αυτό το αυτονόητο και σχεδόν κοινότοπο, είναι και το εκλογικό σύστημα που, μέσα από τον πραγματικά διαμορφωμένο συσχετισμό δύναμης, αφήνει ανοιχτή την προοπτική σχηματισμού πλειοψηφιών συνεργασίας με προοδευτικό πρόσημο. Δηλαδή συνεργασιών που επιτρέπουν την προοπτική αλλαγών υπό την επιρροή κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της αριστεράς. Αντίθετα, τα καλπονοθευτικά συστήματα υπηρετούν εξ ορισμού τη συντήρηση, τον αποκλεισμό των αριστερών δυνάμεων από την κυβέρνηση και έχουν σκοπό τη διασφάλιση της κυριαρχίας της δεξιάς και των δεξιόστροφων συμμάχων της, ακόμα κι όταν συμπτωματικά ευνοήσουν την αριστερά. Η απαξίωση (ως παράγοντα «ακυβερνησίας» τάχα, στην πραγματικότητα ως παράγοντα αμφισβήτησης του υπάρχοντος, της κυριαρχίας των συντηρητικών δυνάμεων) και η κατάργηση της απλής αναλογικής πριν εφαρμοστεί, είναι κρίσιμο ζήτημα για τη δεξιά, δεν μπορεί να αφεθεί για αργότερα.

Η ΝΔ μπροστά στις πρώτες δυσκολίες

Τίθεται από σήμερα, λοιπόν, και με αυτό τον ωμό και εκβιαστικό τρόπο, ακριβώς για να προλάβει η ΝΔ να προκαλέσει πολιτικά αποτελέσματα προς την αντίθετη κατεύθυνση, από αυτή που ωθεί η απλή αναλογική. Αυτή τη στιγμή η ΝΔ, ενώ με τη βοήθεια τής σχεδόν απόλυτης στήριξης από τα συστημικά μίντια παρουσιάζεται ότι κάνει περίπατο αναπαυμένη τις δάφνες της πρόσφατης εκλογικής νίκης της, στην πραγματικότητα αντιλαμβάνεται τα πρώτα σημάδια αντίδρασης στις επιπτώσεις από την εφαρμογή της πολιτικής της.

Δεν είναι τυχαίο που σ΄ αυτό το χρονικό σημείο παρατηρούμε τις πρώτες δημόσιες εκφράσεις ανησυχίας, και από φιλικά μέσα, για το κατά πόσο τα φορολογικά και ασφαλιστικά νομοθετήματά της ανταποκρίνονται στις προσδοκίες της «μεσαίας τάξης», που η ίδια καλλιέργησε. Ή, ακόμα, για το κατά πόσο το πολυδιαφημιζόμενο μοντέλο του «επιτελικού κράτους» ταιριάζει με το μοντέλο του κομματικού κράτους, που εφαρμόζεται στην πράξη όχι μόνο στις διοικήσεις των νοσοκομείων, όπου βγάζει μάτι.

Σ΄ αυτή την κρίσιμη στιγμή, η ηγεσία της ΝΔ αντιλαμβάνεται ότι έχει ανάγκη από την υπεράσπιση του αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου, που είχε πετύχει το προηγούμενο διάστημα. Με σκοπό την αποτροπή της πιθανότητας να καλλιεργηθούν στις νέες συνθήκες –με κυβέρνηση και εφαρμοσμένη πολιτική ΝΔ– οι όροι για συγκλίσεις που την αφήνουν στο περιθώριο. Ή, πολύ χειρότερα για την ίδια, συγκλίσεις με την ηγεμονία της αριστεράς.

Απλή αναλογική= πολιτική συμμαχιών

Στηριγμένη στην εκφρασμένη, μέχρι στιγμής, διάθεση της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ να συναινέσει σε ένα καλπονοθευτικό εκλογικό νόμο στο όνομα της αποφυγής της «ακυβερνησίας», η ΝΔ επιχειρεί να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιό της παίζοντας το προκλητικό χαρτί μιας εκλογής μόνο και μόνο για να καεί η απλή αναλογική. Θα βρει, άραγε, την ίδια ανταπόκριση από το ΚΙΝΑΛ; Τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών δεν έχουν, άραγε, οδηγήσει τα στελέχη του στο συμπέρασμα ότι τέτοιου είδους επιλογές, που ενδεχομένως είχαν βάση υπό τη μεγάλη προσδοκία ενός ανταγωνιστικού προς τον ΣΥΡΙΖΑ ποσοστού, το μόνο που καταφέρνουν είναι να ωθούν το ΚΙΝΑΛ προς τα δεξιά και να το αποκόβουν ακόμα και από παραδοσιακά τοποθετημένα στο κέντρο τμήματα του εκλογικού σώματος;

Σε κάθε περίπτωση ο ΣΥΡΙΖΑ μπροστά σε ένα τέτοιο σχέδιο μία μόνο επιλογή έχει συμβατή με τη σταθερή θέση του υπέρ της απλής αναλογικής: να αναπτύξει επιτέλους το λογικό και πολιτικό εξ ορισμού απαραίτητο συμπλήρωμά της, δηλαδή τη δική του πολιτική συμμαχιών. Ήδη στη Βουλή υπάρχουν κόμματα (ΚΚΕ, ΜΕΡΑ…) που έχουν στο πρόγραμμά τους την απλή αναλογική. Η άρνηση της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ σε μια πρόσκληση συνεργασίας με αυτό το περιεχόμενο δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Η συμπαράταξή της με τη ΝΔ σ΄ ένα παιχνίδι διπλών εκλογών μπορεί να προσληφθεί από το εκλογικό παρατηρητήριο του σαν παράδοση άνευ όρων στη στρατηγική της δεξιάς. Ενώ, αντίθετα, η προσέγγιση με τις άλλες κοινοβουλευτικές δυνάμεις στα αριστερά του, αφενός, του δίνει έναν σημαντικό αυτοτελή ρόλο στις μετεκλογικές συνθήκες, αφετέρου, αποτελεί μια έμπρακτη πρώτη απάντηση στην κινδυνολογία της ΝΔ περί «ακυβερνησίας» με απλή αναλογική.

Αλλά και αν ακόμα όλα αυτά αποδειχθούν στην πράξη υπερβολικά αισιόδοξα, η απόσπαση δυνάμεων της αριστεράς (αλλά όχι μόνο) από το επιδιωκόμενο αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, σε ένα τέτοιας σημασίας ζήτημα, δεν είναι στόχος που μπορεί να υποτιμηθεί.

Προϋπόθεση, ένας και μόνο όρος: η ανάληψη άμεσων πρωτοβουλιών εκ μέρους της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ. Και το σχέδιο της ΝΔ μπορεί τότε να αποδειχθεί μπούμεραγκ.

Χ. Γεωργούλας