Η αβάσταχτη ελαφρότητα της απουσίας…

Μια καθησυχαστική —αν η λέξη έχει κάποιο νόημα συγκρινόμενη με τον όγκο των ανησυχητικών ειδήσεων από το μέτωπο του κορωνοϊού και των επιπτώσεων της πανδημίας στη δημόσια υγεία και την οικονομία— είναι, σε ό,τι αφορά τη χώρα μας ως υποπερίπτωση μιας κρίσης πλανητικών διαστάσεων, η πληροφορία ότι η Τουρκία έκλεισε την Τετάρτη τα σύνορά της με την Ελλάδα. Αναμένεται εύλογα ότι η κίνηση αυτή της γείτονος θα συμβάλει –προσδοκία που μέχρι στιγμής δεν έχει, εκ των πραγμάτων, διαψευστεί— στην προσωρινή έστω αποκλιμάκωση της έντασης στα σύνορά μας, έντασης που με μοχλό πίεσης το προσφυγικό συντηρήθηκε από την Άγκυρα το προηγούμενο διάστημα με επίκεντρο τον Έβρο.
Η απόφαση αυτή υπαγορεύτηκε, σύμφωνα και με τη σχετική ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Εσωτερικών, από την ανάγκη να περιοριστεί ο κίνδυνος εξάπλωσης του κορωνοϊού εκείθεν των συνόρων.

Το μήνυμα

Χωρίς να υποτιμάται αυτή η παράμετρος —δηλαδή ένας υπαρκτός κίνδυνος τον οποίο το καθεστώς Ερντογάν υποβάθμιζε συστηματικά μέχρι προχθές για εσωτερική κατανάλωση, αλλά τον οποίο σήμερα επικαλείται για να κάνει στροφή 160 μοιρών— δεν θα πρέπει, εξίσου, να υποτιμηθεί και μια δεύτερη. Ένας λόγος όχι λιγότερο σημαντικός, αν και άλλης τάξεως, ο οποίος ήταν αυτός που, κατά τη γνώμη μας, επέδρασε πίσω από τα προσχήματα στη λήψη της απόφασης για κλείσιμο των συνόρων με την Ελλάδα – και στο ταυτόχρονο κλείσιμο των συνόρων της Τουρκίας με τη Βουλγαρία, εξώφθαλμα προσχηματικά αφού, ως γνωστό, μεταξύ των δύο αυτών χωρών είχε συμφωνηθεί, ούτως ή άλλως, ότι δεν θα ασκηθεί καμιά προσφυγική πίεση στην δεύτερη εκ μέρους της πρώτης. Και ο λόγος αυτός δεν είναι άλλος από το ότι το μήνυμα που εξέπεμψε η Τουρκία καλλιεργώντας συνθήκες «προσφυγικής» έντασης στον Έβρο δεν είχε ως κύριο αποδέκτη την Αθήνα αλλά τις Βρυξέλλες, πιο συγκεκριμένα το Βερολίνο και το Παρίσι.
Προς άρσιν πάσης αμφιβολίας υπενθυμίζεται τούτο: Η αποκλιμάκωση της έντασης με την επίκληση της απειλής του κορωνοϊού ξεκίνησε μόλις είκοσι τέσσερις ώρες μετά το πέρας της τηλεδιάσκεψης του τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν με την γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, τον γάλλο πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν και τον βρετανό πρωθυπουργό Μπόρις Τζόνσον, όπου έγινε κατανοητό από πλευράς Τουρκίας ότι δεν πρόκειται να υπάρξει άμεση και πλήρης —όπως επεδίωκε η ίδια— ικανοποίηση όλων των αιτημάτων της για μεγάλη αύξηση της οικονομικής βοήθειας για τους πρόσφυγες που φιλοξενεί στο έδαφός της και για διαχείριση αυτών των κονδυλίων απευθείας από την κυβέρνησή της και όχι από ΜΚΟ, για επικαιροποίηση της συμφωνίας τελωνειακής ένωσής της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, για ελεύθερη μετακίνηση των υπηκόων της εντός της Ε.Ε. χωρίς βίζα, κ.λπ. Μετά ταύτα, ο πρόεδρος Ερντογάν, πιεζόμενος, μεταξύ άλλων, από τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζει η τουρκική οικονομία και από την ανατροπή των σχεδιασμών του στη Συρία και συγκεκριμένα στο μέτωπο του Ιντλίμπ, υποχρεώθηκε να αρκεστεί στη χαλαρή δέσμευση για συνέχιση του διαλόγου στην κατεύθυνση εξεύρεσης κοινά αποδεκτών λύσεων, καταθέτοντας από την πλευρά του, ως κίνηση καλής θέλησης, την αποκλιμάκωση της έντασης στο προσφυγικό μέτωπο.

Στο ίδιο μοτίβο

Αν η αποκλιμάκωση θα έχει διάρκεια, και πόση, είναι ίσως το λιγότερο σημαντικό για την Ελλάδα. Έχουμε εισέλθει, ως χώρα, σε μια νέα περίοδο σχέσεων με την Τουρκία την οποία εγκαινίασε η απόφαση του καθεστώτος Ερντογάν να επιδιώξει για τη δική του χώρα ρόλο περιφερειακής υπερδύναμης. Μπορεί να αποτύχει, αλλά αυτό τίποτε δεν εγγυάται ότι αυτό θα συμβεί αδάπανα (και) για την Ελλάδα. Σε έναν κόσμο που αναδιατάσσεται ποικιλοτρόπως η Ελλάδα πρέπει να επεξεργαστεί ευέλικτα και διαρκώς αναπροσαρμοζόμενα σχέδια ανταπόκρισης στο μέλλον που της επιφυλάσσουν οι καιροί. Δεν το πράττει.
Όταν ήταν στην αντιπολίτευση, η σημερινή κυβέρνηση έδωσε τα χειρότερα δείγματα ανταπόκρισης στις μελλοντικές προκλήσεις με τον άθλιο τρόπο που αντιμετώπισε τη διαχείριση του Μακεδονικού από την τότε κυβέρνηση. Συνεχίζει το ίδιο μοτίβο: απευχόμενη την ανάμιξή της στα μείζονα, με την ελπίδα ότι η απραξία της θα τύχει της φιλευσπλαχνίας των δυνάμεων στην συνδρομή των οποίων δεν μπορεί να αποφύγει να υπολογίζει η χώρα.
Η παρούσα κυβέρνηση δεν απαίτησε η χώρα μας να είναι παρούσα στη διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης, όπως θα όφειλε για τουλάχιστον δύο πολύ σοβαρούς λόγους που σχετίζονται που η σημασία που τους αποδόθηκε στη διάσκεψη εκείνη, σημασία που θα προεκταθεί στον άπειρο χρόνο:
Ο πρώτος έχει να κάμει με το προσφυγικό/μεταναστευτικό. Η Ελλάδα είναι πρώτη χώρα υποδοχής, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι δυνατόν να αφεθεί να γίνει στην καλύτερη περίπτωση αποθήκη ψυχών και στη χειρότερη νεκροταφείο σωμάτων για να μην χάσουν τη βολή τους οι εταίροι της στην Ε.Ε.
Ο δεύτερος έχει σχέση με αυτό που επισημάνθηκε από σοβαρούς αναλυτές ως ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της τηλεδιάσκεψης της Κωνσταντινούπολης: τη συμμετοχή σε αυτήν του βρετανού πρωθυπουργού —μολονότι η χώρα του δεν είναι πλέον μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης— και αυτό κατ’ επιθυμία, όπως λέγεται, του προέδρου Ερντογάν. Αυτό δεν μπορεί θα περάσει απαρατήρητο. Η Βρετανία είναι η μία από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις στην Κύπρο. Η άλλη είναι η Τουρκία. Η τρίτη δεν είναι άλλη από την Ελλάδα – η οποία έλαμψε δια της απουσίας της από την τηλεδιάσκεψη, επειδή η κυβέρνησή της πάσχει από διπλωματική μυωπία και πολιτική ατολμία. Αν αποδειχθεί, όπως είναι πολύ πιθανό, ότι η παρουσία του Μπόρις Τζόνσον στην τηλεδιάσκεψη είναι το προοίμιο εξελίξεων στην Κύπρο με την εμπλοκή και του Λονδίνου στα σχήματα που απεργάζεται η Άγκυρα για να εδραιωθεί σε δεσπόζουσα θέση στην περιοχή, τότε η κυβέρνηση της Αθήνας θα αποδειχθεί παντελώς ακατάλληλη για τις ευθύνες που τις ανέθεσε προς διαχείριση των συμφερόντων του ο εγχώριος μικροκαπιταλισμός.

Κωστής Γιούργος