Η αβάσταχτη ελαφρότητα του νεοφιλελευθερισμού του Τζόνσον

Από την αρχή αυτής της πρωτοφανέρωτης, για το σύγχρονο κόσμο, κρίσης άπαντες αναρωτήθηκαν με ποιον τρόπο ακριβώς επιχειρούσε να την αντιμετωπίσει η Μεγάλη Βρετανία.
Η αλήθεια είναι ότι η νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση του Μπόρις Τζόνσον έδειξε μία εντελώς αδικαιολόγητη χαλαρότητα. Πέρα από την αναβολή των ποδοσφαιρικών πρωταθλημάτων, ουσιαστικά κανένα άλλο μέτρο δεν είχε παρθεί. Οι παραδοσιακές αγγλικές παμπ, κατάμεστες από τον κόσμο, περίμεναν τους επόμενους πελάτες, ο κόσμος συνωστιζόταν όπως τις καλές, παλιές μέρες και η ζωή συνεχιζόταν σχεδόν κανονικά ενώ κόσμος ήδη πέθαινε στα βρετανικά νοσοκομεία.
Ύστερα, «έσκασε» ως κεραυνός εν αιθρία στα κεφάλια όλου του πλανήτη η περιβόητη θεωρία της ανοσίας της αγέλης μέσω της οποίας υποτίθεται ότι η κοινότητα αποκτά μαζική ανοσία αν μολυνθεί η πλειονότητα των ανθρώπων. Ευγονική τον 21ο αιώνα και μάλιστα στην πρώτη φιλελεύθερη δημοκρατία του κόσμου;
Η απάντηση του συμπεριφορικού κοινωνιολόγου Ρόμπερτ Ντίνγουολ, ο οποίος έχει αναλάβει καθήκοντα συμβούλου της βρετανικής κυβέρνησης δεν επιδέχεται δεύτερη ανάγνωση.
«Ποιος λέει πως είναι επιθυμητό να αποτραπεί ο κάθε θάνατος ανεξάρτητα από το κόστος; Δική μου εντύπωση είναι πως οι ηχηρότερες φωνές προς αυτή την κατεύθυνση προέρχονται από νέους ή μέσης ηλικίας ανθρώπους που δεν έχουν ακόμη αποδεχτεί το γεγονός ότι ο θάνατος αποτελεί φυσιολογικό μέρος της ζωής. Συμβαίνει σε όλους μας όταν έρθει η ώρα μας. Βεβαίως, κάθε σώφρον άτομο θα προτιμούσε να πεθάνει αργότερα παρά νωρίτερα, όμως οι άνθρωποι αυτοί θα πρέπει επίσης να λάβουν υπόψη ότι μερικοί θάνατοι είναι ευκολότερο να τους αντέξει κανείς συγκριτικά με κάποιους άλλους» γράφει ο βρετανός επιστήμονας.
Και ιδού και μία δεύτερη αναφορά του ιδίου: «Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι πολλοί αδύναμοι γέροντες θα μπορούσαν να δουν τη λοίμωξη του Covid-19 σαν ένα σχετικά γαλήνιο τέλος, σε σύγκριση, φερ ειπείν, με το να παραμείνουν για πολλά χρόνια σε άνοια, ή σε σύγκριση με μερικούς καρκίνους. Η πρόταση να ενθαρρύνει η κυβέρνηση τη συζήτηση επ’ αυτού του ζητήματος μέσα στις οικογένειες, δεν αποτελεί ένα σχέδιο εξόντωσης των ηλικιωμένων αλλά ένα σχέδιο σεβασμού της αυτονομίας τους και του δικαιώματός τους να είναι οι ίδιοι που θα λάβουν τέτοιες αποφάσεις και όχι κάποιοι άλλοι για λογαριασμό τους».
Όπως καταλάβατε, πρόκειται για την επιτομή της βαρβαρότητας του νεοφιλελευθερισμού, ειδικά η φράση «ένα σχέδιο σεβασμού της αυτονομίας τους και του δικαιώματός τους να είναι οι ίδιοι που θα λάβουν τέτοιες αποφάσεις και όχι κάποιοι άλλοι για λογαριασμό τους» τα λέει όλα, συμπυκνώνει, θα έλεγε κανείς, όλες τις επιδιώξεις της συγκεκριμένης ιδεολογίας.

Πώς άλλαξε στάση ο Τζόνσον

Ο Μπόρις Τζόνσον παρέμεινε στο δικό του κόσμο για αρκετές ημέρες. Αρνιόταν πεισματικά την αλλαγή πολιτικής, ενώ τα κρούσματα και οι νεκροί στη βρετανική επικράτεια αυξάνονταν. Το άλλοτε κραταιό, αλλά σήμερα ξεδοντιασμένο, δημόσιο σύστημα υγείας, δοκίμαζε ήδη τα έτσι και αλλιώς όχι απεριόριστα όριά του. Ευτυχώς για όλον τον κόσμο έπιασαν τόπο οι προσπάθειες του Νιλ Φέργκιουσον, καθηγητή Μοριακής Βιολογίας, επίσης συμβούλου του βρετανού πρωθυπουργού.
Έτσι, έπεισε τον Τζόνσον να πραγματοποιήσει στροφή 180 μοιρών στην πολιτική του και να αρχίζει να ευθυγραμμίζεται στην τακτική χωρών όπως η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία. Να αντιπαρατεθεί, επιτέλους, με τον ιό και να πάρει, έστω και πολύ καθυστερημένα, ουσιαστικά μέτρα. Προφανώς ο Τζόνσον προβληματίστηκε από μελέτη επιστημόνων που είδες το φως της δημοσιότητας και σύμφωνα με την οποία αν η Βρετανία επέμενε στις αρχικές της επιλογές σε ό,τι αφορά την καταπολέμηση της νόσου, θα θρηνούσε περίπου 260.000 νεκρούς! Κάπου εκεί, και υπό το φόβο της κατακραυγής, το μυαλό του Τζόνσον επέστρεψε στη θέση του. Κατά τραγική ειρωνεία μάλιστα, ο Φέργκιουσον διαγνώστηκε θετικός στον κορονοϊό και τέθηκε σε καραντίνα. Είχε χαθεί όμως πολύτιμος χρόνος και την περασμένη Πέμπτη η Μεγάλη Βρετανία μετρούσε ήδη 137 νεκρούς που πιθανώς όταν θα διαβάζετε αυτές τις γραμμές θα είναι πολλοί περισσότεροι.

Ένα νομοσχέδιο δυστοπίας

Πριν αποφασίσει να κλείσει τα σχολεία, να περιορίσει τις συναθροίσεις και να εξαγγείλει μάχη για τις επόμενες 12 εβδομάδες (!), ο Τζόνσον φρόντισε να εκπονήσει και να θέσει σε ισχύ στο άψε-σβήσε ένα -τουλάχιστον αμφιλεγόμενο- νομοσχέδιο. Όπως προβλέπεται σ’ αυτό το «υπερεπείγον» πόνημα, η κυβέρνηση αποκτά έκτακτες υπερεξουσίες σε βάθος δύο ετών και της δίνονται απεριόριστες δυνατότητες. Σύμφωνα με μερικές από αυτές, η αστυνομία θα έχει το δικαίωμα να προσάγει ύποπτα κρούσματα και να τα μεταφέρει σε κατάλληλο μέρος χωρίς να δίνει λογαριασμό για το τι και το πώς. Το νομοσχέδιο αυτό δεν ήρθε καν στο κοινοβούλιο για ψήφιση και απλώς φέρεται να εγκρίθηκε από τα κοινοβουλευτικά κόμματα. Ωστόσο, η αντιπολίτευση εξέφρασε ήδη πολύ ζωηρές επιφυλάξεις.
Κατά τα άλλα, ο Τζόνσον προχώρησε στην ενίσχυση των επιχειρηματιών μ’ ένα γενναιόδωρο σχέδιο ύψους 350 εκατομμυρίων λιρών και μόλις την Τετάρτη πήρε την απόφαση να κλείσει παιδικούς σταθμούς, σχολεία και πανεπιστήμια ενώ εξήγγειλε τη ραγδαία αύξηση διενέργειας τεστ για τον ιό τα οποία αναμένονται να φτάσουν στα 25.000 ημερησίως δίνοντας προτεραιότητα στους επαγγελματίες υγείας, την πλέον ευάλωτη ομάδα του πληθυσμού αυτήν την περίοδο.
Και όλα αυτά, ενώ είχε προηγηθεί ένα μαζικό κίνημα διαμαρτυρίας από τους γιατρούς και τους νοσηλευτές της χώρας που ζητούσαν, μέσω της συλλογής 700.000 υπογραφών, να υποβληθούν άμεσα στη σχετική εξέταση. Του ξέφυγαν, βέβαια, κάποια πράγματα του Μπόρις. Για τους εργαζόμενους δεν έχει ανακοινωθεί συγκεκριμένη ατζέντα για παράδειγμα και η αβεβαιότητα καθημερινά αυξάνεται. Αλλά μάλλον αυτά του φαίνονται ψιλά γράμματα του βρετανού πρωθυπουργού.

Σε μερικούς μήνες θα ξέρουμε

Η ανευθυνότητα αλλά και οι εμμονές του Τζόνσον στις πρώτες, επιεικώς αμφιλεγόμενες επιλογές του, καταδεικνύει ότι στο τιμόνι της μεγάλης αυτής χώρας βρίσκεται ένας απρόβλεπτος-το λιγότερο-άνθρωπος. Η στροφή του σε πιο λογικές επιλογές ήταν προϊόν πολύ μεγάλης πίεσης από την επιστημονική κοινότητα, αλλά και μέρος του λαϊκού παράγοντα, ο οποίος είχε τη σοφία να κάνει τις συγκρίσεις με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και να διαπιστώσει ότι η κυβέρνηση της δικής του χώρας είχε πάρει εντελώς λάθος ρότα. Σε μερικούς μήνες, ίσως λιγότερο και από τρεις, θα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε αν οι ιδεοληψίες του Τζόνσον, που φλερτάρει ανοιχτά με τις πιο ακραίες εκδοχές του νεοφιλελευθερισμού, θα στοιχίσουν-και πόσο-σε ανθρώπινες ζωές.
Οι άνθρωποι πάντως του NHS προφανώς και έχουν αντιληφθεί σε αυτό το επικίνδυνο παιχνίδι πως πολλά θα εξαρτηθούν από τη δική τους στάση. Και ήδη οι επαγγελματίες υγείας, όπως τόνισαν χαρακτηριστικά σε όλους τους τόνους, προετοιμάζονται για πόλεμο, όπως και οι συνάδελφοί τους στην ηπειρωτική Ευρώπη. Εν συνεχεία, και μόλις αυτός ο εφιάλτης τελειώσει, τα ζητήματα της δημόσιας υγείας θα ξανατεθούν υπό άλλους όρους.

Νίκος Γιαννόπουλος