Η διαρκής μετακίνηση ανθρώπων

 

Του Αριστείδη Καλάργαλη

Τα τελευταία χρόνια παρακολουθούμε τον αθρόο ερχομό μεταναστών – προσφύγων στα νησιά του Βορείου Αιγαίου. Η συμπεριφορά των περισσότερων κατοίκων έχει τα χαρακτηριστικά της ανεκτικότητας. Όμως ο αριθμός των αφίξεων δημιουργεί πρακτικά προβλήματα. Το θέμα παρακολουθείται, εξετάζεται και αντιμετωπίζεται, όσο γίνεται, από διάφορους φορείς. Η συζήτηση είναι μεγάλη και θα απασχολεί πολιτεία και τοπική κοινωνία μάλλον για πολύ χρόνο· για όσο συνεχίζονται οι πολεμικές επιχειρήσεις και τα άλλα προβλήματα στις χώρες απ’ όπου προέρχονται οι μετακινούμενοι πληθυσμοί.
Πριν εκατό χρόνια, η Λέσβος είχε δεχθεί τους έλληνες πρόσφυγες του Πρώτου Διωγμού από τη Μικρά Ασία. Μεγάλο μέρος από αυτούς εγκαταστάθηκε στις κατούνες, θερινές κατοικίες, του κάμπου της Γέρας. Και τότε υπήρχαν προβλήματα, τριβές, εντάσεις, έστω κι αν οι πρόσφυγες ήταν έλληνες, ομοεθνείς και ομόθρησκοι.
Στις 13 Ιουλίου 1915 δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Λέσβος ένα κείμενο για την κατάσταση στον κάμπο της Γέρας και την εγκατάσταση των προσφύγων στις κατούνες. Είναι η περίοδος που οι Γεραγώτες μετακομίζουν από τα πέντε ενδότερα χωριά στον κάμπο, κοντά στη θάλασσα στο επίνειο χωριό Πέραμα. Οπότε το πρόβλημα είναι πραγματικό και χρειάζεται άμεση λύση. Όπως τώρα, έτσι και τότε ανάμεναν τη μεταφορά των προσφύγων στη στεριανή Ελλάδα. Ο συντάκτης του κειμένου, Παναγιώτης Χατζηβασιλείου, καταγόταν από το Μεσαγρό και γεννήθηκε γύρω στο 1880. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές. Επίσης, ήταν υποψήφιος βουλευτής Λέσβου στις εκλογές των ετών 1920, 1923 και 1931, ως ανεξάρτητος. Ακολουθεί το κείμενο:

Οι πρόσφυγες Περάματος

Έφθασεν ήδη ο καιρός καθ’ ον κατέρχονται άπαντες οι των χωρίων της Γέρας κάτοικοι εις Πέραμα, προς συγκομιδήν των θερινών αυτών καρπών.
Έφθασεν, αλλ’ άπασαι αυτών αι οικίαι είναι κατειλημμέναι παρά των προσφύγων.
Καίτοι εδόθη προ καιρού διαταγή παρά της Σεβ. Κυβερνήσεως όπως επέλθει αραίωσίς τις, διότι ως γνωστόν η μεγαλυτέρα συσσώρευσις και συμπύκνωσις τυγχάνει ενταύθα, και μετακομισθώσιν μερικαί χιλιάδες εις την Μακεδονίαν ένθα και εργασία θέλει παρασχεθεί αυτοίς, και καταλύματα κατάλληλα μέχρι της ποθητής και ευκταίας εκείνης ημέρας, καθ’ ην θέλουσιν επιστρέψει ούτοι εις τας εστίας και τους βωμούς των πατέρων των, συντριβομένου πλέον του προαιώνιου και ασπόνδου της φυλής μας εχθρού.
Μέχρι ώρας όμως βλέπομεν ότι ουδεμία δυστυχώς ενέργεια σύντονος εγένετο, καίτοι πολλάκις ηκούσαμεν ότι καταπλέουν ατμόπλοια εις τον κόλπον της Γέρας προς παραλαβήν των 4 χιλ[ιάδων] προσφύγων των από έτους σχεδόν διαμενόντων εν Περάματι.
Είναι καλόν να ληφθώσι μέτρα, και να επέλθει αισθητή αραίωσις, διότι τοιουτοτρόπως και οι πρόσφυγες υποφέρουσι τα πάνδεινα, αλλά και οι εντόπιοι μαστίζονται υπό πενίας μεγάλης, και ενδείας εσχάτης οι πλείστοι των οποίων περιμένουσιν από αυτούς τους καρπούς να αποζήσωσιν.
Μεθαύριον οι κάτοικοι θα θελήσωσι να κατέλθωσι και λίαν ευλόγως εις τας ιδιοκτησίας αυτών, οι πρόσφυγες θα ανθίστανται, και υπάρχει φόβος διασαλεύσεως της τάξεως και της ασφαλείας.
Ακόμη δε αργότερον κατά την συγκομιδήν των ελαιών, πολλά τα λυπηρά θέλουσι σημειωθεί, πολλαί ατασθαλίαι και έκτροπα.
Υποδεικνύομεν εν καιρώ ταύτα, όπως οι αρμόδιοι λάβουσι σαφή αντίληψιν του τι συμβαίνει και τι είναι πιθανότατα να συμβεί.

Π. Ι. Χ΄΄Βασιλείου