Η δίκη και οι καταδίκες του Νίκου Πλουμπίδη

karamanolakis

Στο πλαίσιο των φετινών εκδηλώσεων «12 Οκτωβρίου-Η Αθήνα ελεύθερη», λειτουργεί ήδη έκθεση στο Ίδρυμα της Βουλής, στη λεωφόρο Αμαλίας, αφιερωμένη στον Νίκο Πλουμπίδη. Στην εκδήλωση που οργανώθηκε για τα εγκαίνια της έκθεσης, μίλησαν για τη ζωή και τη δράση του Νίκου Πλουμπίδη, αλλά και για τα γεγονότα της εποχής, οι Χάρης Αθανασιάδης, Γιώργος Μαργαρίτης, Ιωάννα Παπαθανασίου, Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Ηλίας Νικολακόπουλος και η Άλκη Ζέη. Το κείμενο που δημοσιεύουμε αποτελεί συντομευμένη εκδοχή της εισήγησης του Β. Καραμανωλάκη.

Του Βαγγέλη Καραμανωλάκη*

Εβλεπα ότι ο θάνατος ερχόταν και τότε ένιωσα μεγάλο παράπονο, μεγάλη πίκρα. Όχι γιατί πέθαινα, αλλά γιατί πέθαινα ατιμασμένος, ΑΔΙΚΑ, γιατί πέθαινα αναπολόγητος. Σ’ αυτή τη στιγμή η ψυχή του αγωνιστή, του κομμουνιστή ορθώθηκε, φώναξε ΟΧΙ! δεν θα πεθάνω πριν δώσω τη μάχη του στρατοδικείου, πριν υπερασπίσω το κόμμα μου, πριν απολογηθώ. Τσιμπιόμουνα και για να δω αν υπάρχει ζωή ακόμα και για να ερεθίσω το παλιόκορμο να αντιδράσει. Ίσως και να φώναζα δυνατά, αλλά ποιος να μ’ άκουσε; Ήμουν κατάμονος, απομονωμένος, ετοιμοθάνατος. Όλοι ήσαν μακριά, κανείς δεν έδινε σημασία. Για τους μεν ήμουν ο κακούργος, για τους δε ο προδότης. Πάλεψα σκληρά, απάνθρωπα. Στο τέλος νίκησα το χάρο και το κορμί άρχισε να ξαναζωντανεύει. Σιγά-σιγά δυνάμωνε και το μυαλό και το κορμί και ετοιμαζόμουν για τη μάχη (δίκη).

Το απόσπασμα της επιστολής του Νίκου Πλουμπίδη προς τον αδελφό της γυναίκας του, Δημοσθένη Παπαχρήστου, γράφτηκε στη φυλακή, τον Ιανουάριο 1954. 14, δηλαδή, περίπου μήνες μετά τη σύλληψή από την Ασφάλεια και την παράλληλη καταγγελία του από την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ ως πράκτορα και υπεύθυνου για την εκτέλεση του Νίκου Μπελογιαννη. Θα παρέμενε στη φυλακή έως την εκτέλεσή του, παραμονή του Δεκαπενταύγουστου 1954.
Εάν ο Πλουμπίδης έδωσε τη μάχη στο δικαστήριο με τη στάση και την απολογία του, παράλληλα προετοίμασε και τα αποδεικτικά στοιχεία για έναν άλλο μεταθανάτιο αγώνα, εκείνον της κομματικής αποκατάστασης. Συνέγραψε, μέσα από τη φυλακή, μια σειρά από επιστολές, οι οποίες παρέμειναν για χρόνια άγνωστες και δημοσιεύθηκαν μόλις το 1997 (εκδόσεις Δελφίνι). Απευθύνονταν προς τον Δημοσθένη Παπαχρήστου και μια πρός την γυναίκα του Πλουμπίδη Ιουλία, ουσιαστικός, όμως, αποδέκτης τους ήταν το Πολιτικό Γραφείο (Π.Γ.) του κόμματος. Όπως σημείωνε: Αυτά που στέλνω δεν πρέπει να γίνουν γνωστά σε ΚΑΝΕΝΑΝ τώρα […] φύλαξε τα να τα παραδώσεις στο Π.Γ

Οιονεί απολογία

Μέσα από τα γράμματα, ο Πλουμπίδης επιχείρησε να απαντήσει στις κατηγορίες που του είχαν αποδοθεί από το κόμμα και τις οποίες δεν γνώριζε επακριβώς. Για το σκοπό αυτό, επέστρεψε σε κομβικές στιγμές της προσωπικής και κομματικής του διαδρομής όπως ήταν η διοργάνωση της απεργίας των δημοσίων υπαλλήλων στην Κατοχή, η αμφισβήτηση της γνησιότητας του γράμματος του Ζαχαριάδη «προς τον ελληνικό λαό» για τον ελληνοϊταλικό πόλεμο, η καθοδήγηση του παράνομου κλιμακίου του ΚΚΕ στην Αθήνα στα χρόνια του εμφυλίου. Στα γραπτά του ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός, διατηρούσε συνεχώς την αίσθηση του ανώτατου κομματικού στελέχους που γνωρίζει εκ θέσεως απόρρητα στοιχεία για το κόμμα. Ο Πλουμπίδης, άλλωστε, ανήκε σε μια γενιά στελεχών που είχαν συγκροτηθεί στον Μεσοπόλεμο, στελέχη που κινούνταν συνεχώς ανάμεσα στην νομιμότητα και στην παρανομία, αναδεικνύοντας τη συνωμοτικότητα ως βασικό χαρακτηριστικό της δράσης τους. Η ανάγκη της συνωμοτικότητας οδηγούσε, στις επιστολές, σε μια πολλαπλή λογοκριτική συμπεριφορά. Καταρχάς η απουσία ονομάτων ή τα ψευδώνυμα προφύλασσε πρόσωπα και καταστάσεις από τους υπεύθυνους των φυλακών εάν τα γράμματα έπεφταν στα χέρια τους. Σε ένα δεύτερο επίπεδο ο Πλουμπίδης απέφευγε να γράψει πράγματα κυρίως για το παρελθόν που ακόμη και στο μέλλον θα μπορούσαν να βλάψουν το κόμμα.
Στην οιονεί απολογία του ο Πλουμπίδης επιχείρησε να δικαιολογήσει τις κατά καιρούς διαφοροποιήσεις του από την κομματική γραμμή, την οποία αναγνώριζε ως την αρχή που καθόρισε σε όλη του τη ζωή και τη δράση. Όπως σημείωνε, ακόμη και τις στιγμές που δεν εφάρμοσε με τη μέθοδο που θα έπρεπε τη γραμμή του κόμματος, αυτό δεν ήταν αποτέλεσμα διαφορετικής εκτίμησης για τον τρόπο της εφαρμογής, αλλά συνέβη κυρίως λόγω των αντικειμενικών δυσκολιών: η απουσία ή η δυσκολία επαφής με το Π.Γ. απόλυτα εύλογη στο πλαίσιο των συγκεκριμένων ιστορικών συγκυριών, αποτελούσε τον συνήθη λόγο. Σε όλες τις διαφοροποιήσεις του ο Πλουμπίδης τόνιζε πως είτε επρόκειτο για θέματα διαφορετικής τακτικής είτε τα όσα έκανε δεν υπερέβαιναν πάγιους κομματικούς κανόνες. Με αυτή την έννοια, η εκτίμησή του ήταν ότι η ανακοίνωση της Κεντρικής Επιτροπής εναντίον του υπήρξε ρηχή και βιαστική, δεν αντιστοιχούσε στην κομματική διαδρομή του.
Η πραγματικότητα ήταν, βέβαια, διαφορετική: Η συγκέντρωση εκθέσεων στελεχών για τη συγκρότηση του πορίσματος είχε ξεκινήσει τον Ιανουάριο του 1952, ενώ το πόρισμα είχε επεξεργαστεί και ολοκληρωθεί πριν τη σύλληψη του Πλουμπίδη. Η διατύπωση της κατηγορίας ήταν τέτοια ώστε να επιτυγχάνεται η συνολική πολιτική και ηθική του εξόντωση. Η κατηγορία του ως πράκτορα ακύρωνε συνολικά την αγωνιστική του προσφορά, καθώς δεν συνδεόταν με κάποια συγκεκριμένη στιγμή της δραστηριότητας του αλλά χρονολογούταν από την ένταξη του στο κόμμα.

Στο κλίμα της εποχής

Από την άλλη πλευρά, και ο Πλουμπίδης, επιχειρώντας να ερμηνεύσει τα γεγονότα, κατέφευγε στην αναφορά στους χαφιέδες και στους εγκάθετους πράκτορες της Ασφάλειας. Δεν είναι παράδοξο. Ο Πλουμπίδης ανήκε στα προπολεμικά στελέχη, που είχαν δει την συνεργασία των πρώην συντρόφων τους με τη μεταξική δικτατορία, στελέχη που βιώσαν το πώς ο εμφύλιος και η ήττα, οι πολύ δύσκολες συνθήκες παρανομίας στα αστικά κέντρα, τα χτυπήματα της Ασφάλειας είχαν οδηγήσει στη συρρίκνωση και την αποδιάρθρωση του κομματικού μηχανισμού. Η αναζήτηση των χαφιέδων αποτελούσε ένα οικείο ερμηνευτικό σχήμα στην Ελλάδα και διεθνώς, που τράφηκε και οξύνθηκε στις συνθήκες της παρανομίας, αλλά υπήρχε και εκτός αυτών. Ο κομμουνιστής διαπαιδαγωγούταν στη συνεχή επαγρύπνηση, την αναζήτηση του εχθρού εντός του κόμματος, με όσα στοιχεία διέθετε. Ο τρόπος αυτός σκέψης και αναζήτησης εσωτερικευόταν, συγκροτούσε δομή σκέψης, νοητικό εργαλείο.
Στη δική του ερμηνεία της υπόθεσης, ο ίδιος αναγορευόταν σε βασικό στόχο των εχθρών του κόμματος λόγω του ρόλου του στο παράνομο κλιμάκιο της Αθήνας από το 1948 έως το 1951. Ενόσω ήταν ελεύθερος δεν τολμούσαν να τον χτυπήσουν, αλλά έστελναν ψευδείς πληροφορίες στο ΠΓ, το οποίο είχε ερωτηματικά αλλά δεν τον θεωρούσε χαφιέ. Η σύλληψή του αποθράσυνε τους εχθρούς του, οι οποίοι παρέσυραν το ΠΓ για την αποκήρυξη.
Η αναφορά στους χαφιέδες επέτρεπε στον επιστολογράφο να κρατήσει στο απυρόβλητο την ηγεσία, η οποία εξ ορισμού μπορεί να κάνει λάθη, δεν μπορούσε όμως να προδίδει. Αποτελούσε, όπως γράφει χαρακτηριστικά, την προσωποποίηση του κόμματος. Η στάση αυτή δεν σήμαινε ότι ο Πλουμπίδης δεν ασκούσε κριτική στα πεπραγμένα της ηγεσίας, και μάλιστα με τον «αέρα» του ανωτάτου κομματικού στελέχους, ο οποίος ήξερε ότι η γνώμη του έχει βάρος. Σε ένα συγκλονιστικό μικρό σημείωμά του για τον Άρη Βελουχιώτη υποστήριζε την ανάγκη της αποκατάστασής του σημειώνοντας: Ας μένει και το χαρτί αυτό. Όταν πεθάνω, ας δει το κόμμα τη γνώμη μου για τον Άρη και ας κάμει το καθήκον του.

Απέναντι στο θάνατο

Ο θάνατος αποτελεί έναν από τους πιο σταθερούς συντρόφους της σκέψης του. Γνώριζε ότι ήταν κοντά και το επισήμαινε συνέχεια. Ο αγώνας του ήταν να καταθέσει τα στοιχεία που θα χρειάζονταν για την απονομή της δικαιοσύνης, για το δικαστήριον της αύριον, τη στιγμή όπου όπως ήλπιζε το ΠΓ θα ερχόταν στην Αθήνα και θα συγκέντρωνε στοιχεία. Τελικά δεν χρειάστηκε να έρθει το ΠΓ στην Αθήνα για την αποκατάστασή του, μόνο που αυτή έγινε σιωπηρά και τελικά χωρίς τη χρήση των τεκμηρίων που ο ίδιος ετοίμασε. Τα γράμματα αυτά δεν ήταν γνωστά όταν συγκροτήθηκε το απαλλακτικό πόρισμα της Κ.Ε. του ΚΚΕ, το 1957.
Ο Νίκος Πλουμπίδης ανήκει σε μια μακρά σειρά μελών και στελεχών του ελληνικού και του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, τα οποία κατηγορήθηκαν ως χαφιέδες, απομονώθηκαν, συχνά εξοντώθηκαν για να αποκατασταθούν αργότερα, όταν οι κομματικές και πολιτικές συνθήκες, καθώς και οι συσχετισμοί είχαν αλλάξει. Η τραγικότητα της δικής του περίπτωσης αφορά τη διπλή παράλληλη καταδίκη του, και από το μετεμφυλιακό κράτος και από το κόμμα. Με τα γράμματά του επιχειρεί να απαντήσει σε μια κατηγορία που δεν γνωρίζει, ανακαλώντας από τη μνήμη του όσα θεωρεί ότι μπορεί να σχετίζονται, ανοίγοντας παράλληλα σε μας ένα μοναδικό παράθυρο στον αξιακό του κόσμο.
Η εικόνα του δεν είναι εκείνη του «αλύγιστου» αγωνιστή. Ο Πλουμπίδης διακατέχεται από μια συνεχή θλίψη κυρίως για την κομματική καταδίκη του και όχι για τον επερχόμενο θάνατό του, τον οποίο κάποτε αντιμετωπίζει ως λύτρωση. Μέσα από τις χαραμάδες του λόγου του εμφανίζεται η προσωπική πικρία και το συναίσθημα της αδικίας από τους συντρόφους του. Πολλές φορές μ’ έπιασε το παράπονο γιατί όλοι οι σ. του Π.Γ. με γνώριζαν προσωπικά και ΠΟΤΕ δεν τους κακολόγησα ούτε σαν πρόσωπα, ούτε σαν ηγεσία του κόμματος. Στοιχεία τα οποία στη συνέχεια τα εξορίζει λογικά, θεωρώντας ότι συσκοτίζουν τον πολιτικό χαρακτήρα της υπόθεσης.

Βιωματική σχέση με το κόμμα

Στη συλλογιστική του Πλουμπίδη υπάρχει μια διαφοροποίηση του κόμματος- κομματικού μηχανισμού. Το κόμμα παραμένει μια έννοια υπερκείμενη αλώβητη από τους εκάστοτε μηχανισμούς. Η κομματικότητα αποτελεί το θεμέλιο λίθο της ύπαρξής του. Πρόκειται για μια βαθιά βιωματική σχέση. Το κόμμα είναι η οικογένεια του κομμουνιστή, είναι η κοινωνία μέσα στην οποία ζει και λογοδοτεί: Εγώ εκείνα που εδίδασκα τα εφάρμοζα πρώτος εγώ. Ήμουν πιστός στο κόμμα τότε που με περιέβαλε με τη στοργή του και με ανέβαζε στα ανώτατα αξιώματα του, είμαι πιστός τώρα που καλά ή κακά, δίκαια ή άδικα, με κατηγορεί και με στιγματίζει, θα παραμείνω για πάντα πιστός και θα πεθάνω κομμουνιστής. Η πραγματική οικογένεια, οι συγγενικοί δεσμοί υπάρχουν και λειτουργούν πάντοτε υπό την κομματική ιδιότητα. Είμαι προθυμότατος να κάνω οτιδήποτε θέλετε για να σας απαλλάξω από τις πικρίες. Όλα, έξω από την κομματική ηθική και τιμή. Η αποκατάσταση αυτής της τιμής υπερβαίνει τη συγκυρία, αναδεικνύεται σε κεντρικό στοιχείο της ζωής που πρόσφερε στον αγώνα. Δεν πρόκειται για συναισθηματισμούς ενός ανθρώπου πριν από το επερχόμενο τέλος. Πρόκειται για μια βαθιά πολιτική, αλλά και υπαρξιακή στάση, τη μόνη στάση που, απέναντι στη διπλή του καταδίκη, μπορούσε να του επιτρέψει εντέλει να νοηματοδοτήσει την αξεδιάλυτα μπλεγμένη προσωπική και κομματική διαδρομή. Ήταν αυτό το νόημα που του έδωσε τη δύναμη, καταδικασμένος από το κράτος αλλά και από τους συντρόφους του, να αντιμετωπίσει το θάνατο με την ύψιστη αξιοπρέπεια. Η πίστη στην ιδεολογία που του επέτρεπε να σημειώνει αποχαιρετώντας τους οικείους του: ΥΓ. Μη λυπάστε, εγώ τώρα θα ησυχάσω. Σας εύχομαι όλων ευτυχία. Ο θάνατος είναι μια αλλαγή της ύλης. Έτσι είναι.

* Επίκουρος καθηγητής Θεωρίας και Ιστορίας της Ιστοριογραφίας στο ΕΚΠΑ, γραμματέας των ΑΣΚΙ.