Η δυστοπία της «νοικοκυρεμένης» Αθήνας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αλλά τι θα ’ναι η Αθήνα εάν τούτοι πετύχουν; Μια πόλη με βαριά τραυματισμένα σχολεία, τσεκουρεμένες κοινωνικές δομές, μαύρα σκοτάδια στις λαϊκές συνοικίες.

 

 

Της Κατέ Καζάντη

Η πόλη του Καμίνη, αυτή με τον εξορθολογισμένο προϋπολογισμό, τον συμμαζεμένο δανεισμό, το θετικό πρόσημο στα οικονομικά μεγέθη και άλλα παρόμοια ηχηρά, δεν είναι παρά το αντίστοιχο της γάτας του Σρέντιγκερ: τι πραγματικά είναι, εξαρτάται απολύτως από το ποιος και από ποια θέση την εξετάζει. Ζωντανή ή απονεκρωμένη, ζωντανή και απονεκρωμένη, η κατάσταση της γάτας στον ατσάλινο θάλαμο, όπως και της πόλης, αποτελεί μια υπόθεση νοητικής απροσδιοριστίας. Αλλά πρωτίστως, στην περίπτωση της πόλης, κοινωνικής ιλαροτραγωδίας.
Διότι, εάν κανείς τη βλέπει απ’ τη μεριά του δημάρχου και των συν αυτώ, η πόλη των Αθηνών τυγχάνει αποκαθαρμένη των παλιών ανομημάτων της, λειτουργεί δε βέλτιστα και νοικοκυρεμένα για το σύνολο των πολιτών. Εάν όμως τη δεις απ’ την πλευρά των μαθητών και των γονιών τους και των εκπαιδευτικών των σχολείων που ο δήμος έκλεισε, αλλά και εκείνων που τελικά δεν έκλεισε, λόγω των προβλημάτων στη θέρμανση, η πόλη είναι το ανάποδο της άνωθεν περιγραφής. Επιδεικτικά παραμελημένη, στα σημεία ακριβώς όπου απαιτείται φροντίδα.

Κλειστά λόγω κρύου και ελλείψει θέρμανσης

Στο κλεινόν άστυ του Καμίνη, λοιπόν, ο νοικοκύρης των «αναπτυξιακών έργων» δεν έβγαλε, απ’ ό,τι φαίνεται, κονδύλια από τον προϋπολογισμό του για τη συντήρηση των καυστήρων στα σχολεία της Γκράβας, αλλά και αλλού, με αποτέλεσμα, την περασμένη εβδομάδα, να τα κλείσει άρον άρον μόλις η Ωκεανίς ενέσκηψε. Ο «φρόνιμος» δεν πρόβλεψε. Και όχι, προφανώς, από αβελτηρία.
Τα πολλά προβλήματα πολλών σχολείων της Αθήνας, κυρίως εκείνων που οι κτιριακές εγκαταστάσεις είναι παλαιές, αφήνουν περίπου ασυγκίνητη τη δημοτική αρχή. Οι αλλεπάλληλες επισημάνσεις διευθυντών/τριών των σχολικών μονάδων, δεν βρίσκουν την ανταπόκριση της Σχολικής Επιτροπής –υπόθεση του δήμου, εννοείται, η συγκρότησή της, η οποία και προέκυψε μετά την ενοποίηση των δεκατεσσάρων (14) προηγούμενων Επιτροπών. Η υπερσυγκέντρωση στη διαχείριση των χρημάτων κρίνεται, επιεικώς, προβληματική ενώ η υποστελέχωση του ίδιου του δήμου σε τεχνικό προσωπικό, με τη μείωση των θέσεων εργασίας, δυσκολεύει περαιτέρω τα πράγματα. Αλλά ο δήμαρχος του πλεονάσματος των 57 εκ. ευρώ ουδέποτε έκρυψε τις ιδεολογικές του αναφορές που ευνοούν πιθανές συμπράξεις με ιδρύματα –τύπου Νιάρχος-, ΜΚΟ, πάσης φύσεως ιδιώτες κ.ο.κ. Ας περιοριστεί ο ρόλος του δήμου στα σχολεία, λοιπόν, κι ας γίνουν οι δουλειές από επιχειρήσεις.

Στο δρόμο που χάραξε ο Καμίνης

Το κλεινόν άστυ του Καμίνη, όμως, που, επιπροσθέτως, στις συνοικίες των πληβείων ολιγωρεί και στο ζήτημα του φωτισμού της πόλης, σε ό,τι αφορά τη διάχυση των φώτων του πολιτισμού, κυρίως δε κατά τις εορτές, τα πάει καλά: στα πάρτι της Πρωτοχρονιάς καταδεικνύεται η πρωτοπορία της σκέψης των υπευθύνων με αλήστου μνήμης δαπανηρές φωταψίες και θεάματα. Όπως αλήστου μνήμης παραμένει και το φιάσκο της «Ρόδας» που δεν γύρισε ποτέ.
Ο τότε πρόεδρος του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ) Χρήστος Τεντόμας, παραιτήθηκε βέβαια, αλλά, κατά τα άλλα, ούτε γάτα ούτε ζημιά. Εξάλλου, κατά το παράδοξο του Σρέντιγκερ, ο εν λόγω δημοτικός σύμβουλος και επικεφαλής της πρωτοβουλίας πολιτών «Η Αθήνα είμαστε εμείς», παρά την παραίτησή του, είναι εδώ, πάντα κραταιός: ο Χρήστος Τεντόμας τάσσεται στο πλευρό του έτερου αρίστου Κώστα Μπακογιάννη, αφού τους «συνδέει το κοινό όραμα για την Αθήνα και η δέσμευση ότι αυτό θα υλοποιηθεί».
Αλλά τι θα ’ναι η Αθήνα εάν τούτοι πετύχουν, στο δρόμο που χάραξε ο Καμίνης; Μια πόλη δυστοπική, με τους ιδιώτες, την ιδιωτικότητα και την κατά κυριολεξία ιδιωτία, την αντικοινωνική βλακεία, των εξορθολογισμένων προϋπολογισμών. Που αφήνουν βαριά τραυματισμένα σχολεία, τσεκουρεμένες κοινωνικές δομές, μαύρα σκοτάδια στις λαϊκές συνοικίες.

Το όραμα μιας Ανοιχτής Πόλης

Τούτο, όμως, το ασφυκτικό νεοφιλελεύθερο πλαίσιο, εμπλουτισμένο με το βαθιά συντηρητικό «τάξις και ασφάλεια», που συναγελάζεται την ακροδεξιά και εναντιώνεται στη διαφορετικότητα του ξένου και του παρία, καθώς και οι γεμάτοι αυταρέσκεια για τη μακροημέρευσή τους εκπρόσωποί του, φέρουν εντός τους τον σπόρο του καταποντισμού τους: γεννούν, με την πολιτική τους στάση, το όραμα μιας Ανοιχτής Πόλης, η οποία πλανάται πάνω απ’ τα κεφάλια τους και τους στοιχειώνει.