Η ειρήνη και η φιλία των λαών στη βάση της συμφωνίας Ελλάδας – Αλβανίας

Το διεθνές πλαίσιο και οι παράμετροι μιας συνεργασίας που επιθυμεί να ανοίξει προοπτικές για το μέλλον, εκεί που κυριαρχούσαν οι σκιές του 20ου αιώνα

alvania-1

Του Φιλήμονα Καραμήτσου

Η πρόσφατη Συμφωνία των Πρεσπών μεταξύ της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ άνοιξε τη συζήτηση και για μία νέα συμφωνία, αυτή τη φορά μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Ήδη, εδώ και ένα χρόνο, ομάδες εργασίας των δύο πλευρών εργάζονται πάνω σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που αφορούν τις διμερείς σχέσεις και καταγράφεται τουλάχιστον ένα θετικό κλίμα, ως προπομπός και μίας ευρύτερης συμφωνίας που θα ικανοποιεί και τις δύο χώρες.
Η επιτάχυνση των εξελίξεων προκαλεί ίσως κάποιες απορίες σε όσους δεν έχουν τακτική ενασχόληση με τα θέματα της εξωτερικής πολιτικής, ενώ η σύγκρουση εφ’ όλης της ύλης κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μετατρέπει όλα σχεδόν τα θέματα που ανοίγονται στο δημόσιο διάλογο, σε ζητήματα εσωτερικής κομματικής σύγκρουσης.

Το πλαίσιο και η συγκυρία

Μερικές παρατηρήσεις για το πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνονται οι κινήσεις του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, ίσως, είναι χρήσιμες.
Η συμφωνία με την ΠΓΔΜ απέδειξε, κατ’ αρχάς, ότι τα «εθνικά» ζητήματα δεν ανήκουν στη σφαίρα της μεταφυσικής, ούτε αποτελούν διαχρονικά, προαιώνια ταμπού. Η ελληνική κυβέρνηση επιδεικνύοντας διπλωματική ωριμότητα, αντίληψη του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων, τόλμη και ήθος στο σεβασμό των δικαιωμάτων των λαών στην αυτοδιάθεση και τον αυτοπροσδιορισμό, κατέληξε σε μία συμφωνία που εδράζει στο έδαφος του πολιτικού και ανοίγει το δρόμο για μία πολιτική ειρήνης και καλής γειτονίας μεταξύ των δύο κρατών. Από αυτή τη συμφωνία, που αποτελεί προφανώς και διαδικασία σε εξέλιξη ως την κύρωση και τελικά την εφαρμογή της, κρατάμε την πολιτική της πλευρά. Και είναι χαρακτηριστικό ότι κάτω από το νέφος των αντιδράσεων, δύο είναι οι σημαντικές: Αυτές που δεν θέλουν καμία συμφωνία με κανέναν στο όνομα της προαιώνιας ισχύος της Ελλάδας, και αυτές που διαφωνούν σε επιμέρους στοιχεία, όπως το ζήτημα της ιθαγένειας, αποδεχόμενες όμως εμμέσως και το πολιτικό πλαίσιο που θέτει η συμφωνία.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο είναι φανερό, ότι βρισκόμαστε σε μία νέα φάση των διεθνών σχέσεων που συμπεριλαμβάνουν και τα Δυτικά Βαλκάνια πλέον. Την αντίληψη της Επιτροπής Γιούνκερ μετά το 2014 για πάγωμα της συζήτησης για διεύρυνση της ΕΕ, διαδέχεται η πρόθεση της ηγεσίας της ΕΕ να επιταχύνει την ευρωπαϊκή σύνδεση χωρών όπως η ΠΓΔΜ, η Αλβανία και η Σερβία. Στο πλαίσιο περιλαμβάνεται η όξυνση του ανταγωνισμού για κύκλους επιρροής σε πολιτικό, διπλωματικό και οικονομικό επίπεδο μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα της Γερμανίας, της Ρωσίας και της Κίνας και αυτό αφορά και το χώρο των Βαλκανίων και της Νοτιανατολικής Ευρώπης. Στο πολυπαραγοντικό αυτό πλαίσιο εντάσσεται το γεωπολιτικό ενδιαφέρον όλων για περιοχές που μπορούν να προσδώσουν ισχύ, αλλά και ο ενεργειακός ανταγωνισμός για τον έλεγχο και των πηγών ενέργειας και των διαδρόμων τροφοδοσίας.
Με άλλα λόγια, μετά από μία μακρά περίοδο αναδιατάξεων και ίσως και κάποιας μορφής αμηχανίας με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου το ’90, ήρθε ο καιρός να εκδηλωθούν νέες συμφωνίες και ασυμφωνίες πάνω στους χάρτες των διεθνών ισορροπιών, οι οποίες από κάποιες πλευρές αποκαλούνται ήδη και «νέος Ψυχρός Πόλεμος».
Μέσα σε αυτό το διεθνές σκηνικό, η Ελλάδα αποτελεί και παράγοντα διαμόρφωσης του σκηνικού, ως μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, αλλά και υποκείμενο των επιπτώσεων που έχει ο ανταγωνισμός των πολιτικών των ισχυρών. Αυτή η διπλή σχέση με την πραγματικότητα δεν της επιτρέπει να κρυφτεί, να αναβάλλει, να κάνει πως δεν βλέπει, να αρνηθεί τη συμμετοχή της.
Αποτελεί, όμως, και μέρος της εθνικής πολιτικής, με τη μορφή υπεράσπισης του δημοσίου συμφέροντος, η διευθέτηση των ανοιχτών θεμάτων με τα γειτονικά κράτη που αποτελούν και τον πρώτο ομόκεντρο κύκλο (Αλβανία, ΠΓΔΜ, Βουλγαρία) με στόχο την εμπέδωση μιας μακράς περιόδου ειρήνευσης που θα επιτρέψει σε όλες τις χώρες να υλοποιήσουν τις στοχεύσεις τους σε βάθος χρόνου. Πόσο μάλλον, όταν παραμένει διαρκώς ανοιχτό το ζήτημα της Τουρκίας και της επιθετικότητάς της, ζήτημα ιεραρχικά πολύ σημαντικότερο που απαιτεί συνεχή διπλωματική εγρήγορση και επαγρύπνηση.
Τέλος, κι αυτό αφορά και την αριστερά, η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας κατά τη διάρκεια αυτής της κυβερνητικής θητείας δείχνει ότι στοχεύει έμπρακτα στις αρχές της ειρήνης και της φιλίας των λαών των Βαλκανίων, κάτι που όσο κι αν ακούγεται από κάποιους ως ευχολόγιο, δεν παύει να αποτελεί και μία παρακαταθήκη αξιών που συνάδουν με τις αρχές του αριστερού κινήματος ιστορικά στη χώρα μας.
Μία μικρή παρένθεση μόνο για τον αριστερό κόσμο: η μακράς διάρκειας αποχή της αριστεράς από τη διακυβέρνηση της χώρας, απομάκρυνε και πολλούς αριστερούς από το περιεχόμενο της εξωτερικής πολιτικής, τις δυσκολίες της, τα τεχνικά ζητήματα πίσω από τα εθνικά θέματα, τη γνώση των διακρατικών σχέσεων. Πολύς κόσμος της αριστεράς δεν γνωρίζει, δηλαδή, το βάθος των προβλημάτων που υπάρχουν με την Αλβανία ή το θεσμικό και νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνονται τέτοιες διαπραγματεύσεις. Πρόκειται για ένα κενό που δεν αφορά βέβαια μόνο τους αριστερούς πολίτες, αλλά είναι στην ευθύνη της κυβέρνησης να ενημερώνει αναλυτικά τους πολίτες για τα διακυβεύματα και τις πτυχές τους.

Ζητήματα συμφωνίας
alvania-2
Η μάλλον μακροσκελή αυτή αναφορά στις παραμέτρους και το πλαίσιο μέσα στο οποίο γίνονται οι συζητήσεις με την Αλβανία, προσπαθεί να αποδραματοποιήσει και να γειώσει στο έδαφος του ρεαλισμού τις προσπάθειες που γίνονται για τη διακρατική συμφωνία, αφήνοντας απ’ έξω θεωρίες συνωμοσίας, μυθολογίες, εθνικιστικά στερεότυπα και ιδεολογικές προσεγγίσεις που ανάγονται στο Μεσοπόλεμο και πιο πριν, όλο αυτό το κλίμα που είδαμε να αναζωπυρώνεται με το «μακεδονικό».
Από τις ενδείξεις που υπάρχουν και από όσα αφήνονται να εννοηθούν μέσα από δηλώσεις των υπουργών, αντιλαμβανόμαστε ότι οι διαπραγματεύσεις Ελλάδας – Αλβανίας αφορούν μία μεγάλη, ευρεία συμφωνία πάνω σε πολλαπλά θέματα, διαφορετικής βέβαια σημασίας το καθένα χωριστά.
Κι αυτή είναι μία ορθή κατεύθυνση, γιατί επιτρέπει και στις δύο πλευρές να κάνουν υποχωρήσεις, αλλά και να προσδοκούν οφέλη εκεί που ενδιαφέρονται περισσότερο, ενώ παράλληλα, εξυπηρετείται με την κεντρική συμφωνία να κλείσουν ανοιχτά προβλήματα που έχουν πίσω τους πολλές δεκαετίες.
Κυρίαρχο θέμα φαίνεται ότι είναι η συμφωνία για την ΑΟΖ στο Ιόνιο, αλλά και η άρση του εμπολέμου και μικρότερης, αλλά όχι μειωμένης, σημασίας θέματα που άπτονται του τέλους της εμπόλεμης κατάστασης, όπως οι μεσεγγυήσεις, κι ακόμα οι έρευνες για τους χιλιάδες άταφους πεσόντες Έλληνες στα αλβανικά βουνά το 1940-41 και τα κοιμητήρια, η πρόοδος στις διακρατικές σχέσεις σε επίπεδο πολιτισμού, εκπαίδευσης κλπ.
Για την Αλβανία ειδικότερα, το κεντρικό διακύβευμα παραμένει η είσοδός της στην ΕΕ, κάτι που περνά σαφώς και από την εξομάλυνση των σχέσεων της με την Ελλάδα, σχέσεις που αποτελούν προαπαιτούμενο για να δώσει η Ευρώπη το τελικό πράσινο φως. Σε πολιτικό επίπεδο, η προοπτική ένταξης στην ΕΕ αποτελεί το κλειδί για τις εξελίξεις και επιταχύνει τις διεργασίες σε πολιτικό επίπεδο στην αλβανική πλευρά, όσο κι αν αυτό καλύπτεται κάτω από την έντονη κομματική αντιπαράθεση στο εσωτερικό της και την τάση ευκολίας που έχουν και τα δύο μεγάλα κόμματα να καταφεύγουν στον εθνικισμό, όταν δεν έχουν άλλα επιχειρήματα.
Πίσω στις προοπτικές συμφωνίας, η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών μεταξύ Ελλάδας – Αλβανίας για τον καθορισμό της ΑΟΖ στην περιοχή του Ιονίου, θεωρείται ζήτημα κομβικής σημασίας ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 2000, με το άνοιγμα της υπόθεσης αναζήτησης κοιτασμάτων υδρογονανθράκων. Αν και νομικά δεν επηρεάζει το δικαίωμα της κάθε χώρας να διαμορφώνει τα σύνορά της βάσει του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της θάλασσας, η οριοθέτηση θα προκύψει και από τη διαμόρφωση ορίων που έχουν σχέση με τα μικρά νησιά της περιοχής και την οριογραμμή της στεριάς που θα θεωρηθούν βάση υπολογισμού. Δεν πρόκειται συνεπώς για κάποια συζήτηση «αλλαγής συνόρων», όπως με ευκολία αναπαράγεται το τελευταίο διάστημα από επικριτές της προσέγγισης δύο χωρών, είναι όμως και μία πολύπλοκη και δύσκολη νομικά διαδικασία όπως γνωρίζουμε από τις αντίστοιχες στη νοτιοανατολική Μεσόγειο.
Γιατί είναι χρήσιμη η διαμόρφωση της ΑΟΖ μεταξύ των κρατών; Γιατί θεωρείται ότι αποτελούν μία στέρεη και μακρόχρονη συμφωνία, η οποία δημιουργεί συνθήκες σταθερότητας κάτι που προσελκύει και μεγάλες εταιρείες από το χώρο των ερευνών υδρογονανθράκων, που δεν θέλουν να ρισκάρουν τις επενδύσεις τους στην έρευνα και εξόρυξη. Οι εξελίξεις με τις έρευνες στα «οικόπεδα» της Κύπρου δείχνουν και το μέγεθος του θέματος.
Αν η οριοθέτηση ΑΟΖ μοιάζει να έρχεται περισσότερο από τον κόσμο της οικονομίας, η άρση του εμπολέμου αποτελεί ένα κατεξοχήν πολιτικό θέμα. Οι δύο χώρες είναι «εχθρικές» από τον πόλεμο του 1940. Τον Αύγουστο του 1987, η Ελλάδα με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου και επί υπουργίας Εξωτερικών του Κ. Παπούλια, αποφάσισε μονομερώς την άρση του εμπολέμου. Ήταν μία γενναία πολιτική απόφαση, που ας θυμίσουμε ότι ελήφθη πριν ακόμα το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και έθετε ένα πολιτικό πλαίσιο για τη διαμόρφωση σχέσεων συνεργασίας με την Αλβανία. Το γεγονός ότι δεν κυρώθηκε με νόμο της Βουλής, θεωρείται σήμερα ότι δεν δίνει και νομικά ερείσματα για τη διευθέτηση όλων των προβλημάτων που συμπαρασύρονται από αυτήν την πολυετή κατάσταση «εμπολέμου». Μία ταυτόχρονη κίνηση από τις δύο χώρες προς τη θέσπιση ενός καθεστώτος ειρήνευσης και την άρση παλιότερων νομοθετημάτων «εμπολέμου», θα αποτελέσει ένα συμβολικό και ουσιαστικό μήνυμα για το άνοιγμα μιας νέας εποχής.
Στην περίπτωση αυτή και πάλι δεν τίθεται θέμα «συνόρων». Σύνορα υπάρχουν ήδη από το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας το 1913 και τις διεθνείς συμφωνίες που ακολούθησαν ως και το 1946, παρά τις αντιρρήσεις που κατέθετε η ελληνική πλευρά. Και βέβαια, τα σύνορα έχουν γίνει κατ’ ουσίαν αποδεκτά από τη στιγμή που αποκαταστάθηκαν το 1971 οι διπλωματικές σχέσεις των δύο κρατών και έκτοτε από τις δεκάδες επιμέρους συμφωνίες και σύμφωνα συνεργασίας που έχουν συνάψει οι δύο πλευρές.
Αλλά πολιτικά, είναι δυνατόν στον 21ο αιώνα δύο ευρωπαϊκές χώρες να βρίσκονται έστω και τυπικά σε εμπόλεμη κατάσταση; Και ποιον άραγε εξυπηρετεί η διαιώνιση της παλιάς κατάστασης, παρά μόνο εκείνον που υπόρρητα αφήνει ανοιχτό το θέμα ενός πολέμου για τη διεκδίκηση εδαφών;
Με την άρση του εμπολέμου συνδέεται το ζήτημα των μεσεγγυήσεων. Πρόκειται για τη διευθέτηση σε νομικό επίπεδο των περιουσιών Αλβανών ή του αλβανικού δημοσίου στην Ελλάδα, που με την κήρυξη του πολέμου το 1940 θεωρήθηκαν «εχθρικές» και μπήκαν σε καθεστώς μεσεγγύησης, όπως έγινε και σε άλλες περιπτώσεις.
Το θέμα δεν αφορά το ζήτημα των «Τσάμηδων», σε καμία περίπτωση. Το θέμα των μελών της αλβανόφωνης κοινότητας που καταδικάστηκαν από τα ειδικά δικαστήρια δοσίλογων για τη συνεργασία τους με τις δυνάμεις κατοχής στην Ήπειρο τη δεκαετία του ‘40, με όποιες συνέπειες είχαν για τους ίδιους αυτές οι καταδίκες, ανήκει στη δικαιοδοσία της νομικής και όχι της πολιτικής, γι’ αυτό και θεωρείται ότι έχει κλείσει οριστικά. Σε καμία περίπτωση δε, κράτος της Ευρώπης σήμερα δεν πρόκειται να «δικαιώσει» τη συνεργασία με τον ιταλικό φασισμό και το γερμανικό ναζισμό.
Το θέμα, τέλος, των κοιμητηρίων για τους άταφους πεσόντες έλληνες στρατιώτες κατά τον πόλεμο 1940-41, που υπολογίζονται σε πάνω από 7 χιλιάδες, έχει ήδη θετικές εξελίξεις, αφού βρίσκονται σε εξέλιξη οι έρευνες για την ανεύρεση οστών μετά και την επανενεργοποίηση τον Ιανουάριο της σχετικής διακρατικής συμφωνίας.
Η τελετή ενταφιασμού οστών περισσότερων των 100 ελλήνων πολεμιστών που έγινε την Παρασκευή 14 Ιουλίου στους Βουλιαράτες χαιρετίστηκε από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ως «ένα σημαντικό δείγμα προόδου στις ελληνο-αλβανικές σχέσεις». Πρόκειται για ένα θέμα μνήμης, που δείχνει και πόσο βαθιά έχει χαραχτεί ο 20ος αιώνας και όσα συνέβησαν στις ζωές των ανθρώπων και τις ατομικές και συλλογικές ταυτότητες ως σήμερα.

Αντιδράσεις

Παρά το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο των συζητήσεων που γίνονται για τη συμφωνία, κάποιες πλευρές στην Ελλάδα ανεβάζουν ψηλά στην ατζέντα την «προστασία των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας» ως αντίβαρο στην υπογραφή συμφωνίας. Υπάρχουν πιθανά ζητήματα θεσμικής φύσεως που θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται στις συζητήσεις, όπως η κατάργηση των «μειονοτικών ζωνών», που περιόριζε την έκφραση των δικαιωμάτων της μειονότητας, παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα παγίως και σταθερά ενδιαφέρεται σε διπλωματικό επίπεδο για την ελληνική μειονότητα και αυτό δεν έχει αλλάξει, ενώ ο δρόμος της Αλβανίας προς την ΕΕ, μετά τα μέσα του 2000, έχει συμβάλλει στην ακόμα μεγαλύτερη θωράκιση του θεσμικού πλαισίου των δικαιωμάτων της μειονότητας.
Είναι πιθανόν ότι αν εξαγγελθεί η επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των δύο κρατών, να ανοίξει ένας κύκλος αντιπαράθεσης στην ελληνική πλευρά, πάνω στο μοτίβο που είδαμε και στην περίπτωση της συμφωνίας των Πρεσπών. Δύσκολα, πάντως, θα βρεθεί ελληνικό κόμμα του κοινοβουλευτικού τουλάχιστον τόξου, που θα υπονοήσει ότι η Ελλάδα πρέπει να αφήσει ανοιχτά θέματα συνόρων και «εκκρεμοτήτων» από τις αρχές του 20ου αιώνα. Έστω και σε επίπεδο ρητορικής, ο πολιτικός κόσμος δεσμεύεται από το ευρωπαϊκό κεκτημένο κι αυτό θα βοηθήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Στην αλβανική πλευρά, αντιθέτως, μοιάζει πιο εύκολο να πυροδοτηθεί μία πολιτική κρίση, με την αντιπολίτευση να κατηγορεί για «προδοσία» τη σημερινή κυβέρνηση. Και στην Αλβανία, όμως, βλέπουν ότι τα περιθώρια στενεύουν και η προοπτική ένταξης στην ΕΕ την επόμενη δεκαετία λειτουργεί εντέλει προς όφελος της συναίνεσης, σε μία χώρα που έχει αρχίσει να καταλαβαίνει ότι δεν έχει εναλλακτικές επιλογές αν θέλει να αντιμετωπίσει τη φτώχεια, την οικονομική δυσανεξία και την έλλειψη προοπτικών για τη νεολαία της.
Η ελληνική κυβέρνηση με τις συζητήσεις που άνοιξε με την ΠΓΔΜ και την Αλβανία, κινείται ταυτόχρονα σε ένα παραδοσιακό διπλωματικό επίπεδο προτάσσοντας το δόγμα της καλής γειτονίας, τολμά να σπάσει στερεότυπα που κρατάνε δεκαετίες, αναδεικνύει την ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της Βαλκανικής σε κεντρικό πολιτικό διακύβευμα, εκμεταλλεύεται τη διεθνή συγκυρία και αναδεικνύει την Ελλάδα ως μία δύναμη φιλίας και συνεργασίας, όπως πρέπει να κάνει κάθε δημοκρατική χώρα. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δείχνει να πετυχαίνει πολλά περισσότερα από όσα οι κυβερνήσεις των τελευταίων 30 χρόνων που φάνηκε ότι ήθελαν μεν, δεν μπορούσαν δε.
Παρ’ όλα αυτά, ας τονιστεί ξανά, ότι οι συμφωνίες υπάρχουν από τη στιγμή που εφαρμόζονται, κι εκεί έχουν λόγο πια και οι κοινωνίες.