Η είσοδος στη φάση της ανάκαμψης και τα όριά της για το 2017

drekos2

Στις περισσότερες από τις δημόσιες παρεμβάσεις του ο πρωθυπουργός συνδέει ευθέως την προοπτική ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας το 2017 με την ανάγκη να έχει χαρακτηριστικά βιωσιμότητας και – κυρίως – ορατό κοινωνικό αντίκρισμα.
Υπογραμμίζει με έμφαση, μάλιστα, ότι για την κυβέρνηση το ζήτημα της οικονομικής μεγέθυνσης δεν είναι μια απλή αριθμητική στόχευση, αλλά η εξάντληση κάθε δυνατότητας, ώστε το πέρασμα σε αναπτυξιακή τροχιά να μεταφράζεται σε, όσο γίνεται πιο γρήγορα, ευεργετικά αποτελέσματα για την βαρύτατα πληγείσα, από την πολύχρονη κρίση, κοινωνική πλειοψηφία.
Στην ίδια κατεύθυνση, η πρόβλεψη του κρατικού προϋπολογισμού για ρυθμό μεγέθυνσης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) κατά 2,7% συνοδεύεται από σειρά μέτρων ανακούφισης των πιο ευπαθών ομάδων του πληθυσμού, τα οποία, μάλιστα, δεν είναι καθόλου αμελητέα, αν συνυπολογίσουμε τα δεδομένα ασφυκτικά δημοσιονομικά περιθώρια.
Όλα τα παραπάνω ασφαλώς συνιστούν αυτονόητη υποχρέωση μιας κυβέρνησης, όπως η σημερινή. Ως κεντρικό ζητούμενο, επομένως, σήμερα αναδεικνύεται το αν υπάρχουν ή αν μπορούν να διαμορφωθούν οι όροι για την επίτευξη του ως άνω αναπτυξιακού στόχου, ώστε να προκύψει στη συνέχεια και το ανάλογο κοινωνικό όφελος.

Καλό σημείο εκκίνησης

Η απάντηση δεν είναι εύκολη και η διατύπωση μιας σχετικά ασφαλούς πρόβλεψης για την πορεία πολλών μακροοικονομικών δεικτών δεν είναι συμβατή με τις εκκρεμότητες της συγκυρίας. Υπάρχουν, πάντως, ορισμένα δεδομένα του β’ εξαμήνου του 2016, τα οποία μπορούν βάσιμα να θεωρηθούν ως καλό σημείο εκκίνησης για το 2017.
Πρώτο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής, η θετική κίνηση του οποίου τον Νοέμβριο του 2016, έναντι του αντίστοιχου μήνα του 2015, σφραγίζει το τελικό θετικό πρόσημο και σε 11μηνη βάση (Ιανουάριος – Νοέμβριος 2016), με το σχετικό δείκτη να παρουσιάζει αύξηση κατά 2,3%, κάτι που επιβεβαιώνουν και οι πρόσφατες εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ.
Θετική εξέλιξη εμφανίζουν και οι εξαγωγές, όπου, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο Νοέμβριος του 2016 είναι ο τέταρτος στη σειρά μήνας με αυξητική τάση.
Κοντά σε όλα αυτά, πρέπει να σημειωθούν τόσο οι επιπτώσεις από την εξαιρετικά υψηλή, και πέραν κάθε πρόβλεψης, απορροφητικότητα του ΕΣΠΑ, όσο και η, μικρή έστω, αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, δύο από τις παραμέτρους που συνέβαλαν ώστε όλες σήμερα οι εκτιμήσεις να συγκλίνουν στο ότι ο ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ για το 2016 θα έχει οριακά θετικό πρόσημο.
Τέλος, στα παραπάνω, που στοιχειοθετούν την αναφορά περί καλού σημείου εκκίνησης για το 2017, θα πρέπει να προσθέσουμε τη μικρή, αλλά συνεχή, μείωση του ποσοστού ανεργίας, ενώ ενδεικτική της αναστροφής του κλίματος είναι και η μέτρηση του Δείκτη Οικονομικού Κλίματος (ESI) στην Ελλάδα από την Κομισιόν, σύμφωνα με την οποία διαπιστώνεται βελτίωση κατά 2,2 μονάδες τον Δεκέμβριο του 2016, έναντι του προηγούμενου μήνα, φτάνοντας στην υψηλότερη επίδοση των τελευταίων 15 μηνών (94,6 μονάδες).

Μπροστά στην υπέρβαση της ύφεσης

Τα προαναφερθέντα μαζί με τα βασικά χαρακτηριστικά του προϋπολογισμού, που δεν αμφισβητούνται από κανένα διεθνή οργανισμό, οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε πράγματι μπροστά σε μια διαδικασία υπέρβασης του υφεσιακού (μακροχρόνιου) σταδίου και μάλιστα με προϋπολογισμένη αύξηση 40% περίπου των δαπανών πρόνοιας…
Συμμετοχή στη θετική εξέλιξη, έχουν -εκτός των άλλων- το προσδοκώμενο βραχυχρόνιας βάσης όφελος από το πακέτο Γιούνκερ, ο αυξημένος, ως προς το εθνικό σκέλος, προϋπολογισμός Δημοσίων Επενδύσεων, η συνεχιζόμενη υψηλή απορροφητικότητα του ΕΣΠΑ, η προσέλκυση νέων ιδιωτικών επενδύσεων, το σχεδόν βέβαιο νέο ρεκόρ σε μια κρίσιμης σημασίας οικονομική δραστηριότητα (πολυτομεακή), όπως ο τουρισμός, η αναμενόμενη (και από διεθνείς οίκους) εντυπωσιακή αύξηση στον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου και φυσικά η πρόβλεψη για αύξηση κατά 1,8% της ιδιωτικής κατανάλωσης.
Αν στα παραπάνω στοιχεία προσθέσουμε και την πιθανολογούμενη ένταξη της χώρας μας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, το γνωστό QE (Quantitative Easing), καθώς και την επίσης πιθανολογούμενη (και συνακόλουθη υπό προϋποθέσεις) έξοδο στις αγορές, τότε θα μπορούσε κανείς να πει πως οι προβλέψεις για ρυθμό μεγέθυνσης 2,7% εδράζονται σε σοβαρή βάση.
Επί του προκειμένου, εγείρονται πολλές και εύλογες (κατά την ταπεινή γνώμη του υπογράφοντος) επιφυλάξεις. Άλλωστε, στην ίδια την Εισηγητική Έκθεση του Κρατικού Προϋπολογισμού (σελ. 28-29) γίνεται σαφής αναφορά σε σειρά προϋποθέσεων για την προσδοκώμενη αναπτυξιακή επίδοση του 2017, ενώ δεν απουσιάζει και η επίκληση της «αβεβαιότητας» σε σχέση με την ύπαρξη εξωγενών (ή και ενδογενών) παραγόντων, που μπορούν να την θέσουν σε αμφισβήτηση…
Αποφεύγοντας τα αχαρτογράφητα νερά από εξωγενείς παράγοντες, όπως, για παράδειγμα, η χρονική υστέρηση της δεύτερης αξιολόγησης, ας περιοριστούμε σε τρία μόνο στοιχεία, που ήδη κατατέθηκαν επιγραμματικά.
Η πρώτη επιφύλαξη συνδέεται με την προβλεπόμενη δραστική αύξηση στον ακαθάριστο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου, η οποία ποσοστιαία δείχνει μέχρι και τριπλασιασμό του σε σχέση με το 2016! Η ίδια εκτίμηση, μάλιστα, προσυπογράφεται και από αναλυτές επιστημονικών εκδόσεων με συνήθη ευρω-ενωσιακή αποδοχή. Με μια μικρή «λεπτομέρεια». Πουθενά δεν αλιεύσαμε κάποια επαρκή τεκμηρίωση για το συγκεκριμένο ενδεχόμενο, ούτε ένα έστω οικονομετρικό υπόδειγμα που να αιτιολογεί μια τόσο αισιόδοξη προσέγγιση. Οι μόνες εξηγήσεις που έχουν δοθεί -γενικόλογες και αόριστες– αναφέρονται στη χαμηλή βάση υπολογισμού αυτού του μεγέθους το 2016 (πώς, γιατί, πόσο και ποιοι την συναποφάσισαν;) και στο πολύ πιο λογικό επιχείρημα περί της ανάγκης ανανέωσης ενός τεχνολογικά πεπερασμένου κεφαλαιουχικού εξοπλισμού. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η πρόβλεψη για το συγκεκριμένο ποσοστό αύξησης (9,1%) είναι τουλάχιστον υπεραισιόδοξη.
Η δεύτερη έχει να κάνει με τη συνδυασμένη επίδραση στο ρυθμό μεγέθυνσης δύο κρίσιμων παραγόντων, των δημοσίων επενδύσεων και της ιδιωτικής κατανάλωσης. Ας ξεκινήσουμε με μια βασική επισήμανση. Δεν υπάρχει Σχολή Οικονομικής Σκέψης, εκτός φυσικά της ακραία νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης του Friedman, που να μην αναγορεύει ως κύριο προαπαιτούμενο για τη μετάβαση από την κρισιακή φάση του κύκλου σε εκείνη της αναζωογόνησης, την ουσιαστική τόνωση της ενεργού ζήτησης. Το, αξίωμα αυτό της Οικονομικής Θεωρίας γίνεται εξαιρετικά επίκαιρο και καθοριστικής σημασίας, όταν αναφερόμαστε σε χώρα με ήδη ασθενική παραγωγική βάση, αλλά και με μια πρωτοφανή στα μεταπολιτευτικά χρονικά εσωτερική υποτίμηση, η διάρκεια της οποίας έσπασε κάθε ρεκόρ ως προς την παραμονή στην καθοδική φάση των οικονομικών κύκλων.
Είναι προφανές, επομένως, πως η ως άνω ανάγκη δεν μπορεί να ικανοποιηθεί μέσω άσκησης περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής, τα όρια της οποίας, στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι πολύ πιο ασφυκτικά και από του Συμφώνου Σταθερότητας.
Μέρος αυτής της πολιτικής εκφράζεται και μέσω του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων (ΠΔΕ), ο οποίος για το 2017 κινείται στα ίδια μεγέθη με εκείνα του 2016. Η διαφορά -καθόλου ασήμαντη– έγκειται στο γεγονός ότι φέτος θα υπάρχει αρκετά αυξημένη συμμετοχή του εθνικού σκέλους στις συνολικές δαπάνες. Το δεδομένο αυτό, μαζί με τις άλλες πηγές χρηματοδότησης (ΕΣΠΑ, Γιούνκερ), συμβάλει ώστε να διαμορφωθούν όροι υψηλού βαθμού μόχλευσης, καθώς κατευθύνονται σε δράσεις μέσα στην ίδια την πραγματική οικονομία, ενεργοποιώντας ταυτοχρόνως ιδιωτικούς πόρους. Τούτου δοθέντος, φαίνεται πως μια τέτοια εξέλιξη μπορεί πράγματι να λειτουργήσει ως μικρό, έστω, αντίβαρο στο γενικότερο δημοσιονομικό πλαίσιο, που εξ’ αντικειμένου θέτει εμπόδια στην προσδοκώμενη αναπτυξιακή επίδοση. Ένα πλαίσιο, το οποίο είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό υπαγορευμένο από τη Συμφωνία του 2015 και ακυρώνει τις δυνατότητες άσκησης επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής.
Στη βάση αυτής της πραγματικότητας, η τάση ενίσχυσης της ιδιωτικής κατανάλωσης που άρχισε να διαφαίνεται (για διαφόρους λόγους) στο β’ εξάμηνο του 2016 δεν δικαιολογεί τις προσδοκίες διατηρησιμότητάς της στα επίπεδα των προδιαγραφών του προϋπολογισμού. Και τούτο, γιατί το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των μικρών και μεσαίων (κυρίως) στρωμάτων θα επιβαρυνθεί από πρόσθετες φορολογικές και άλλες διαρροές, ενώ την ίδια ώρα θα παραμείνει –με τάση μάλιστα μικρής επιδείνωσης– το αρνητικό ισοζύγιο στη σχέση άμεσων-έμμεσων φόρων (υπέρ των έμμεσων…), με όσα αυτό συνεπάγεται για τα στρώματα αυτά.
Παρενθετικά, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο βαθμός συμμετοχής της ιδιωτικής κατανάλωσης στην τελική διαμόρφωση του ΑΕΠ είναι πολύ υψηλός (ίσως και πάνω από 65% στην περίπτωση της Ελλάδας) και ότι η θεωρητική αυτή προσέγγιση έχει γίνει αποδεκτή από τους συντάκτες του προϋπολογισμού, έχοντας επίσης συνυπολογίσει (ορθώς) και την πολλαπλασιαστική επίπτωση της αναμενόμενης (κατ’ αυτούς) αύξηση.

Ο κίνδυνος της λάθος εκτίμησης

Σε αυτό ακριβώς το σημείο, όμως, ελλοχεύει ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε λάθος εκτιμήσεις και συμπεράσματα.
Συγκεκριμένα, ακόμα και στην περίπτωση που επαληθευτεί η προβλεπόμενη αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης (1,8%), με την προσμέτρηση και των όποιων ευεργετικών αποτελεσμάτων (άμεσων και δευτερογενών) από τις προαναφερθείσες πηγές χρηματοδότησης, είναι πολύ πιθανό να βρεθούμε μπροστά σε ένα σοβαρό πρόβλημα αξιολόγησης του αντίστοιχου πολλαπλασιαστή στο πραγματικό του μέγεθος. Έτσι, μπορεί να καταλήξουμε σε παρόμοιο λάθος με εκείνο που ομολόγησε εκ των υστέρων ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, του ΔΝΤ για τον πολλαπλασιαστή (τους) –με αρνητικό φυσικά πρόσημο– ως προς την αποεπένδυση και το συνολικό υφεσιακό αποτέλεσμα…
Επανερχόμενοι στο δικό μας εθνικό υπόδειγμα, θα μπορούσε κανείς να πει ότι η κατά 1,8% αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης, με παραδοχή της ποσοστιαίας συμμετοχής της (65%) και των λοιπών παραμέτρων, δικαιολογεί την εκτίμηση ότι πλησιάζουμε –υπό προϋποθέσεις– τον προβλεπόμενο ρυθμό μεγέθυνσης (2,7%). Στο αισιόδοξο αυτό σενάριο, έχουμε ως δεδομένη τη συμβολή του πολλαπλασιαστή, ο οποίος θα κινείται μεταξύ του 2 και του 3 (ως δείκτης-συντελεστής), σύμφωνα με την Οικονομική Θεωρία (Keynes, Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος, κεφ. 10 και Samuelson, «Οικονομική», εκδ. Παπαζήση, κεφ. 9).
Παρ’ όλα αυτά, όμως, το λάθος συμπέρασμα μπορεί να προκύψει –και ίσως προκύψει– από την αβλεψία μας, σε σχέση με τον προσανατολισμό της ενεργού ζήτησης. Αν, για παράδειγμα, η τόνωσή της στηρίζεται σε αυξημένη κατανάλωση και εισαγόμενων αγαθών, τότε ένα μέρος (κατ’ αναλογία) του πολλαπλασιαστή χάνεται. Αν πάλι η καταναλωτική προτίμηση στρέφεται σε προϊόντα χωρίς υψηλή εγχώρια προστιθέμενη αξία, τότε θα έχουμε μια μικρή, έστω, περαιτέρω απώλεια ισχύος του πολλαπλασιαστή μας.
Για όλους τους παραπάνω λόγους, και δοθέντος ότι, παράλληλα με τις ως άνω επιστημονικές επεξεργασίες περί της οριακής διάθεσης (ροπής) προς κατανάλωση γύρω στο 80% (σ.σ. πάνω από 90% στις συνθήκες της χώρας μας), συνυπάρχει και η γνώση μας για εξέλιξη διαχρονικά του εμπορικού ισοζυγίου (και του αντίστοιχου προσανατολισμού, επομένως, των καταναλωτικών προτιμήσεων), είναι μάλλον βάσιμος ο ισχυρισμός ότι ο πολλαπλασιαστής μας πρέπει να κινείται στα όρια των τελευταίων διορθωμένων υπολογισμών του ΔΝΤ (μεταξύ 0,9 και 1,7).
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ το 2017 δεν μπορεί να ξεπεράσει το 1,6-1,8%. Προς αποφυγή πιθανών παρεξηγήσεων για την υποεκτίμηση του επίμαχου μεγέθους, αξίζει να στρέψουμε και πάλι την προσοχή μας στα επιστημονικά προτάγματα, τόσο του Κέινς όσο και –κυρίως- του Σάμιουλσον, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η αλληλουχία των συνδέσεων ανάμεσα στην ενεργό ζήτηση, στις επενδυτικές δράσεις, στον όγκο της απασχόλησης, στο ύψος των δημοσίων δαπανών, στην άσκηση της φορολογικής πολιτικής, στο εθνικό εισόδημα κοκ.
Η ανάλυση αυτή δεν υποτιμά σε καμία περίπτωση ούτε τον πυρήνα της ορατής αναπτυξιακής προοπτικής, ούτε –πολύ περισσότερο– τα ενδεχόμενα υπέρβασης των επιστημονικώς ανεκτών μακροοικονομικών στοχεύσεων. Άλλωστε, από τις εισαγωγικές μας παρατηρήσεις, ήταν ευδιάκριτες οι αναγκαίες συνθήκες για θετικές επιδόσεις. Το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης χωρίς σημαντικές παράπλευρες απώλειες, η γρήγορη ένταξη στο πρόγραμμα QE (όσο ακόμα παραμένει ενεργό…), η προσέλκυση νέων ιδιωτικών επενδύσεων, η σωστή αξιοποίηση των υφιστάμενων πηγών χρηματοδότησης, καθώς και η συνακόλουθη ευκαιρία εξόδου στις αγορές μέσα στο 2017, φωτογραφίζουν με σχετική επάρκεια τις πιο βασικές από τις αναγκαίες συνθήκες. Το αν αυτές εξελιχθούν και σε ικανές , μένει να το δούμε στην πορεία…

Δύο παρατηρήσεις

Επειδή, όμως, η πρώτη εισαγωγική επισήμανση είχε αναφορά στην έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης, ας επιτραπεί το κλείσιμο αυτού του σημειώματος να ολοκληρωθεί με δύο παρατηρήσεις.
Η πρώτη συνδέεται με τις προσδοκίες ενίσχυσης των προϋποθέσεων ανάκαμψης της οικονομίας, μέσω της ένταξης της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.
Βασικό ερώτημα: είναι σημαντική και ελπιδοφόρα μια τέτοια εξέλιξη;
Απάντηση: ασφαλώς. Και πολύ σημαντική μάλιστα στις σημερινές συνθήκες.
Ερώτημα δεύτερο: τι ακριβώς εννοούμε με τη χρήση του σχετικού όρου και ποια είναι η πραγματική της συνέπεια;
Απάντηση: με τον κίνδυνο, ίσως, κάποιας υπεραπλούστευσης, σηματοδοτείται η προσπάθεια των κεντρικών τραπεζών να αυξήσουν με έμμεσο τρόπο τα επίπεδα δανεισμού προς ενίσχυση προφανώς της οικονομικής δραστηριότητάς μας, μειώνοντας τα επιτόκια δανεισμού. Η προσδοκία, επομένως, είναι να ευνοηθεί η κατανάλωση και να αποθαρρυνθεί η τάση αποταμίευσης. Όταν, όμως, τα επιτόκια αυτά δεν μπορούν να μειωθούν περαιτέρω (όπως π.χ. στην 2ετία 2015-2016), τότε η μόνη επιλογή των κεντρικών τραπεζών είναι να ρίξουν απευθείας χρήμα στην οικονομία. Αυτό, με μια έννοια, μπορεί να θεωρηθεί ως μια μορφή (εναλλακτική) άσκησης επεκτατικής νομισματικής πολιτικής.
Στην πράξη, δηλαδή, οι κεντρικές τράπεζες αγοράζουν ομόλογα κρατικά από διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και όχι από τις κυβερνήσεις, αφού οι ευρω-ενωσιακές συνθήκες δεν επιτρέπουν στα κράτη-μέλη να εξυπηρετούν-χρηματοδοτούν τα δημόσια χρέη τους τυπώνοντας «νέο χρήμα»… Φαίνεται, επομένως, πως όλη αυτή η διαδικασία συμβάλλει αποφασιστικά στην ενίσχυση της προφοράς χρήματος , κάτι που στη σημερινή οικονομική συγκυρία αναδεικνύεται ως βασικό ζητούμενο. Την ίδια ώρα, όμως, είναι εύλογος ο προβληματισμός σε σχέση με το ακριβές μέγεθος του (αδιαμφισβήτητου) θετικού πρόσημου. Γεννά ερωτηματικά το κατά πόσο η αυξημένη προσφορά χρήματος προς τις τράπεζες θα χρησιμοποιηθεί για την ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας και όχι της κερδοσκοπίας, δοθέντος ότι το σημερινό τραπεζικό περιβάλλον δεν επιτρέπει υπεραισιόδοξες προβλέψεις, σε συνθήκες μάλιστα εξελισσόμενης καπιταλιστικής συσσώρευσης.
Η δεύτερη παρατήρησή μας έρχεται, απλώς, να καταγράψει μια αυτονόητη διαπίστωση, ότι, δηλαδή, αναπτυξιακή στρατηγική, με χαρακτηριστικά βιωσιμότητας, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την χάραξη και υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Ενός σχεδίου που θα αξιοποιεί τα γνωστά συγκριτικά μας πλεονεκτήματα, θα τα κατανέμει σε περιφερειακή βάση, θα μεγιστοποιεί τα οφέλη της κοινωνικής οικονομίας και των νέων συνεταιριστικών δομών, θα διασυνδέει αρμονικά και εξωστρεφώς τον πρωτογενή τομέα με την μεταποίηση, θα προσφέρει κίνητρα για τοπικού ενδιαφέροντος καινοτόμες δράσεις. Θα προγραμματίζει, ακόμα, σε μεσο-μακροπρόθεσμη βάση το εθνικό και κοινωνικό όφελος από τις παραδοσιακές και εναλλακτικές πηγές ενέργειας. Θα απαντήσει πειστικά στις υπερώριμες προκλήσεις του κλάδου των Τηλεπικοινωνιών και της Πληροφορικής, θα τολμήσει σχεδιασμένες δράσεις σε Παιδεία, Υγεία, Πολιτισμό, Έρευνα και τεχνολογικές εφαρμογές, θα ασκεί περιβαλλοντική πολιτική κατ’ απόλυτη προτεραιότητα. Ενώ θα φροντίσει να περάσουν σύντομα σε φάση ολοκλήρωσης οι ήδη δρομολογημένες θεσμικές πρωτοβουλίες για συνταγματική αναθεώρηση, δημόσια διοίκηση, δικαιοσύνη, δημοκρατικά δικαιώματα, του δραστικού περιορισμού της παραοικονομίας.
Για πολλά από τα παραπάνω, είναι γνωστές τόσο οι αντιδράσεις προσβαλλόμενων συμφερόντων (διαπλεκόμενων και μη) όσο και οι τρικλοποδιές από κατεστημένες οικονομικο-πολιτικές ελίτ σε Ελλάδα και Ευρώπη.
Την ίδια ώρα, όμως, αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί, και δεν πρέπει, να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την καλλιέργεια κλίματος διαχειριστικής λογικής και για στάση ατολμίας, τουλάχιστον, απέναντι σε κινήσεις που δεν θέτουν σε δοκιμασία ούτε τις δημοσιονομικές, αλλά ούτε και τις κοινωνικές αντοχές…

Αντώνης Π. Ντρέκος