Η Ελλάδα στο ενιαίο ευρωπαϊκό ενεργειακό περιβάλλον

dei2

Το κείμενο που ακολουθεί είναι τμήμα ευρύτερης μελέτης, που ασχολείται με τα προβλήματα, τις δυνατότητες και τους καταναγκασμούς, που αντιμετωπίζει η χώρα μας στον τομέα της ενέργειας, ιδίως της ηλεκτρικής, στο νέο υπό ενιαιοποίηση ευρωπαϊκό ενεργειακό περιβάλλον.

Του ειδικού συνεργάτη

Δεδομένου ότι γίνονται ριζικές αλλαγές στην ελληνική αγορά, παρουσιάζεται η δυνατότητα στη σημερινή κυβέρνηση και στους οργανισμούς ενέργειας να οργανώσουν τις αλλαγές αυτές με τέτοιο τρόπο, ώστε να αρθούν οι στρεβλώσεις και οι δυσλειτουργίες της προηγούμενης αγοράς προς όφελος της εθνικής οικονομίας και των καταναλωτών. Οι στόχοι στις νέες συνθήκες θα είναι η συγκράτηση των τιμών στα χαμηλότερα δυνατά επίπεδα, η μείωση των εισαγωγών και άνοιγμα των εξαγωγών και κατά πρώτο λόγο η διατήρηση των δημοσίων επιχειρήσεων ΔΕΗ και ΑΔΜΗΕ στις νέες συνθήκες. Ανάλογη προσπάθεια πρέπει να επιχειρηθεί και για τους αντίστοιχους θεσμούς διακίνησης φυσικού αερίου (ΔΕΠΑ), και μεταφοράς φυσικού αερίου (ΔΕΣΦΑ), που όμως βρίσκονται υπό διαδικασία ιδιωτικοποίησης μέσω του περιβόητου ADP και μάλλον θα μεταβιβαστούν σε ιδιώτες κατά μεγάλο ποσοστό. Η τελική έκβαση είναι ακόμη απροσδιόριστη. Επιπλέον στόχοι θα είναι η αποσαφήνιση των λειτουργιών και του τρόπου αξιοποίησης των δημόσιων περιουσιακών στοιχείων της ενέργειας μέσω του δημιουργούμενου Υπερταμείου, που θα αντικαταστήσει το σημερινό ΤΑΙΠΕΔ και η προσπάθεια μεταφοράς του οφέλους στους καταναλωτές και η επαναρρύθμιση με κάλυψη των επιδοτήσεων (fit in premium) της πρόσθετης εγχώριας και αναπτυσσόμενης παραγωγής από ΑΠΕ.

ΔΕΗ: Δεσπόζουσα παρά τη συρρίκνωση

Το μοντέλο αγοράς προσαρμοσμένο στο ευρωπαϊκό πρότυπο Target model, για να προχωρήσει, πλέον ομαλά και στη χώρα μας, πρέπει να αρθούν, αφού μελετηθούν σοβαρά, οι αβεβαιότητες, οι ασάφειες και οι ελλείψεις κατά την τροποποίηση του ισχύοντος μοντέλου αγοράς (mandatory pool). Μια ελλειμματική αλλαγή του μοντέλου αγοράς, με νέες παραμορφώσεις για να αντιμετωπιστεί μόνο το συγκριτικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της ΔΕΗ ή των ιδιωτών παραγωγών, θα αποτύχει ξανά. Το πλεονέκτημα ανήκει στη ΔΕΗ που προφανώς θα συρρικνωθεί, αλλά θα παραμείνει η δεσπόζουσα θέση της στην αγορά, αφού καμία ιδιωτική επιχείρηση ενέργειας δεν θα μπορεί να παράγει ή να προμηθεύει ενέργεια στο προσεχές μέλλον με μερίδιο αγοράς που θα προσεγγίζει το 50%. Η ΔΕΗ ως δεσπόζουσα επιχείρηση απέναντι στους ιδιώτες παραγωγούς θα πρέπει να επανασχεδιαστεί και να λειτουργήσει με νέους όρους, χωρίς όμως να πληγεί ο δημόσιος χαρακτήρας της (μερίδιο δημοσίου 51%). Μείζον επομένως στόχος είναι η διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα της ΔΕΗ, που δέχεται επιθέσεις με στόχο τον διαμελισμό της.
Όποια άλλη αναγκαστική αναδιάρθρωση θα προκύψει στο νέο μοντέλο της ΔΕΗ, λόγω δεσμεύσεων, όπως αυτές θα επιβληθούν είτε με αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το λιγνίτη, είτε με εκβιαστικά και υψηλά πρόστιμα της Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της ΕΕ (D G Comp), που ήδη έχει πραγματοποιήσει ελέγχους στη ΔΕΗ και τον ΑΔΜΗΕ, είτε από τις δεσμεύσεις της Β’ αξιολόγησης μέσω εκποιήσεως μονάδων, θα αποτελούν δευτερεύουσες δυσκολίες, που δεν θα ανατρέψουν την ήδη διαμορφούμενη προοπτική που επέτυχε η χώρα, δύο ανθηρές δημόσιες επιχειρήσεις στο χώρο της ηλεκτρικής ενέργειας, μία στο μονοπωλιακό επίπεδο των δικτύων (ΑΔΜΗΕ) και μία στο ανταγωνιστικό επίπεδο της παραγωγής και προμήθειας ενέργειας (ΔΕΗ). Αν οι προσπάθειες της σημερινής κυβέρνησης, όπως διαφαίνεται, θα στεφθούν με επιτυχία στο χώρο του ηλεκτρισμού, δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο στο χώρο του φυσικού αερίου. Οι δύο υπό δημόσιο έλεγχο επιχειρήσεις φυσικού αερίου, στη διακίνηση, ΔΕΠΑ, και στη μεταφορά, ΔΕΣΦΑ, οδεύουν προς ιδιωτικοποίηση, όπως προβλέπει το σχέδιο του συμφωνηθέντος Asset Development Plan.
Πάντως, δεν νοείται οποιαδήποτε συζήτηση για ομαλή λειτουργία της αγοράς ενέργειας, χωρίς τη διόρθωση της ανεξέλεγκτης χρήσης των μεταβατικών μηχανισμών ρύθμισης της αγοράς, που στο πρόσφατο παρελθόν εμπόδιζαν την ανάπτυξη υγιούς ανταγωνισμού και έχουν επαναφερθεί σε λειτουργία στη σημερινή περίοδο, ευτυχώς με νέους προσεγμένους και ελεγχόμενους όρους από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η επαναφορά τους για τη διασφάλιση του κόστους λειτουργίας των μονάδων παραγωγής κατά τη μεταβατική περίοδο πριν από τις νέες συνθήκες της αγοράς, θα πρέπει να αποκλείει τη καταχρηστική χρήση τους. Πιο συγκεκριμένα ο μηχανισμός ανάκτησης μεταβλητού κόστους, και ο αντίστοιχος για τη διασφάλιση της επάρκειας ισχύος, που στο πρόσφατο παρελθόν σε συνδυασμό με τον αυθαίρετο μηχανισμό υποβολής των προσφορών έγχυσης ενέργειας στο σύστημα συνέθεταν μια προκλητική στρέβλωση της αγοράς προς όφελος των ιδιωτών παραγωγών, στο όνομα του δήθεν «υγιούς ανταγωνισμού», θα πρέπει να αποκλεισθεί στις συνθήκες των νέων αγορών.
Η στρέβλωση αυτή προκαλούσε υπερβολική και αδικαιολόγητη διόγκωση των δαπανών της χονδρικής αγοράς και είχε ως συνέπεια την υπέρμετρη επιβάρυνση των προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας και την αστάθεια στη χονδρεμπορική αγορά. Παράλληλα, η ΔΕΗ (επιχείρηση με δεσπόζουσα θέση στην αγορά) ως προμηθευτής τελευταίου καταφυγίου αντιμετώπισε σημαντικό πρόβλημα ρευστότητας λόγω της κρίσης, αλλά και του αθέμιτου ανταγωνισμού από τους ιδιώτες παραγωγούς, με αποτέλεσμα, παρά και τις δικές της ιδιαίτερες προσπάθειες αντιμετώπισης του σκληρού ανταγωνισμού, να προκληθεί ραγδαία κλιμακούμενη δυσχέρεια στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων της προς τρίτους, και η αγορά να οδηγηθεί σε περιορισμούς της ρευστότητας και υπερχρέωση. Επιβάρυνση των τιμολογίων της με τις λεγόμενες ρυθμιζόμενες τιμές, των δικτύων, των δήμων, της ΕΡΤ, του ΦΠΑ, του ΕΤΜΕΑΡ (επιδότηση ΑΠΕ) κ.α. Καταλυτικό ρόλο σ’ αυτή την εξέλιξη είχε η λογική του «δεν πληρώνω ακόμα κι αν έχω», αλλά και η πανικόβλητη πολιτική των μνημονιακών κυβερνήσεων, που ανέχθηκαν και ευνόησαν ως ένα βαθμό τη διόγκωση των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τη ΔΕΗ, με αποτέλεσμα σήμερα να έχει τραυματιστεί σοβαρά η ρευστότητά της και να διαιωνίζεται η ίδια κατάσταση.

Αναγκαίες προσαρμογές

Για την εναρμόνιση της λειτουργίας της ελληνικής αγοράς με το ενιαίο μοντέλο της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας απαιτούνται σημαντικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις της σημερινής εγχώριας, αφού περιλαμβάνονται νέες διμερείς συμβάσεις μεταξύ παραγωγών και προμηθευτών (ΝΟΜΕ), νέες αγορές, κατανομή της δυναμικότητας ισχύος, εξισορρόπησης της ενέργειας και της συμφόρησης των δικτύων μεταφοράς, ανάπτυξη του διασυνοριακού μοντέλου χρηματιστηριακής αγοράς, που πρέπει να συνδυαστούν με πρόσθετες προσπάθειες ανάπτυξης σε έργα υποδομής (νέες διασυνδέσεις και δίκτυα). Σε αυτές τις νέες συνθήκες η ΔΕΗ οφείλει να προωθήσει βαθιές δομικές αλλαγές και να εναρμονίσει τη λειτουργία της στις νέες έντονα ανταγωνιστικές συνθήκες παραγωγής και διανομής της αγοράς ενέργειας, που μέχρι σήμερα δεν μπόρεσε να πράξει.
Οι προτάσεις που θα προωθούν τη δημιουργία του νέου ενεργειακού συστήματος, θα πρέπει να διασφαλίζουν:
• Την αναδιάρθρωση και τον πλήρη διαχωρισμό των δημόσιων επιχειρήσεων (ΔΕΗ, ΑΔΜΗΕ), τη ρύθμιση της εγχώριας αγοράς ενέργειας σύμφωνα με την ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά, προκειμένου να λειτουργήσει με όρους ισότιμης πρόσβασης όλων των παραγωγών.
• Την ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου της ΡΑΕ, προκειμένου να καταστεί πραγματικά αξιόπιστη ανεξάρτητη διοικητική αρχή και ανεπηρέαστη από κυβερνητικές και επιχειρηματικές επιρροές.
• Την εναρμόνιση του ελληνικού συστήματος στο ευρωπαϊκό μοντέλο (Target Model), προκειμένου από τον Ιούλιο του 2017 η χώρα να δρομολογήσει την ένταξή της στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, να εξαλείψει τις αυθαιρεσίες και τις επιχειρούμενες κάθε φορά στρεβλώσεις, αξιοποιώντας και τις επιλογές της ΕΕ, που θεσμοθετεί αυστηρό συστηματικό έλεγχο και εποπτεία των αγορών, σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο κανόνων λειτουργίας και κωδίκων του target model της ευρωπαϊκής εσωτερικής ενεργειακής αγοράς.
• Την ομαλοποίηση και ορθολογικοποίηση των όρων εισαγωγής των ΑΠΕ στο εθνικό ενεργειακό σύστημα, που ήδη έχει δρομολογηθεί με νέο νόμο.
• Την προστασία των ελλήνων καταναλωτών από τις συνεχείς αυξήσεις τιμολογίων και την ειδική μέριμνα για τις ευάλωτες κοινωνικές κατηγορίες και την αντιμετώπιση της ενεργειακής πενίας, φαινομένου που αναπτύσσεται ραγδαία στη χώρα μας και στην Ευρώπη.
• Την απεμπλοκή των τιμολογίων προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας από την είσπραξη τελών υπέρ τρίτων (δημοτικός φόρος, δημοτικά τέλη, ΕΤΜΕΑΡ, τέλος ΕΡΤ, κα)
• Τις απαραίτητες ριζικές αλλαγές της εγχώριας αγοράς για:
α) Την άρση των στρεβλώσεων στους εφαρμοζόμενους, έστω και προσωρινώς, μηχανισμούς, ευελιξίας και επάρκειας ισχύος (πρώην ΑΔΙ).
β) Την αναπλήρωση του λειτουργικού κόστους των μονάδων παραγωγής (ΜΑΜΚ), προκειμένου όλες οι μονάδες της συμβατικής παραγωγής της ΔΕΗ και των ιδιωτών να καλύπτουν επί ίσοις όροις το κόστος λειτουργίας τους.
γ) Τη δημιουργική λειτουργία του θεσμού των δημοπρασιών τύπου ΝΟΜΕ, που είναι, άλλωστε, προσωρινή και αποτελεί μνημονιακή υποχρέωση.
δ) Την προώθηση και εναρμόνιση της εγχώριας αγοράς στο ενιαίο ευρωπαϊκό μοντέλο αγοράς ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου target model.
ε) Την ανάπτυξη των δικτύων διανομής φυσικού αερίου προκειμένου να έχουν πρόσβαση όλοι οι έλληνες καταναλωτές. Σήμερα η μισή Ελλάδα δεν έχει πρόσβαση στο φυσικό αέριο.

Η προοπτική της σημερινής ΔΕΗ

dei1

Στις νέες αυτές, έντονα ανταγωνιστικές συνθήκες η ΔΕΗ βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια σειρά από «υποχρεώσεις», που προφανώς δυσκολεύουν την προσαρμογή της στο νέο ενεργειακό τοπίο. Εμφανίζει σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας, ως αποτέλεσμα της πολιτικής διαχείρισης και περιορισμού των αποκοπών. Οι πολιτικές που η διοίκηση της ΔΕΗ έχει εφαρμόσει από τις αρχές του 2015 για την αντιμετώπιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών (δόσεις ληξιπρόθεσμων χρεών μαζί με τους τρέχοντες λογαριασμούς) δεν έχουν επιφέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, διότι προκαλούν δυσβάστακτες μηνιαίες δόσεις για τους ευάλωτους καταναλωτές όπως νοικοκυριά και επιχειρήσεις κάθε είδους και μορφής. Απαιτούνται:
● Ολοκληρωμένη και πλήρως διαχωρισμένη από την τρέχουσα τιμολόγηση πολιτική για την αντιμετώπιση των ληξιπρόθεσμων οφειλών, με ανάπτυξη πολλών δόσεων σε βάθος χρόνου, που δεν θα επιβαρύνουν κατά πολύ τις τρέχουσες οφειλές, τακτική που εφάρμοσαν επιτυχώς και οι εφορίες.
● Ριζικά διαφορετική τιμολόγηση των καταναλωτών από τούδε και στο εξής σε μηνιαία βάση (εφαρμόζεται από τους ιδιώτες). Θα πρέπει να μελετηθούν και θα προωθηθούν σχέδια αναζήτησης, εποπτείας, καταγραφής και παρακολούθησης των καταναλωτών από όλες τις υπηρεσιακές μονάδες της ΔΕΗ και του ΔΕΔΔΗΕ ανά την Ελλάδα.
● Νέα μέθοδος προειδοποιητικών, προληπτικών αποκοπών, κλιμακούμενων στις περιπτώσεις υποτροπών, προς παραδειγματισμό των στρατηγικών κακοπληρωτών. Η νέα αυτή πρακτική θα καθιερωθεί και θα εποπτευθεί με τη συμβολή του τεχνικού και διοικητικού προσωπικού του ΔΕΔΔΗΕ, ώστε να εξασφαλισθούν οι εισπράξεις από τις τρέχουσες μηνιαίες οφειλές, που θα μπορούν να καταβληθούν ευκολότερα.
Δημιουργία κοινωνικών επιτροπών σε κάθε κατάστημα της ΔΕΗ, που θα εξετάζει σοβαρά, σε βάθος, με κοινωνικά κριτήρια, τις περιπτώσεις των ευάλωτων ή οικονομικά ανίκανων καταναλωτών, προκειμένου να τους κατατάσσει υπό προϋποθέσεις στα συστήματα δόσεων, στο κοινωνικό ή το δωρεάν τιμολόγιο.
Η ΔΕΗ αριθμεί σήμερα προσωπικό της τάξης των 19.000 ατόμων. Η σύνθεση του προσωπικού της είναι παντελώς ανισόρροπη. Ένα σημαντικό ποσοστό του προσωπικού είναι υπερήλικες που θα έπρεπε να έχουν συνταξιοδοτηθεί. Η αναλογία μεταξύ διοικητικού και τεχνικού προσωπικού δεν παρουσιάζει καμία αντιστοιχία με τις ανάγκες της επιχείρησης. Η σχέση κατώτερου προσωπικού και προϊσταμένων είναι επίσης δυσανάλογη σε σχέση με τις οργανωτικές απαιτήσεις. Τέλος, υπάρχει η ανάγκη ανανέωσης του γερασμένου προσωπικού που υπερβαίνει τους χίλιους, με προσλήψεις νέων τεχνικών και στελεχών. Απαιτείται, επομένως, μια ολοκληρωμένη μελέτη για τη νέα οργάνωση και στελέχωση της ΔΕΗ, που θα μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες και στις σύγχρονες απαιτήσεις, μαζί με την εισαγωγή νέων τεχνολογιών, ώστε να την διευκολύνουν στη νέα εποχή του έντονου ανταγωνισμού.

Επενδυτική πολιτική και διαπραγματευτική τακτική

Η ΔΕΗ ανέλαβε αναγκαστικά την προώθηση λανθασμένων επιλογών του παρελθόντος. Για παράδειγμα, οι προηγούμενες κυβερνήσεις προχώρησαν στην επιλογή κατασκευής νέας μονάδας στην Πτολεμαΐδα (Πτολεμαΐδα V) και την ίδια περίοδο συναίνεσαν στην εξαίρεση της ΔΕΗ από την εκχώρηση δικαιώματος για δωρεάν ρύπους από το ETS που αποφάσισε η ΕΕ.
Οι επενδυτικές προσπάθειες περιορίστηκαν, και λόγω της κρίσης, κυρίως μόνο σε επιλογές λιγνιτικών μονάδων (Μελίτη ΙΙ με κινεζική σύμπραξη, αν ευωδοθεί), διότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα υπανάπτυξης και απασχόλησης στη Δυτική Μακεδονία, ενώ ήταν δεδομένη η τροποποίηση του μείγματος καυσίμου με αύξηση των ΑΠΕ και της χρήσης φυσικού αερίου. Η θυγατρική της ΔΕΗ, «ΔΕΗ Ανανεώσιμες», παρέμεινε στάσιμη στο επίπεδο του ασήμαντου μεριδίου του 3 % στις ΑΠΕ, όταν την ίδια περίοδο οι ιδιώτες εκτίναξαν την υπό σχεδιασμό παραγωγή τους σε ανανεώσιμα σε δυσθεώρητα ύψη.
Οι διαμαρτυρίες της ΔΕΗ για τη χονδρεμπορική αγορά (πρώην διοικητές της ΔΕΗ την είχαν χαρακτηρίσει αγορά μαϊμού), οι δικές της σημερινές αδιαφανείς πρακτικές στη συμμετοχή της στην κοινοπραξία της χονδρεμπορικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και η προσπάθειά της να αντιμετωπίσει τον προκλητικό και αθέμιτο ανταγωνισμό των ιδιωτών παραγωγών (οι οποίοι καλύπτονταν μέχρι πρότινος με την ανοχή των προηγούμενων κυβερνήσεων και της ΡΑΕ) την ενέπλεξαν στο στόχαστρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού (από το 2010 για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης) με τη συμβολή και των εγχώριων «κουκουλοφόρων» ενεργειακών καταδοτών. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή της σε βάρος της απόφασης της Επιτροπής που την κατηγόρησε για κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά, με αποτέλεσμα στη σημερινή διαπραγμάτευση να εκβιάζεται και να απειλείται με βαρύ πρόστιμο από την Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Μετά την πρόσφατη καθιέρωση των δημοπρασιών τύπου ΝΟΜΕ, η σημερινή διοίκηση της ΔΕΗ προχώρησε σε αγωγή σε βάρος της ΡΑΕ και κατήγγειλε τις δημοπρασίες ΝΟΜΕ δημοσίως ως καταστροφικές, με αποτέλεσμα στη σημερινή διαπραγμάτευση να απειλείται με πώληση μονάδων (αφού οι δημοπρασίες ΝΟΜΕ δεν είναι αποδεκτές από την ίδια) και επομένως δυσκολεύονται οι διαπραγματεύσεις της αξιολόγησης. Τροφοδοτούσε «από τα μέσα» τον κίνδυνο κατάρρευσής της, γεγονός που διέγειρε τις επιφυλάξεις των τραπεζών σε βάρος της πιστοληπτικής ικανότητάς της, που προκάλεσε τις πρόσφατες δυσκολίες στη σύναψη δανείου.
Τέλος, μεταξύ της διοίκησης της ΔΕΗ και του εκάστοτε υπουργού Ενέργειας προκαλούνται συχνές διαφωνίες, που παίρνουν δημόσια έκταση και δημιουργούν αρνητικές εντυπώσεις, αλλά και προβλήματα στις διαπραγματεύσεις. Στην τελευταία φάση της διαπραγμάτευσης για την αξιολόγηση, ΔΕΗ και υπουργείο Ενέργειας, κατέθεσαν διαφορετικές προτάσεις για τη μείωση του ποσοστού προμήθειας στο 50% και τελικά καμία δεν έγινε δεκτή από τους δανειστές. Οι εκ των υστέρων προσπάθειες εξισορρόπησης μέσω δημόσιων παρεμβάσεων του διευθύνοντος συμβούλου της ΔΕΗ, Μ. Παναγιωτάκη, για όλα αυτά που συμβαίνουν, δεν ευδοκιμούσαν, αντιθέτως έριχναν «λάδι στη φωτιά». Ο διευθύνων σύμβουλος της ΔΕΗ διατείνεται σε κάθε δήλωσή του ότι έχει την εμπιστοσύνη του πρωθυπουργού.
Στις σημερινές συνθήκες, όλα τα ζητήματα που αφορούν στην ενεργειακή υποδομή της χώρας, στην παραγωγή και διανομή ηλεκτρικής ενέργειας, στην επάρκεια του εφοδιασμού ενέργειας, στο μείγμα καυσίμου, στο κόστος παραγωγής και στην εναρμόνιση του εγχώριου ενεργειακού συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου στην αναδυόμενη ευρωπαϊκή αγορά, απαιτούν μια σε βάθος συζήτηση, που θα ξεκαθαρίσει το τοπίο, θα αντισταθεί στους δογματισμούς, στις συντηρητικές εμμονές και στις καθυστερήσεις και θα ανοίξει νέους δρόμους μιας ελπιδοφόρου προσπάθειας αφού, και η χώρα μας διαθέτει ενεργειακούς πόρους (ήλιο, αέρα και νερά) που διευκολύνουν την προσαρμογή της στις σύγχρονες διεθνείς και ευρωπαϊκές ενεργειακές συνθήκες και μπορεί να ρυθμίσει το ενεργειακό της σύστημα.