Η ελληνική κοινωνία μεταξύ αλληλεγγύης και ξενοφοβίας

tzela

Ανησυχητικά είναι τα αποτελέσματα της έρευνας «Τι πιστεύουν οι Έλληνες το 2017», που διενεργήθηκε από τον οργανισμό «ΔιαΝΕΟσις» (Δεκέμβριος 2016), όσον αφορά το σκέλος του μεταναστευτικού, καθώς οι απαντήσεις σε αρκετές περιπτώσεις ενέχουν ξενοφοβικό αίσθημα.
Πιο συγκεκριμένα, το 46,4% θεωρεί ότι η έννοια «μουσουλμάνος» αντιπροσωπεύει κάτι «κακό», όπως και η έννοια του μετανάστη, σε ποσοστό 49%. Όσον αφορά τους πρόσφυγες, αντίθετα, το 49,3% θεωρεί πως αντιπροσωπεύουν κάτι «καλό», και το 39,9% κάτι «κακό».
Η ξενοφοβία της ελληνικής κοινωνίας ξεδιπλώνεται πιο εύγλωττα στις επόμενες απαντήσεις, όπου το 88,3% πιστεύει ότι ο αριθμός των μεταναστών στη χώρα είναι υπερβολικά μεγάλος, το 64,4% ότι οι μετανάστες αυξάνουν την εγκληματικότητα και την ανεργία, σε ποσοστό 58%. Ταυτόχρονα, διαφωνούν με τη θετική συμβολή των μεταναστών στην οικονομία (63,6%), στον πολιτισμό (64,7%), ή στο δημογραφικό πρόβλημα (72,5%).
Αξίζει να σημειωθεί ότι στις αντίστοιχες ερωτήσεις στις έρευνες του Απριλίου και Νοεμβρίου του 2015, οι αρνητικά διακείμενες προς τους μετανάστες απαντήσεις, παρουσίαζαν ακόμα υψηλότερα ποσοστά. Αυτό βέβαια, δεν σημαίνει πως αποτυπώνεται στις απαντήσεις ένα κύμα αλληλεγγύης προς τους συνανθρώπους μας από άλλες χώρες, αλλά δεν μπορούμε και να ξεχνάμε ότι είχε αποτυπωθεί πρακτικά, όταν χιλιάδες κόσμος έτρεξε να προσφέρει οποιαδήποτε βοήθεια προς τους πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα.

Αλληλεγγύη και ένταξη υπό όρους

Αυτή η αλληλεγγύη, όμως, μπορεί να ήταν τελικά περισσότερο μια μορφή προσωρινής φιλανθρωπίας, όσο η Ελλάδα παρέμενε χώρα διέλευσης και όχι προορισμού. Όπως φαίνεται στην έκθεση, το 38,3% πιστεύει πως οι παράτυπα εισερχόμενοι στη χώρα μας πρέπει να προωθηθούν προς τις χώρες που επιθυμούν, το 20% και το 19,7% να απελαθούν άμεσα στη χώρα τους και να παραμείνουν σε κέντρα κράτησης μέχρι την απέλασή τους αντίστοιχα, και μόνο το 17,5% είναι θετικό προς τη σταδιακή και υπό προϋποθέσεις ενσωμάτωσή τους. Η, δε, πρόταση για πλήρη ενσωμάτωση βρίσκει θετική ανταπόκριση μόλις στο 2,2% των ερωτηθέντων.
Τα παιδιά, ευτυχώς, των «νόμιμων» μεταναστών απολαμβάνουν μεγαλύτερης αποδοχής από την ελληνική κοινωνία, με το 66,5% να συμφωνεί στην απόδοση ελληνικής υπηκοότητας (ιθαγένειας). Άλλωστε, το 48,3% πιστεύει ότι «Έλληνας γίνεσαι», και όχι ότι γεννιέσαι, που συνεχίζει παρόλα αυτά να συγκεντρώνει ελάχιστα πιο μικρό ποσοστό (47,2%). Η αντίληψη των ερωτηθέντων για το ελληνικό έθνος φαίνεται να διαμορφώνεται περισσότερο από πολιτισμικά χαρακτηριστικά και όχι τόσο από την καταγωγή, θεωρώντας Έλληνα κυρίως όποιον υιοθετεί τα ελληνικά ήθη και έθιμα (54,2%), και δευτερευόντως όποιον έχει γεννηθεί από έλληνες γονείς (36,1%).
«Αυτό που προκύπτει από τα δημοσιεύματα του 2016 είναι ότι όντως υπάρχει μια σχετική μεταστροφή του κύματος αλληλεγγύης του 2015. Εκτυλίσσονται περισσότερα ξενοφοβικά περιστατικά και σε βάρος παλαιότερων μεταναστών, αλλά και σε βάρος του νεοεισερχόμενου πληθυσμού μετά τη συμφωνία του Μαρτίου ΕΕ-Τουρκίας. Το ερώτημα είναι κατά πόσο αυτά τα ξενοφοβικά και ρατσιστικά περιστατικά είναι μεμονωμένα ή εδραιωμένα στην ελληνική κοινωνία, αλλά και πώς αντιμετωπίζονται από το επίσημο κράτος», σχολιάζει γενικά για το ζήτημα της ξενοφοβίας η Τίνα Σταυρινάκη, βοηθός συντονίστρια από το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας.

Η ατιμωρησία αυξάνει την ξενοφοβία

Απάντηση στο ερώτημα αναμένεται να δοθεί από την έκθεση του Δικτύου για το ρατσισμό για το έτος που μας πέρασε, που θα δημοσιευθεί στις αρχές Απρίλη. Βασικός, πάντως, παράγοντας στην αύξηση της ξενοφοβίας είναι διαχρονικά η ατιμωρησία των θυτών από τις αρχές. «Αυτό που βλέπουμε από τα δημοσιευμένα περιστατικά, είναι η αμηχανία των αστυνομικών αρχών μπροστά στα φαινόμενα ξενοφοβίας. Ενώ η αστυνομία εξαγγέλλει πως έχει ένα συγκεκριμένο σχέδιο αντιμετώπισής τους, που δεν το διαψεύδω, τίθεται το ζήτημα κατά πόσο μπορεί το θύμα να καταφύγει στην αστυνομία, τη στιγμή που βρίσκεται σε κατάσταση εγκλωβισμού και άρα αποκλεισμού», υπογραμμίζεται από τη συντονίστρια.
«Και στην περσινή μας έκθεση, πάντως, φαινόταν ότι παρά το τεράστιο κύμα αλληλεγγύης, που είναι αδιαμφισβήτητο, υπήρξαν περιστατικά, που αποδείκνυαν ότι η αλληλεγγύη με την ξενοφοβία συνυπάρχουν στην κοινωνία», καταλήγει η Τίνα Σταυρινάκη.
Η συνύπαρξη των δύο τάσεων συνεχίζει να αποτυπώνεται καθημερινά από διάφορα περιστατικά που έρχονται στο φως της δημοσιεύματος. Ένα από τα τελευταία παραδείγματα ξενοφοβίας αποτελεί το περιστατικό άρνησης επιβίβασης προσφύγων από το προσωπικό πλοίου στον Πειραιά. Την περασμένη Παρασκευή, σύμφωνα με μαρτυρία του συνοδού, ένα ζευγάρι προσφύγων είχε έρθει αυθημερόν από το Καρά Τεπέ της Λέσβου στην Αθήνα για την εξέταση ασύλου τους. Ενώ περίμενε το πλοίο της επιστροφής στον Πειραιά, η γυναίκα λιποθύμησε από την κούραση και το ψυχολογικό βάρος μετά τη συνέντευξη. Όταν είδαν αυτό το περιστατικό άνθρωποι από το πλοίο που μόλις είχε φθάσει, αντί να την βοηθήσουν και να φροντίσουν να έχει όσο το δυνατόν πιο άνετο ταξίδι, αρνήθηκαν στο ζευγάρι την επιβίβασή του με άσχημο τρόπο, πιστεύοντας πως πάσχει από κάποια μεταδοτική ασθένεια. Παρά τις διαβεβαιώσεις του συνοδού, και την επίδειξη των υγειονομικών και άλλων νομιμοποιητικών εγγράφων, όπως και των εισιτηρίων του ζευγαριού, ο πλοίαρχος επέμεινε στην απόφασή του, «ανακρίνοντας» τους ίδιους και τον συνοδό. Στάση που υποστηρίχθηκε και από λιμενικό υπάλληλο που είχε προσεγγίσει το χώρο του περιστατικού την ίδια ώρα.

Προσπάθειες για αυτάρκεια

«Αν υπήρχε σωστή ενημέρωση, η κοινωνία θα δεχόταν πιο εύκολα τους πρόσφυγες. Δεν είναι τυχαίο που μεγαλύτερη ξενοφοβία εμφανίζεται σε κοινωνίες που δεν έχουν πρόσφυγες, σε σχέση με αυτές που τους φιλοξενούν. Όταν γνωρίζεις αυτές τις οικογένειες, οποιοσδήποτε καταλαβαίνει ότι δεν έχει τίποτα να φοβηθεί. Προβάλλονται, όμως, μόνο οι αρνητικές ειδήσεις, οι θετικές προσπάθειες δεν δημοσιεύονται ποτέ», σημειώνει στην «Εποχή» εθελοντής στο προσφυγικό για το ζήτημα της ξενοφοβίας.
Ένα τέτοιο θετικό παράδειγμα, που δεν έχει προβληθεί από τα ΜΜΕ, είναι οι προσπάθειες που γίνονται με στόχο την αυτάρκεια των προσφύγων, όπως στον καταυλισμό της Ριτσώνας, όπου έχουν φτιαχτεί μποστάνια και περιβόλια με λαχανικά από τους ίδιους τους πρόσφυγες προς ίδια κατανάλωση. Ταυτόχρονα, το επόμενο διάστημα πρόκειται να τοποθετηθούν στο χώρο κοντέινερ με κουζίνες, ώστε, και με το επίδομα σίτισης που θα λαμβάνουν, να μπορούν να μαγειρεύουν μόνοι τους για τις οικογένειές τους, ελέγχοντας την ποιότητα και τον τύπο φαγητού που θέλουν, αποκτώντας και πάλι την αυτονομία τους και βοηθώντας στην ένταξή τους στην κοινωνία, αφού θα κινούνται στην αγορά, θα γνωρίζουν κόσμο, θα συμβάλλουν στην οικονομία, όπως κάθε μέλος της κοινωνίας.
Αντίστοιχα, στο κέντρο φιλοξενίας στα Οινόφυτα μετά από πρωτοβουλία και πόρους εθελοντών και ΜΚΟ έχουν τοποθετηθεί ραπτομηχανές για την απασχόληση των διαμενόντων, όπου ήδη φτιάχνουν δερμάτινες τσάντες προς πώληση. Το πρότζεκτ υποστηρίζεται και από το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής, που οφείλει να προωθήσει τέτοια εγχειρήματα και στις υπόλοιπες δομές φιλοξενίας, όπως για παράδειγμα στον πρότυπο καταυλισμό που φτιάχνεται στη Θήβα και όπου θα ξεκινήσουν βιοτεχνικές δραστηριότητες.
«Ψάχνουμε συνέχεια τρόπους, ώστε οι άνθρωποι να επανακτήσουν την αυτονομία τους, να απασχοληθούν με κάτι και να μην βρίσκονται μόνο σε μια βασανιστική αναμονή για το μέλλον τους. Βγάζουμε ΑΜΚΑ και ΑΦΜ σε όσους έχουν μπει στη διαδικασία ασύλου, που έχουν αυτό το δικαίωμα, υλοποιούμε εκπαιδευτικά προγράμματα βάσει των δυνατοτήτων τους, ώστε να τις αξιοποιήσουν και να τις επεκτείνουν», περιγράφει ο εθελοντής.
Τονίζει, δε, πως το μεγαλύτερο ζητούμενο στο προσφυγικό είναι να ξεπεράσουμε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης και να αρχίσει να κινείται η διαδικασία της ένταξης στην κοινωνία. Σημαντικός παράγοντας σε αυτό, σύμφωνα με τον ίδιο, θα μπορούσε να είναι το πρόγραμμα με την ενοικίαση διαμερισμάτων, που προς το παρόν λειτουργεί σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Λιβαδειά, με επέκτασή του και σε μικρότερους δήμους, γεγονός που θα ωφελούσε την κοινωνία, αφού σπίτια που έχουν ερημώσει από την οικονομική κρίση, θα ενοικιάζονταν και θα έδιναν εισόδημα στον ιδιοκτήτη.
«Πρέπει να καταλάβουμε ότι η ένταξη των προσφύγων θα ωφελήσει σε μεγάλο βαθμό την ελληνική κοινωνία, και η αγορά θα κινηθεί και θα σταματήσουν οι λίγες παραβατικές συμπεριφορές που εκδηλώνονται λόγω ανασφάλειας», καταλήγει ο εθελοντής.

Τζέλα Αλιπράντη