Η έννοια και τα όρια της οικολογικής οικονομίας

 

Οι σχέσεις οικονομίας και περιβάλλοντος, και, για την ακρίβεια, η εισδοχή τού περιβαλλοντικού ζητήματος στην οικονομία και πιο συγκεκριμένα στη διαδικασία ανάπτυξης – μεγέθυνσης, άρχισαν να εμφανίζονται τη δεκαετία του ’60 και ’70 . Οι σχέσεις αυτές ακολούθησαν δύο διαφορετικές προσεγγίσεις: Η μία, η οικολογική οικονομία ή πράσινη οικονομία (υπό ευρεία όμως έννοια), με διάφορες αποχρώσεις και τάσεις, προσεγγίζει τα οικοσυστήματα, τη βιόσφαιρα μέσα από τις ιδιαιτερότητές τους, αλλά και δίνει έμφαση στις διαδράσεις ανάμεσα στην οικονομία και τη βιόσφαιρα από την οποία εξαρτάται και η οικονομία. Η άλλη, επεξέτεινε τις παραδοχές και αναλύσεις τής τυπικής (ορθολογικής) οικονομίας (économie standard) στο περιβάλλον και ειδικότερα στους φυσικούς πόρους. Η τελευταία στηρίζεται στις έννοιες και τα εργαλεία της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας και αποτελεί την κυρίαρχη οικονομική θεωρία μελέτης και ανάλυσης των σχέσεων οικονομίας και περιβάλλοντος /φυσικών πόρων (Α. Βλάχου, 2001).

 

Του Τά­κη Νι­κο­λό­που­λου*

Η οι­κο­λο­γι­κή οι­κο­νο­μία εμ­φα­νί­σθη­κε ως γνω­στόν τη δε­κα­ε­τία του ’60 στις Η­ΠΑ και αρ­γό­τε­ρα (δε­κα­ε­τία του ’70) στην Ευ­ρώ­πη. Ο N. Geοrgescu Roegen, o R. Passet >, o Κ. Boulding και o H. Daly, με­τέ­φε­ραν το βιο­λο­γι­κό με­τα­βο­λι­σμό στην οι­κο­νο­μι­κή α­νά­πτυ­ξη θεω­ρώ­ντας την τε­λευ­ταία ως συ­νέ­χεια, σε άλ­λο ε­πί­πε­δο, της βιο­λο­γι­κής ε­ξέ­λι­ξης. Έτσι, λοι­πόν, α­να­δει­κνύο­ντας τις βιο­φυ­σι­κές δια­στά­σεις της οι­κο­νο­μίας, ως υ­πο­σύ­στη­μα δη­λα­δή της βιό­σφαι­ρας ει­σή­γα­γαν (κυ­ρίως ο αι­ρε­τι­κός οι­κο­νο­μο­λό­γος N. Georgescu- Roegen) την έν­νοια της βιο-οι­κο­νο­μίας ε­ντάσ­σο­ντας τη φύ­ση (αλ­λά και την οι­κο­λο­γία) στην οι­κο­νο­μι­κή α­νά­λυ­ση και λο­γι­κή. Μια α­νά­λυ­ση, ό­μως, και λο­γι­κή πέ­ρα α­πό την α­πλή ερ­γα­λεια­κή πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κή της τυ­πι­κής (ορ­θο­λο­γι­κής) οι­κο­νο­μίας (οι­κο-φό­ρους, ε­μπο­ρία ρύ­πων κ.λπ., που βα­σί­ζο­νται στις αρ­νη­τι­κές ε­ξω­τε­ρι­κό­τη­τες και στην αρ­χή «ο ρυ­παί­νων πλη­ρώ­νει»), η ο­ποία θεω­ρεί την οι­κο­νο­μία ως έ­να αυ­το­α­να­φο­ρι­κό, κλει­στό και α­πο­μο­νω­μέ­νο σύ­στη­μα α­νταλ­λα­γών, που δεν ε­πη­ρεά­ζε­ται α­πό τους βιο­φυ­σι­κούς πα­ρά­γο­ντες και συ­νε­πώς δεν θέ­τει θέ­μα ού­τε ρύ­παν­σης ού­τε υ­πε­ρεκ­με­τάλ­λευ­σης των πό­ρων. Με άλ­λα λό­για, για την τυ­πι­κή οι­κο­νο­μία οι ροές πα­ρα­γω­γής και κα­τα­νά­λω­σης θεω­ρού­νται ως κυ­κλι­κά χρη­μα­τι­κά φαι­νό­με­να α­πε­ριό­ρι­στα, με το παι­χνί­δι των τι­μών να υ­πο­τί­θε­ται ό­τι ε­ξα­σφα­λί­ζει την ι­σορ­ρο­πία αυ­τό­μα­τα και συ­νε­χώς . Αντί­θε­τα, για την οι­κο­λο­γι­κή οι­κο­νο­μία λαμ­βά­νο­νται υ­πό­ψη οι ροές υ­λι­κών και ε­νέρ­γειας, που εί­ναι α­να­γκαίες στην πα­ρα­γω­γή α­γα­θών και υ­πη­ρε­σιών και οι ο­ποίες δεν κυ­κλο­φο­ρούν ε­ντός του οι­κο­νο­μι­κού συ­στή­μα­τος αλ­λά το δια­περ­νούν. Οι ροές ε­νέρ­γειας και ύ­λης με­τα­φέ­ρο­νται στη λει­τουρ­γία των οι­κο­συ­στη­μά­των με βά­ση τη μη α­να­στρε­ψι­μό­τη­τα και το δεύ­τε­ρο θερ­μο­δυ­να­μι­κό α­ξίω­μα – ε­ντρο­πία της φυ­σι­κής.
Η οι­κο­λο­γι­κή οι­κο­νο­μία με­λε­τά αλ­λη­λε­ξαρ­τη­σια­κά και α­πό κοι­νού, συ­νε­ξε­λι­ξια­κά, τα αν­θρώ­πι­να ό­ντα και τα φυ­σι­κά συ­στή­μα­τα. Τα οι­κο­λο­γι­κά συ­στή­μα­τα και τα κοι­νω­νι­κο-οι­κο­νο­μι­κά ε­ξε­λίσ­σο­νται σε αλ­λη­λο­διά­δρα­ση. Με άλ­λα λό­για, η οι­κο­λο­γι­κή οι­κο­νο­μία εγ­γρά­φει την οι­κο­νο­μία στο πλαί­σιο των κοι­νω­νι­κών ρυθ­μί­σεων, αλ­λά και τις κοι­νω­νίες στο πλαί­σιο των ρυθ­μί­σεων της βιό­σφαι­ρας. Τού­το, σε α­ντί­θε­ση με την κυ­ρίαρ­χη προ­σέγ­γι­ση, που δεν εν­σω­μα­τώ­νει στις α­να­λύ­σεις της τα οι­κο­λο­γι­κά ό­ρια σε μια νέα (οι­κο­λο­γι­κή) ορ­θο­λο­γι­κό­τη­τα (B. Perret, 2011) και η ο­ποία α­πο­σκο­πεί να ε­ντά­ξει τα πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κά α­γα­θά και τις πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κές υ­πη­ρε­σίες στην οι­κο­νο­μι­κή λο­γι­κή της οι­κο­νο­μίας της α­γο­ράς.

Για την οι­κο­λο­γι­κή οι­κο­νο­μία τα οι­κο­νο­μι­κά ερ­γα­λεία για την α­νά­λυ­ση και τη λύ­ση των πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κών προ­βλη­μά­των συ­νι­στούν έ­να υ­πο­σύ­στη­μα (οι­κο­νο­μία) ε­νός γε­νι­κό­τε­ρου συ­στή­μα­τος α­πό αλ­λη­λε­πι­δρώ­ντα στοι­χεία.

Τα οι­κο­νο­μι­κά ερ­γα­λεία

Τα νέα ε­πι­στη­μο­λο­γι­κά ερ­γα­λεία της διε­πι­στη­μο­νι­κό­τη­τας και της συ­στη­μι­κής προ­σέγ­γι­σης, της πο­λυ­πλο­κό­τη­τας της φύ­σης και των οι­κο­συ­στη­μά­των της, κα­θώς και της ε­πι­στη­μο­νι­κής α­βε­βαιό­τη­τας που τα διέ­πει (δυ­σκο­λεύο­ντας την ε­κτί­μη­ση και μέ­τρη­ση των πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κών προ­σβο­λών), μα­ζί με την δυ­σκο­λία να προσ­δο­θεί μια α­ντι­κει­με­νι­κή τι­μή στο πε­ρι­βάλ­λον, δεν μπο­ρούν να χω­ρέ­σουν στο θε­σμι­κό ερ­γα­λεια­κό πλαί­σιο της οι­κο­νο­μίας της α­γο­ράς και στην τυ­πι­κή οι­κο­νο­μι­κή α­νά­λυ­ση των πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κών προ­βλη­μά­των. Κα­τά συ­νέ­πεια, τα οι­κο­νο­μι­κά ερ­γα­λεία της νε­ο­κλα­σι­κής οι­κο­νο­μίας δεν πρέ­πει να υ­πε­ρε­κτι­μώ­νται ως προς την υ­πο­τι­θέ­με­νη ου­δε­τε­ρό­τη­τά τους και τη σχε­τι­κή θε­τι­κή ε­πί­δρα­ση που μπο­ρούν να έ­χουν στα σο­βα­ρά και πα­γκό­σμια οι­κο­λο­γι­κά προ­βλή­μα­τα (A. Bernier, 2012). Εν τέ­λει, ση­μα­σία έ­χει η πο­λι­τι­κή ε­πι­λο­γή στην ο­ποία ε­ντάσ­σο­νται (ό­πως και τα α­ντί­στοι­χα οι­κο­λο­γι­κά, βλ. πα­ρα­κά­τω). Με άλ­λα λό­για, πρέ­πει να λαμ­βά­νο­νται α­πο­στά­σεις α­πό τα αν­θρω­πο­κε­ντρι­κά (διό­τι εν­δια­φέ­ρο­νται για το τι πα­ρέ­χουν ως ω­φέ­λεια στον άν­θρω­πο) οι­κο­νο­μι­κά ερ­γα­λεία μέ­τρη­σης και υ­πο­λο­γι­σμού (σχέ­ση κό­στους -ο­φέ­λους, α­ρι­στο­ποίη­ση, α­ντα­γω­νι­σμός κ.ά.) και να προ­κρί­νε­ται α­ντι­θέ­τως, ό­πως προ­α­να­φέρ­θη­κε, η με­λέ­τη των δια­δρά­σεων α­νά­με­σα στην οι­κο­νο­μία και το υ­πό­λοι­πο της κοι­νω­νίας και της βιό­σφαι­ρας.

Οι πρα­κτι­κές της οι­κο­λο­γι­κής οι­κο­νο­μίας

Θα πρέ­πει να το­νι­σθεί, εν τού­τοις, πως, πα­ρά με­ρι­κά κοι­νά ση­μεία, η οι­κο­λο­γι­κή οι­κο­νο­μία δεν εί­ναι ο­μοιο­γε­νής και στους κόλ­πους της ε­νυ­πάρ­χουν ρεύ­μα­τα και τά­σεις που φλερ­τά­ρουν και με την τυ­πι­κή οι­κο­νο­μία ή έ­χουν μια αμ­φι­λε­γό­με­νη θέ­ση α­πέ­να­ντι σ’ αυ­τήν. Το πιο ρι­ζο­σπα­στι­κό και ε­τε­ρό­δο­ξο ρεύ­μα με ευ­ρεία α­πο­δο­χή στην Ευ­ρώ­πη (αυ­τό του οι­κο­λο­γι­κού ρι­ζο­σπα­στι­σμού) αμ­φι­σβη­τεί ο­λο­κλη­ρω­τι­κά το ι­σχύον μο­ντέ­λο α­νά­πτυ­ξης/με­γέ­θυν­σης (και α­να­γκών), δί­νει έμ­φα­ση στην κοι­νω­νι­κή δι­καιο­σύ­νη και στην εγ­γε­νή α­ξία της φύ­σης και α­ντι­πα­ρα­τί­θε­ται στους με­ταρ­ρυθ­μι­στές (α­να­θεω­ρη­τές της πρά­σι­νης α­νά­πτυ­ξης). Αλλά, ό­πως φαί­νε­ται, το οι­κο-ρι­ζο­σπα­στι­κό ρεύ­μα γνω­ρί­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρες ε­σω­τε­ρι­κές τά­σεις με την α­πο­με­γέ­θυν­ση και τη λι­τή πα­ρα­γω­γή (και κα­τα­νά­λω­ση) κυ­ρίως να βρί­σκο­νται στο ε­πί­κε­ντρο των δια­φο­ρο­ποιή­σεων στο ε­σω­τε­ρι­κό του.
Πά­ντως, η οι­κο­λο­γι­κή οι­κο­νο­μία α­να­γνω­ρί­ζε­ται και εκ­φρά­ζε­ται μέ­σω τριών πρα­κτι­κών σε μι­κρή μέ­χρι σή­με­ρα ε­φαρ­μο­γή και κλί­μα­κα και με ο­ρια­κά ή μη ο­ρα­τά α­κό­μα α­πο­τε­λέ­σμα­τα:

Η πρα­κτι­κή της συλ­λο­γι­κής α­πο­δο­τι­κό­τη­τας

Πρώ­τον, μέ­σω των ή­δη γνω­στών οι­κο-α­πο­δο­τι­κώ­ν/οι­κο-α­πο­τε­λε­σμα­τι­κών (ecoefficiency) πρα­κτι­κών και μέ­τρων. Κα­τά τον L. Brown, μια τέ­τοια προ­σέγ­γι­ση θα α­παι­τού­σε, πέ­ρα α­πό την α­να­κύ­κλω­ση (κυ­κλι­κή οι­κο­νο­μία, βλ. α­μέ­σως πα­ρα­κά­τω), έρ­γα για οι­κο­νο­μία στην ε­νέρ­γεια, υ­πο­δο­μές σε νέ­ους τρό­πους με­τα­φο­ράς και (μα­ζι­κής) με­τα­κί­νη­σης και χρή­ση πο­δη­λά­του, οι­κο­λο­γι­κές οι­κο­δο­μές και θερ­μι­κή α­να­βάθ­μι­ση των κτι­ρίων, ε­κτα­τι­κές (και ό­χι ε­ντα­τι­κές με χρή­ση χη­μι­κών λι­πα­σμά­των) καλ­λιέρ­γειες, α­πο­δέ­σμευ­ση α­πό την οι­κο­νο­μία των ο­ρυ­κτών καυ­σί­μων, ώ­στε να μειω­θεί η ε­νερ­γεια­κή έ­ντα­ση του Α­ΕΠ. Εδώ εγ­γρά­φε­ται και η στα­δια­κή ε­ξά­λει­ψη της χρή­σης των υ­δρο­γο­να­θρά­κων α­πό τα προϊό­ντα κα­τα­νά­λω­σης και η αμ­φι­σβη­τού­με­νη (και ή­δη ε­γκα­τα­λη­φθεί­σα, του­λά­χι­στον ως πρώ­τη γε­νιά ε­νερ­γεια­κής ε­φαρ­μο­γής ) α­ντι­κα­τά­στα­σή τους α­πό α­γρο­τι­κά προϊό­ντα (π.χ. βιο­καύ­σι­μα).

Η κυ­κλι­κή οι­κο­νο­μία

Ει­δι­κό­τε­ρα, δεύ­τε­ρον, μέ­σω της κυ­κλι­κής οι­κο­νο­μίας (economie circulaire) κυ­ρίως μέ­σω της κλα­σι­κής α­ξιο­ποίη­σης των α­πο­βλή­των αλ­λά ό­χι μό­νο. Πράγ­μα­τι, σε α­ντί­θε­ση με τη «γραμ­μι­κή» οι­κο­νο­μία, η ο­ποία συ­νί­στα­ται στην α­πό­λη­ψη φυ­σι­κών πό­ρων, πα­ρα­σκευή προϊό­ντων και δη­μιουρ­γία και διά­θε­ση α­πο­βλή­των, δη­λα­δή μια δια­δι­κα­σία χω­ρίς «ε­πι­στρο­φή», η κυ­κλι­κή οι­κο­νο­μία μι­μεί­ται τους φυ­σι­κούς κύ­κλους με στό­χο την πα­ρα­γω­γή χω­ρίς τη δη­μιουρ­γία α­πο­βλή­των ή με το να χρη­σι­μο­ποιού­νται αυ­τά που δη­μιουρ­γού­νται σε άλ­λη δια­δι­κα­σία πα­ρα­γω­γής. Με την κυ­κλι­κή οι­κο­νο­μία, δη­λα­δή «κλεί­νει ο κύ­κλος» με τη χρή­ση των α­πο­βλή­των ως πό­ρων α­ντί να ο­δη­γού­νται στις χω­μα­τε­ρές ή στην καύ­ση, αλ­λά κυ­ρίως με την πα­ρέμ­βα­ση στην πα­ρα­γω­γή οι­κο-συλ­λαμ­βά­νο­ντας /σχε­διά­ζο­ντας τα προϊό­ντα με την κα­τα­νά­λω­ση ε­λά­χι­στης ε­νέρ­γειας και πρώ­των υ­λών, εί­τε κα­τά την πα­ρα­γω­γή εί­τε κα­θ’ ό­λη τη διάρ­κεια ζωής των. Ο στό­χος εί­ναι να πα­ρά­γο­νται τα ί­δια με λι­γό­τε­ρα (υ­λι­κά και ε­νέρ­γεια), δη­λα­δή λι­γό­τε­ρη υ­λι­κή έ­ντα­ση.
Εί­ναι η οι­κο­νο­μία που ε­πε­κτεί­νε­ται πέ­ρα α­πό την α­πλή α­να­κύ­κλω­ση των α­πο­βλή­των και α­πο­σκο­πεί να πε­ριο­ρί­σει δρα­στι­κά την πα­ρα­γω­γή τους προω­θώ­ντας μια ά­ρι­στη χρή­ση των πό­ρων δια της α­νταλ­λα­γής ροών και υ­λι­κών σε μια λο­γι­κή συ­νερ­γα­σίας σε ε­πί­πε­δο χω­ρο­το­πι­κό κα­τά το πα­ρά­δειγ­μα του λι­μα­νιού του Kalundborg (Δα­νία), ό­που έ­να πυ­κνό δί­κτυο α­νταλ­λα­γών έ­χει στη­θεί με­τα­ξύ των το­πι­κών οι­κο­νο­μι­κών πα­ρα­γό­ντων. Η οι­κο­νο­μία αυ­τή που ο­νο­μά­ζε­ται και βιο­μη­χα­νι­κή (χω­ρο­το­πι­κή) οι­κο­λο­γία ή βιο­μη­χα­νι­κή συμ­βίω­ση, θέ­τει υ­λι­κά και ε­νερ­γεια­κά σε συ­νερ­γα­σία και συ­νέρ­γεια ε­πι­χει­ρή­σεις πε­ρί­που ό­μοιες (ι­δίου κλά­δου). Κι αυ­τό με σκο­πό την α­ρι­στο­ποίη­ση των πό­ρων και την ε­πα­να­χρη­σι­μο­ποίη­ση των α­πο­βλή­των (τα α­πό­βλη­τα των μεν χρη­σι­μεύουν ως πρώ­τη ύ­λη στους δε), αν και αυ­τού του τύ­που η οι­κο-οι­κο­νο­μία προϋπο­θέ­τει και α­παι­τεί πλη­ρο­φο­ρια­κές και ε­φο­δια­στι­κές υ­πο­δο­μές που δη­μιουρ­γούν ε­πι­πρό­σθε­τα κό­στη. Μά­λι­στα, οι σχε­τι­κές συμ­φω­νίες δεν ε­μπί­πτουν στις α­πα­γο­ρεύ­σεις του δι­καίου προ­στα­σίας του ε­λεύ­θε­ρου α­ντα­γω­νι­σμού.
Και, τρί­τον, μέ­σω της μείω­σης της κα­τα­νά­λω­σης ε­νέρ­γειας και πρώ­των υ­λών μη α­να­νεώ­σι­μων με βά­ση μια οι­κο­νο­μία της λει­τουρ­γι­κό­τη­τας (economie de fonctionnalité) ή των υ­πη­ρε­σιώ­ν (service economy), ό­ρο που ε­πι­νό­η­σε πρώ­τος ο W. Stahel, η ο­ποία θεω­ρεί­ται πλέ­ον υ­πο­σύ­νο­λο της προ­η­γού­με­νης. Αυ­τή συ­νί­στα­ται στη χρή­ση ε­νός α­γα­θού α­νε­ξάρ­τη­τα α­πό την ι­διο­κτη­σία του, στην α­γο­ρά δη­λα­δή της υ­πη­ρε­σίας που το α­γα­θό πα­ρέ­χει. Π.χ ε­νοι­κία­ση ε­νός αυ­το­κι­νή­του και ό­χι α­γο­ρά του (ε­νοι­κία­ση δηλ. της κί­νη­σης), ε­νοι­κία­ση ε­λα­στι­κών σε ε­ται­ρίες με­τα­φο­ρών (βλ. π.χ Michelin), ε­νοι­κία­ση φω­το­τυ­πι­κών και ε­κτυ­πω­τι­κών (βλ. πχ Xerox) κ.ά. Οι κα­τα­σκευα­στές δη­λα­δή θα μπο­ρού­σαν να ε­νοι­κιά­ζουν τη χρή­ση των προϊό­ντων τους α­ντί να τα πω­λούν.

Από την πο­σό­τη­τα στην ποιό­τη­τα

Oι ε­ναλ­λα­κτι­κές αυ­τές οι­κο-οι­κο­νο­μίες συ­νί­στα­νται στην ου­σία στον ε­πα­να­προ­σα­να­το­λι­σμό των πα­μπά­λαιων τε­χνι­κών και πρα­κτι­κών («τί­πο­τα δεν πά­ει χα­μέ­νο»), που θα κα­θι­στού­σαν, ως μια νέα (οι­κο-ορ­θο­λο­γι­κή) ρύθ­μι­ση, δυ­να­τό το πέ­ρα­σμα σε μια βιώ­σι­μη με­γέ­θυν­ση και μά­λι­στα εγ­γρά­φο­νται ή διεκ­δι­κούν μια ι­σχυ­ρή α­ει­φο­ρία στη βά­ση, ό­πως έ­χει α­να­φερ­θεί, ό­χι της υ­πο­κα­τα­στα­σι­μό­τη­τας (subtituabilité) του φυ­σι­κού και α­να­πα­ρά­ξι­μου κε­φα­λαίου, ό­πως πρε­σβεύει η τυ­πι­κή οι­κο­νο­μία, αλ­λά της συ­μπλη­ρω­μα­τι­κό­τη­τάς τους (complemantarité) στο πλαί­σιο των α­νοι­χτών και πο­λυ­πλο­κο­ποιη­τι­κών συ­στη­μά­των. Έτσι, στη με­γε­θυν­σια­κή-πο­σο­τι­κή λο­γι­κή «ό­λο και πε­ρισ­σό­τε­ρο» υ­πο­κα­θί­στα­ται μια λο­γι­κή πε­ρισ­σό­τε­ρης – κα­λύ­τε­ρης ποιό­τη­τας, διάρ­κειας και υ­λι­κής ο­λι­γάρ­κειας με πε­ρισ­σό­τε­ρη ερ­γα­σία – α­πα­σχό­λη­ση και προ­στι­θέ­με­νη α­ξία για την ί­δια πο­σό­τη­τα.
Όμως, οι πα­ρα­πά­νω ε­ναλ­λα­κτι­κές μορ­φές δια­χεί­ρι­σης (πα­ρα­γω­γής και διά­θε­σης) α­φο­ρούν στους ε­ξαν­τλή­σι­μους πό­ρους, οι ο­ποίοι, πα­ρά την οι­κο­νο­μία που προ­σφέ­ρουν, θα συ­νε­χί­σουν να ε­ξαν­τλού­νται. Πό­σα α­πό αυ­τά τα νέα ποιο­τι­κά – οι­κο­α­πο­δο­τι­κά α­γα­θά θα πρέ­πει να πα­ρά­γο­νται για να μην ε­μπί­πτουν στο πα­ρά­δο­ξο του Jevons ή «φαι­νό­με­νο της α­να­πή­δη­σης»(effet rebond): >Στην α­κύ­ρω­ση, δη­λα­δή, του πλε­ο­νε­κτή­μα­τος α­πό την α­νά μο­νά­δα πα­ρα­γω­γή α­γα­θών και υ­πη­ρε­σιών με τη χρή­ση λι­γό­τε­ρων πρώ­των υ­λών μη α­να­νεώ­σι­μων, ε­ξαι­τίας της εν­δε­χό­με­νης αύ­ξη­σης της κα­τα­νά­λω­σης πο­σο­τή­των του­λά­χι­στον έμ­με­σα, στο βαθ­μό που δεν α­ντι­με­τω­πί­ζει την αύ­ξη­ση της κα­τα­νά­λω­σης (της αύ­ξη­σης δη­λα­δή π.χ. σε σχέ­ση με την ε­νοι­κία­ση ε­λα­στι­κών αυ­το­κι­νή­των, ε­ξο­πλι­σμού γρα­φείων κ.ά.). Επί­σης, δεν εί­ναι σί­γου­ρο ό­τι δεν ε­μπί­πτουν στο άλ­λο πα­ρά­δο­ξο, το «πρά­σι­νο πα­ρά­δο­ξο» (green paradοx): Υπο­τι­μώ­ντας τη μελ­λο­ντι­κή α­ξία των α­πο­θε­μά­των των ο­ρυ­κτών καυ­σί­μων ή των μη α­να­νεώ­σι­μων πρώ­των υ­λών, οι πο­λι­τι­κές πε­ρι­βάλ­λο­ντος πα­ρα­κι­νούν τους κα­τό­χους αυ­τού του εί­δους των α­πο­θε­μά­των να τα εκ­με­ταλ­λευ­τούν πιο γρή­γο­ρα ε­πι­βα­ρύ­νο­ντας το πρό­βλη­μα α­ντί να το λύ­νουν.
Από την άλ­λη, ε­πί­σης, οι ε­φαρ­μο­γές γε­νι­κό­τε­ρα της οι­κο­λο­γι­κής ή οι­κο-α­πο­δο­τι­κής οι­κο­νο­μίας για το με­τα­σχη­μα­τι­σμό του τρό­που πα­ρα­γω­γής (κα­τα­νά­λω­σης;) ε­ξαρ­τώ­νται (ό­πως και ο­ποια­δή­πο­τε πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κή πο­λι­τι­κή για την ε­πί­λυ­ση ε­νός συ­γκε­κρι­μέ­νου πε­ρι­βαλ­λο­ντι­κού προ­βλή­μα­τος) α­πό (και συ­ναρ­τώ­νται με) τις οι­κο­νο­μι­κές και κοι­νω­νι­κές συν­θή­κες που πρέ­πει να πλη­ρού­νται για να υ­λο­ποιη­θούν, και κυ­ρίως με τη δρα­στι­κή μείω­ση των α­νι­σο­τή­των στο ε­σω­τε­ρι­κό των δυ­τι­κών κοι­νω­νιών, αλ­λά και σε πα­γκό­σμιο ε­πί­πε­δο. Η λή­ψη οι­κο­λο­γι­κών μέ­τρων για την οι­κο­λο­γι­κή με­τα­τρο­πή τής οι­κο­νο­μίας πλήτ­τει γε­νι­κά και βρα­χυ­πρό­θε­σμα το ε­πί­πε­δο των φτω­χών, ε­νώ οι πλού­σιοι δη­μιουρ­γούν αυ­ξη­μέ­νο οι­κο­λο­γι­κό α­πο­τύ­πω­μα, δη­λα­δή σπα­τα­λούν και ρυ­παί­νουν πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μια οι­κο­λο­γι­κή ή πρά­σι­νη υ­πό ευ­ρεία έν­νοια οι­κο­νο­μία ως διέ­ξο­δος στη γε­νι­κό­τε­ρη (ό­χι μό­νο οι­κο­λο­γι­κή) και κα­θο­λι­κό­τε­ρη κρί­ση δεν (πρέ­πει να) συ­νί­στα­ται α­πλώς στον ε­πα­να­προσ­διο­ρι­σμό και οι­κο­σχε­δια­σμό της πα­ρα­γω­γής που προ­α­να­φέ­ρα­με α­φή­νο­ντας ά­θι­κτα το χρη­μα­τοοι­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα και την ι­σχύ των με­τό­χων, τις α­νι­σό­τη­τες, τη θε­ο­λο­γι­κή πί­στη στην πρά­σι­νη με­γέ­θυν­ση, στην ά­νι­ση και α­ντιοι­κο­λο­γι­κή λει­τουρ­γία του διε­θνούς ε­μπο­ρίου και τον (υ­περ)κα­τα­να­λω­τι­σμό, α­πόρ­ροια του πα­ρα­γω­γι­σμού και της με­γέ­θυν­σης, αλ­λά και χω­ρίς την προώ­θη­ση ε­ναλ­λα­κτι­κών «εκ των κά­τω» μο­ντέ­λων οι­κο­νο­μίας, ό­πως η κοι­νω­νι­κή και αλ­λη­λέγ­γυα οι­κο­νο­μία, νέα μι­κρά το­πι­κά δί­κτυα δια­νο­μής, ε­ναλ­λα­κτι­κά – συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά το­πι­κά νο­μί­σμα­τα, συλ­λο­γι­κή – συ­νε­ται­ρι­στι­κή δια­χεί­ρι­ση των κοι­νών α­γα­θών (π.χ νε­ρού, αλ­λά και της βιο­ποι­κι­λό­τη­τας ) κ.ά.

Η ση­μα­σία της πο­λι­τι­κής ε­πι­λο­γής

Τε­λι­κά, ση­μα­σία έ­χει η πο­λι­τι­κή ε­πι­λο­γή στην ο­ποία ε­ντάσ­σο­νται τα οι­κο­λο­γι­κά μέ­τρα για μια βιώ­σι­μη και αυ­το­δια­τη­ρή­σι­μη σε ό­λα τα ε­πί­πε­δα κοι­νω­νία. Με άλ­λα λό­για, η βιοοι­κο­νο­μι­κή – οι­κο­λο­γι­κή προ­σέγ­γι­ση εί­ναι χρή­σι­μη αλ­λά υ­πό τον ό­ρο ό­τι εγ­γρά­φε­ται σε έ­να δυ­να­μι­κό πλαί­σιο με­τα­σχη­μα­τι­σμού των κοι­νω­νι­κών σχέ­σεων και της πα­ρα­γω­γής (με­τα­φορ­ντι­κό, με­τα-με­γε­θυν­σια­κό και α­ντι­πα­ρα­γω­γι­στι­κό) αλ­λά και των α­ξιών, ό­χι μό­νο ξα­να­βρί­σκο­ντας τη χα­μέ­νη/ξε­χα­σμέ­νη πο­λι­τι­κή οι­κο­λο­γία στην τέ­ταρ­τη η­λι­κία της («νέα πο­λι­τι­κή οι­κο­λο­γία», με την ει­σα­γω­γή δη­λα­δή του κοι­νω­νι­κού πα­ρά­γο­ντα και ι­δίως την α­ντι­με­τώ­πι­σης των α­νι­σο­τή­των)(E. Laurent, 2008, 2010, 2011), αλ­λά και ε­πα­να­προσ­διο­ρί­ζο­ντας τις έν­νοιες του «πο­λι­τι­κού» (α­ξίες) και της «πο­λι­τι­κής» (τρό­πος ε­ξου­σίας).
Συ­νε­πώς, μια οι­κο­λο­γι­κή και οι­κο­νο­μι­κή δη­μο­κρα­τία >α­να­ζη­τού­νται. Χω­ρίς αυ­τές δεν νο­εί­ται οι­κο­λο­γι­κή με­τά­βα­ση. Στην α­να­ζή­τη­ση αυ­τή, προ­βλη­μα­τι­κές κα­νο­νι­στι­κές ρυθ­μί­σεις – προ­δια­γρα­φές «εκ των ά­νω» (Attac, 2004) ε­νός δια­τη­ρή­σι­μου – οι­κο­λο­γι­κο­ποι­μέ­νου /πρά­σι­νου, ά­νι­σου, χρη­μα­τοοι­κο­νο­μι­κού και πα­ρα­γω­γι­στι­κού κα­πι­τα­λι­σμού με οι­κο­α­πο­δο­τι­κές α­πο­χρώ­σεις, αλ­λά και ερ­γα­λεία της τυ­πι­κής (ορ­θο­λο­γι­κής) οι­κο­νο­μι­κής (οι­κο­λο­γία της α­γο­ράς) στο πλαί­σιο μιας α­σθε­νούς τε­χνο­κρα­τι­κής α­ει­φο­ρίας και στη βά­ση της υ­πο­κα­τα­στα­σι­μό­τη­τας του φυ­σι­κού και α­να­πα­ρά­ξι­μου κε­φα­λαίου, α­ντί της συ­μπλη­ρω­μα­τι­κό­τη­τας αυ­τών ό­πως προ­τεί­νει η οι­κο­λο­γι­κή οι­κο­νο­μία στο πλαί­σιο μιας ι­σχυ­ρής α­ει­φο­ρίας, αν δεν διαιω­νί­ζουν -δια­τη­ρούν το κυ­ρίαρ­χο (α­ντι)οι­κο­λο­γι­κό / (α­ντι)κοι­νω­νι­κό και α­ξια­κό μο­ντέ­λο, σί­γου­ρα δεν αρ­κούν.

* Ο Τά­κης Νι­κο­λό­που­λος εί­ναι κα­θη­γη­τής στο ΤΕΙ Δυ­τι­κής Ελλά­δας (Με­σο­λόγ­γι).