H επανάσταση των γερμανών οδηγών

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Ελεύθερη οδήγηση για ελεύθερους ανθρώπους» ήταν το σύνθημα του μέσου Γερμανού κάθε φορά που έπιανε τιμόνι στα χέρια του. Τα συνεχιζόμενα σκάνδαλα της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας έχουν γρατσουνίσει το παραδοσιακό «αίσθημα υπεροχής», που είχε αποκτήσει πατριωτικές διαστάσεις και έχουν μετατραπεί σε πονοκέφαλο για τις πολιτικές δυνάμεις στη χώρα. Η προσπάθεια να κατευναστεί η λαϊκή δυσαρέσκεια είναι προφανής, όπως όμως και η παραδοσιακή πρόσδεση των κυβερνήσεων του Βερολίνου σε συγκεκριμένα συμφέροντα, που υπηρετούν εδώ και δεκαετίες.

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Η αυτοκινητοβιομηχανία ήταν και παραμένει η ραχοκοκαλιά της γερμανικής βιομηχανίας, αλλά και ένας από τους σημαντικότερους πρεσβευτές της παγκοσμίως. Είναι λογικό λοιπόν να επηρεάζει πολιτικές και αποφάσεις κυβερνήσεων διαχρονικά. Στο βιβλίο τους για το «Ποιός κινεί τα νήματα στην Ευρώπη» ένας Αυστριακός και μια Γερμανίδα δημοσιογράφοι είχαν περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο η Ανγκέλα Μέρκελ προσωπικά είχε κάποτε καθυστερήσει πρωτοβουλίες της ΕΕ για αυστηροποίηση των ορίων ρύπων για τις εκπομπές αυτοκινήτων που κυκλοφορούν στην Ευρώπη, επειδή οι μεγάλες γερμανικές εταιρείες δεν είχαν προλάβει να ακολουθήσουν τις τεχνολογικές εξελίξεις, που είχαν επιδείξει οι ιάπωνες ανταγωνιστές. Αυτό δεν ήταν βεβαίως το μοναδικό περιστατικό, που έδειξε ότι σε μεγάλο βαθμό τα κόμματα του γερμανικού κατεστημένου λειτουργούν ως εκπρόσωποι πολύ συγκεκριμένων επιχειρηματικών συμφερόντων.

Το σκάνδαλο dieselgate

Το αποκαλούμενο «dieselgate» ήταν ένα ακόμα μεγάλο χτύπημα στη γερμανική αυτοπεποίθηση και επιχειρήθηκε σε μεγάλο βαθμό αρχικά να κουκουλωθεί και στη συνέχεια να αποδοθεί σε αμερικάνικη χαιρεκακία και προστατευτισμό. Η συντονισμένη σχετική προσπάθεια δεν κατάφερε πάντως να αναιρέσει τις μεγάλες αμφιβολίες της κοινής γνώμης και να κλείσει τη μεγάλη πληγή, που επέφερε η σχετική αποκάλυψη στο κύρος και την αυτοπεποίθηση που παραδοσιακά συντηρούσε η γερμανική τεχνολογική υπεροχή.
Ακολούθησε μια πολύμηνη συζήτηση μεταξύ πολιτικών, βιομηχάνων και κάθε λογής ειδικών που είχε ως κύριο στόχο να απαλύνει τις συνέπειες του σκανδάλου και να οδηγήσει σε μια όσο το πιο δυνατό φτηνότερη λύση του για τη βιομηχανία, που κλήθηκε να πληρώσει υπέρογκες αποζημιώσεις. Κατά τη διάρκειά της αυτή η συζήτηση έμοιαζε συχνά με μια προσπάθεια των συγκεκριμένων λόμπις να μετατρέψουν την «κρίση σε ευκαιρία» πείθοντας τον μέσο Γερμανό ότι ήρθε η ώρα να αγοράσει καινούριο αυτοκίνητο με νέους ευνοϊκούς όρους ή έστω να αναβαθμίσει τον παλιό του «βρώμικο» κινητήρα, πάντα με κρατική υποστήριξη.
Πολλοί αντέδρασαν. Κινήσεις πολιτών, οργανώσεις προστασίας του καταναλωτή αλλά και δήμοι που αποφάσισαν να απαγορεύσουν την κίνηση πετρελαιοκινούμενων οχημάτων στο κέντρο αρκετών μεγαλουπόλεων. Ήταν προφανές ότι το σκάνδαλο ήταν πολύ μεγάλο για να ξεπεραστεί ανώδυνα. Μια νέα φάση του διανύει η χώρα αυτές τις ημέρες. Τα μέσα βομβαρδίζουν από τη μιά με νέες αποκαλύψεις για περίεργες πρακτικές ορισμένων εταιριών, που συχνά ξεπερνούν τα όρια της νομιμότητας και αναγκάζονται να κάνουν «μήνυση στον εαυτό τους» προκειμένου να αποφύγουν τα χειρότερα. Από την άλλη το λόμπι του ντίζελ κάθε άλλο παρά με σταυρωμένα τα χέρια κάθεται. Πολλές υποψίες έχει προκαλέσει η εμφάνιση κάποιων «διακεκριμένων πνευμονολόγων» τις τελευταίες εβδομάδες, οι οποίοι επιχειρούν να «καταρρίψουν μύθους» για την επιβάρυνση της δημόσιας υγείας από τις εκπομπές των πετρελαιοκινητήρων, αμφισβητώντας μάλιστα ακόμα και τα αντίστοιχα όρια επικινδυνότητας, που έχει θέσει η ΕΕ και τα οποία ως τώρα είχε υιοθετήσει και η γερμανική νομοθεσία. Mάλιστα αυτό συνέβη ήδη από το 1998, όπως υπενθύμισαν κάποιοι όταν υπουργός Περιβάλλοντος ήταν η Ανγκέλα Μέρκελ… Το ερώτημα για το πόσο αθώες μπορεί να είναι αυτές οι νέες μελέτες, αλλά και για τη χρονική συγκυρία που εμφανίζονται είναι θεμιτό και απασχολεί εδώ και ημέρες τον τύπο. Ο υπουργός Υγείας Γιενς Σπαν, γνωστός για τις ευρύτερες πολιτικές του φιλοδοξίες, φρόντισε πάντως να στείλει ένα ξεκάθαρο μήνυμα δηλώνοντας ότι «το πού θέτει κανείς τα όρια για τους ρύπους είναι μια καθαρά πολιτική απόφαση».

Τα οργισμένα τιμόνια

Ήταν ένα σκάνδαλο όμως που δεν είχε μόνο επιστημονική σημασία, που δεν αφορούσε μόνο θέματα υγείας. Ο μέσος γερμανός μικροαστός έχει μια πολύ στενή, σχεδόν ερωτική σχέση με το αυτοκίνητό του. Το σύνθημα «ελεύθερη οδήγηση για ελεύθερους ανθρώπους» αποτελεί αξίωμα στη χώρα εδώ και δεκαετίες. Έχει αποτρέψει την επιβολή ορίων ταχύτητας σε πολύ μεγάλα τμήματα των αυτοκινητοδρόμων, αλλά και την εισαγωγή διοδίων για όσους καθημερινά αξιοποιούν τα χιλιάδες χιλιόμετρα του εθνικού δικτύου.
Το γεγονός ότι τώρα και τα δύο αυτά ζητήματα επανέρχονται στο προσκήνιο από διάφορες πλευρές σε αρκετά κρατίδια θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια εθνική «εξέγερση» με απρόβλεπτες συνέπειες για το πολιτικό σύστημα της χώρας. Κάποιοι επισημαίνουν ότι έτσι κι αλλιώς η λαϊκή δυσαρέσκεια είναι μεγάλη εξαιτίας των ακριβών καυσίμων. Και υπενθυμίζουν ότι και η εξέγερση των κίτρινων γιλέκων στη Γαλλία φούντωσε μεταξύ όλων των άλλων ακριβώς εξαιτίας της πρόθεσης της κυβέρνησης των Παρισίων να αυξήσει τις τιμές στα καύσιμα μέσω πρόσθετης φορολόγησής τους. Τα κόμματα έχουν καταλάβει πόσο διχαστικό μπορεί τελικά να αποδειχθεί το όλο θέμα. Οι «ελεύθεροι οδηγοί» εναντίον των «φονταμενταλιστών περιβαλλοντιστών» που πάντα παρέβλεπαν το συμφέρον της εθνικής οικονομίας, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κεντρικό ζήτημα αντιπαράθεσης των επόμενων μηνών ή και ετών και να ανατρέψει πολλά από τα σημερινά δεδομένα.
Αυτό το μίγμα αμφισβητούμενης «επιστημονικότητας», λομπίστικων παρεμβάσεων και ανέξοδων πολιτικών διαβεβαιώσεων που κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση μπερδεύει έτσι κι αλλιώς την κοινή γνώμη. Ανασφαλέστερα είναι λογικό να νοιώθουν τα χαμηλότερα στρώματα, που συνήθως οδηγούν τα παλιότερα και πιο ρυπογόνα οχήματα και αντιμετωπίζουν την απειλή νέων περιορισμών στις καθημερινές τους κινήσεις. Και φυσικά οι εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι που εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από τη βιομηχανία αυτοκινήτου. Σε κάθε περίπτωση και με δεδομένο ότι πρόκειται για ένα ζήτημα που εύκολα μπορεί να προκαλέσει συναισθηματικές φορτίσεις, είναι πολύ πιθανό να μετατραπεί και αυτό σε ένα πεδίο δράσης για λαϊκιστές και παραγωγούς πλαστών ειδήσεων.