Η επινόηση της αλήθειας της επιθυμίας για κατασκευή

1553-c481-44a5-b4a5-574915c59c61

Νίκος Βεργέτης, «χόλι μάουντεν», εκδόσεις Κέλευθος, 2017

 

Στο «χόλι μάουντεν», την πρώτη του νουβέλα, ο συγγραφέας Νίκος Βεργέτης συνθέτει έναν άνθρωπο στο τέλος του, να συμπυκνώνει τη ζωή του μέσα σε ένα παραλήρημα που απευθύνει και απευθύνεται στη γυναίκα του από το κρεβάτι του πόνου, ένα παραλήρημα όπου το ψέμα και η αλήθεια παύουν να είναι εχθροί, αφού τον πρώτο ρόλο παίρνει η ανάγκη της εξιστόρησης, της αφήγησης, αλλά και της αφηγηματικότητας, των αναφορών και όλων όσων συνέχουν έναν άνθρωπο που δύει, αλλά και τον συγγραφέα που δύει.
Γιατί όμως επιλέγει ο συγγραφέας που ανατέλλει να κατασκευάσει έναν παραμυθά που δύει; Δεν είναι περίεργο, μιας και οι τεχνικές του Βεργέτη, περνώντας μέσα από το μεταμοντερνισμό, συμπυκνώνουν στην καρδιά του αφηγήματος ετούτο: την ανάγκη της κατασκευής. Τον homo faber.
To «χόλι μάουντεν» είναι λοιπόν μια μεταμυθοπλασία που καταγράφει το πάθος και την ανάγκη για δημιουργία. Η τεχνική παραπέμπει σ’ αυτό που ο Μπόρχες αποκαλεί «bullet time», όταν κάποιος βλέπει όλη του τη ζωή σε μία στιγμή πριν πεθάνει. Χόλι Μάουντεν, ένα κοκτέιλ που απολάμβανε στη ζωή του ο μάλλον άρρωστος και σίγουρα τρωτός και ευάλωτος αφηγητής και που με αυτό θέλει οι δικοί του να τον αποχαιρετίσουν, αλλά και μια μετωνυμία ίσως για το κοκτέιλ φαρμάκων που ενδεχομένως καταναλώνει και γεννά το παραλήρημά του.

Ένας μη αξιόπιστος αφηγητής

Περνώντας από το μεταμοντερνισμό και αποτίοντας φόρο τιμής κυρίως στη λατιναμερικάνικη λογοτεχνία, αλλά και στον Μπουλγκάκοφ και σε μοντερνιστές όπως ο Μπέκετ, το βιβλίο αξιοποιεί το «frame story» του αρρώστου που εξιστορεί τη ζωή του για να επικοινωνήσει πιο άμεσα με το κοινό, στο οποίο συμβάλλει και το γεγονός ότι, καταφανώς, έχουμε να κάνουμε με έναν μη αξιόπιστο αφηγητή, κάτι που δηλώνεται ρητώς και κατασκευάζεται εντέχνως. Ο Βεργέτης αντλεί τα απλά πρώτα υλικά του από την ίδια την κοινοτοπία της ζωής και σε κάποιο βαθμό και από την επικαιρότητα. Έτσι, η γλώσσα του είναι απλή, προσβάσιμη, και τα υλικά των ιστοριών του απολύτως μπανάλ (χρησιμοποιώ τη λέξη αποφορτισμένη και ουδέτερη ως περιγραφική της συνθήκης του κοινού τόπου). Ένα βιβλίο που δεν του λείπει ο στοχασμός, το χιούμορ και η… ζωή, παραμένει, μολοντούτο, απολύτως μπανάλ και ασφαλές σε αυτό το πλαίσιο, χωρίς τις έντονες παρεμβολές μεταλόγου. Ως οιονεί μετασχόλιο, το «χόλι μάουντεν» είναι ένα βουνό αποτελούμενο από… πάμπας (πεδιάδες), που δεν γίνεται ποτέ, ωστόσο, επίπεδο, δεν χάνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη και διαβάζεται απνευστί.

Η σχέση αλήθειας και ψέματος

Στοιχείο ξεχωριστό και βάση του αφηγήματος, είναι η σχέση αλήθειας και ψέματος που δεν τίθεται με το γνώριμο τρόπο πραγματικότητας-αλήθειας ή, συχνότερα στη λογοτεχνία, μυθοπλασίας-αυτοβιογράφησης, αφήνοντας πολύ πιο αθώο και πιο βαθύ, ενίοτε, έδαφος για στοχασμό και αναστοχασμό. Το «ψέμα» του αφηγητή δεν μένει στο μεταμοντερνισμό αλλά τον υπονομεύει. Θα λέγαμε πως το βιβλίο είναι πιο σύγχρονο, είναι αρκετά μετα-μεταμοντέρνο («νέα ειλικρίνεια»), δηλαδή ξεπερνά την ειρωνεία και το μαύρο χιούμορ, επιμένει στην αλήθεια, ίσως και στην αλήθεια του ψέματος και γι’ αυτό και υφολογικά όπως συμβαίνει στο είδος, δεν διστάζει να ξεφύγει από το λόγιο ή το υψηλό και να γίνει συναισθηματικό και λυρικό, ακόμη και μελοδραματικό.
Επίτευγμα του συγγραφέα είναι ότι σπάνια φαίνονται οι ραφές της αφήγησής του. Ένα βιβλίο μοντέρνο, μοντερνικό και μοντερνιστικό, που δίνει φωνή σε έναν Gen Xer (ήτοι πολιτισμικό «προϊόν» της γενιάς X) που αφήνει αυτόν τον κόσμο. Το μόνο του ελάττωμα είναι που δεν αξιοποιεί καθόλου τις τεχνικές της σιωπής (που θα δικαιολογούνταν από την κατάσταση του ήρωα), των πιο σύντομων και πυκνών παραγράφων, της αποσιώπησης. Αν η αφήγηση «κλωτσάει» σε κάποια σημεία, εξαιτίας της πλήρους απουσίας υπονόμευσης και παιχνιδιού (αν και αυτό αποτελεί τον πυρήνα της νουβέλας) αυτά είναι οι στιγμές «casual» σεξισμού και αχρείαστων ύβρεων που μοιάζουν αταίριαστες. Η κριτική σε αυτό το σημείο δεν είναι ηθικής τάξης, ίσα-ίσα, αρκετά ειρωνικά, είναι η μοντέρνα συνθήκη, τα συγκεκριμένα τυφλά σημεία των Gen Xers, που, εδώ, δίνονται με την πιο πλήρη αθωότητα. Της άγνοιας.
Νίκος Δασκαλόπουλος