Η επιστροφή στη μήτρα του όψιμου ΠΑΣΟΚ

Η κριτική που από ορισμένες πλευρές ασκείται στο ΚΙΝΑΛ, ότι το συνέδριό του τελείωσε πριν καλά καλά αρχίσει, είναι βάσιμη. Ωστόσο, το βασικό ζήτημα που είχε να αντιμετωπίσει το συνέδριο αυτό, δεν ήταν η επεξεργασία και ψήφιση προγραμματικών κειμένων και η επίλυση κρίσιμων πολιτικών ζητημάτων, από εκείνα που χρειάζονται πολλή και ζωηρή αντιπαράθεση μέχρι να επιλυθούν.
Το ζήτημα που θέλησε να λύσει αυτό το μάλλον βεβιασμένο συνέδριο, ήταν να αποκαταστήσει το αίσθημα μιας ενότητας την επομένη μιας διάσπασης και να αποκτήσει μια, όσο γίνεται, πειστική εκλογική τακτική. Η αποτυχία διεύρυνσης του ΠΑΣΟΚ, ή συσπείρωσης του ευρύτερου κεντρώου χώρου (ανάλογα με το πώς το βλέπει κανείς), που επιβεβαιώθηκε με την αποχώρηση του Ποταμιού και της ΔΗΜΑΡ από το σχήμα ΚΙΝΑΛ, επέβαλε την καλλιέργεια ενός αισθήματος αποκατάστασης μιας παλιότερης βλάβης: της αποσυσπείρωσης του ΠΑΣΟΚ μετά τη στρατηγική εκλογική ήττα του – για να χρησιμοποιήσουμε έναν όρο του συρμού. Πρώτιστο καθήκον, λοιπόν, η επιστροφή του ΠΑΣΟΚ, που επικυρώθηκε με τη συμβολική δευτέρα παρουσία του Ανδρέα Παπανδρέου σ΄ αυτό, καθώς και με τη γνωστή από το παρελθόν μορφή συνεργασίας «ΠΑΣΟΚ και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις». Στο ρόλο αυτό διέπρεψαν όσοι δεν ακολούθησαν τα κόμματά τους –Ποτάμι και ΔΗΜΑΡ– στην έξοδο από το σχήμα, οι άνθρωποι περί τον Γ. Καμίνη κ.ά. Στην κεντρική επιτροπή των 250 μελών και των πολύ λιγότερων αρμοδιοτήτων εκλέχτηκαν όλοι χωρίς εξαίρεση, αλλά και χωρίς να διακινδυνεύσουν αφενός η παντοκρατορία του διαχρονικού μηχανισμού του ΠΑΣΟΚ, αφετέρου η ισχυρή πλειοψηφία τής υπό την Φώφη Γεννηματά ηγεσίας.

Νοσταλγική ενότητα

Αν δούμε, λοιπόν, τη μεγάλη εικόνα, σε ένα «πεδίο μάχης» που έχει οριστεί ως πεδίο διεύρυνσης των συμμαχιών, το ΚΙΝΑΛ αρκείται στην επίκληση της ενοποιητικής βάσης του ΠΑΣΟΚ, καθώς είχε ήδη απωλέσει την ελκτική δύναμη που οδήγησε πρόσκαιρα στο πληθυντικό ΚΙΝΑΛ. Τη στιγμή, μάλιστα, που ο, κατά τη δήλωση του εκπροσώπου τύπου, του κ. Στ. Μαλέλη, ανταγωνιστής στη διεκδίκηση της ηγεμονίας στον ευρύτερο προοδευτικό χώρο, δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ, προχωρεί σε συγκεκριμένα βήματα σχηματισμού τού «προοδευτικού μετώπου», από μια δεξαμενή δυνάμεων και προσώπων, που έχουν προέλθει από τον ίδιο, τον διαφιλονικούμενο και από το ΚΙΝΑΛ, χώρο.
Παρόλα αυτά, στο ΚΙΝΑΛ φαίνεται να είναι οι περισσότεροι ικανοποιημένοι. Διότι, έστω και μ΄ αυτό τον τρόπο, αποκατέστησαν μια, τουλάχιστον προεκλογική, ενότητα, επιβεβαίωσαν την αποδοχή τής ηγεσίας και εξέλεξαν πολιτικά όργανα ενιαία και όχι ομοσπονδιακά, παρότι, για να γίνουν όλα αυτά, έπρεπε να υποχωρήσουν σε ένα πιο περιορισμένο πεδίο αναφοράς: το ΠΑΣΟΚ των χαμηλών προσδοκιών, που εμπνέεται, όμως, από την ελπίδα ότι πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά τους θα είναι, όσα, κατά πολιτικά ανεξήγητο για τους ίδιους τρόπο, έχουν απωλέσει.

Το αναπάντητο ερώτημα

Για να το πετύχουν αυτό, χρειάστηκε να αφήσουν ουσιαστικά αναπάντητο το ερώτημα που απασχόλησε την ολιγόωρη έστω συζήτηση στο συνέδριο: με ποιον θα πάνε και ποιον θ΄ αφήσουν. Το ζήτημα των μετεκλογικών συνεργασιών κρίθηκε σκόπιμο να αντιμετωπιστεί με έναν «ήξεις αφήξεις» τρόπο. Για δύο λόγους: πρώτον, για να μην τεθεί το δίλημμα με απόλυτο τρόπο και διχαστικό για το εσωτερικό τού κόμματος και, δεύτερον, γιατί κρίθηκε ότι η μη απάντηση ή, με άλλα λόγια, η τακτική των ίσων αποστάσεων είναι η μόνη βιώσιμη εκλογική τακτική.
Ο μόνος που φαίνεται να είχε αντιρρήσεις ζητώντας έναν εκ των προτέρων προσανατολισμό, ήταν ο Ευ. Βενιζέλος. Όμως, η αρχική άποψή του, εδώ και μερικά χρόνια, σύμφωνα με την οποία ήταν αναγκαία η σύμπραξη, ακόμα και εκλογική, των φιλευρωπαϊκών, δημοκρατικών, μεταρρυθμιστικών δυνάμεων (στις οποίες συμπεριλάμβανε και τη ΝΔ), δεν επικράτησε. Από τη σκοπιά αυτή, ίσως έχει τη σημασία του το γεγονός ότι τη διατύπωση περί «στρατηγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ» διαδέχθηκε το σύνθημα «Ναι στην καταδίκη του ΣΥΡΙΖΑ, όχι στην επιστροφή της ΝΔ».

Ανάμεσα στο αντιδεξιό και αντιΣΥΡΙΖΑ φρόνημα

Όμως, η νέα «γραμμή», παρότι είναι καταλληλότερη τακτικά για την αναζήτηση εξισορρόπησης ανάμεσα στο αντιδεξιό υπόβαθρο του πρώην πασοκικού ακροατηρίου και το καλλιεργούμενο αντισύριζα φρόνημα του νεότερου στελεχικού δυναμικού, αφήνει αναπάντητο το επίμονο και επίμαχο ερώτημα, καθώς «όχι στην επιστροφή της ΝΔ» σημαίνει ευχή και επιδίωξη η ΝΔ να μην έχει αυτοδυναμία. Αλλά εάν δεν έχει, τότε θα τεθεί ξανά το ερώτημα ποιος θα της δώσει την πλειοψηφία στη Βουλή. Και μ΄ αυτή την έννοια, κανείς δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από αμφίσημες εκλογικές τακτικές. Όχι μόνο μετεκλογικά, αλλά και προεκλογικά. Με άλλα λόγια, η ίδια η αναζήτηση μιας «ισορροπημένης» τακτικής μπορεί να αποδειχθεί αχίλλειος πτέρνα του ΚΙΝΑΛ στις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις, καθώς στο ίδιο το σχήμα που προτείνεται αφήνεται να υπονοηθεί ως πιο σίγουρος τρόπος για τον αποκλεισμό της επιστροφής της ΝΔ η υπερψήφιση του ΣΥΡΙΖΑ, στο βαθμό που το ΚΙΝΑΛ δεν ξεκαθαρίζει μια και καλή, και έγκαιρα, τη μετεκλογική στάση του. Αν είναι να «παίζει» το ενδεχόμενο να επανέλθει η ΝΔ με τη στήριξη του ΚΙΝΑΛ, τότε για να μην επιστρέψει μία μόνο λύση μένει: η υποστήριξη του ΣΥΡΙΖΑ.
Η άποψη που συναρτά τη μετεκλογική στάση του ΚΙΝΑΛ από το μέγεθος των εκλογικών ποσοστών και εκφράστηκε από τον Ν. Ανδρουλάκη, κρίνεται εξαιρετικά ευκαιριακή και ακόμα περισσότερο συγχυτική, ενώ πρακτικά αφήνει ανοιχτό το ισχυρό ενδεχόμενο κυβερνητικής συνεργασίας του ΚΙΝΑΛ με τη ΝΔ.
Αντίθετα, απόψεις που αναθέτουν τη σχετική απόφαση, εφόσον τεθεί το ζήτημα της κυβερνητικής συνεργασίας, σε έκτακτο συνέδριο ή σε μια μορφή εσωκομματικού δημοψηφίσματος, κατατίθενται από εκείνους που ελπίζουν ότι η υπαρκτή αντιδεξιά διάθεση ενός μεγάλου τμήματος του εκλογικού σώματος θα έχει,και στη μια και στην άλλη περίπτωση, θετική επίδραση στη στάση όσων θα αποφασίσουν για το τι θα πράξουν οι βουλευτές του ΚΙΝΑΛ. Ένας τέτοιος όρος, όμως, δεν τέθηκε από το συνέδριο, γιατί προφανώς θα προκαλούσε εξέγερση των οπαδών της σύμπραξης με τη ΝΔ και θα ήταν και άσκοπος, καθώς η ουσία είναι τι θα κάνουν στην πράξη όσοι βουλευτές εκλεγούν με τη σημαία τού ΚΙΝΑΛ.

Δυσκολία προσανατολισμού

Το ζήτημα αυτό είναι προφανές ότι δεν αφορά μόνο την εκλογική τακτική, δεν απαντά, δηλαδή, μόνο στο ερώτημα με ποιο τρόπο θα επιδιώξει καλύτερα το ΚΙΝΑΛ τον άμεσο στόχο του για μια ισχυρή εκλογική καταγραφή. Αφορά και τις διαφορετικές απόψεις, που φαίνεται ότι υπάρχουν στο εσωτερικό του για το γενικότερο προσανατολισμό τού κόμματος. Και οι οποίες δεν σχετίζονται μόνο με τους προβληματισμούς για τις βραχυπρόθεσμες πολιτικές επιλογές του ΚΙΝΑΛ, αλλά και με επιρροές που ασκούνται από την πλευρά των ομοειδών ευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων. Αυτές δεν αγγίχτηκαν ουσιαστικά στο συνέδριο, παρότι υπάρχουν ως υπόβαθρο σε κάθε πολιτική συζήτηση.
Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη ήταν η τοποθέτηση του Φρανς Τίμερμανς, υποψήφιου των ευρωπαίων σοσιαλιστών για την προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που είχε κληθεί ως επίσημος καλεσμένος στο συνέδριο. Δίνοντας τη δική του θέση για τη συνεργασία τών προοδευτικών δυνάμεων είπε: «Όποιες κι αν είναι οι διαφορές στην οικογένειά μας, δεν συγκρίνονται με τον πόνο που θα επιφέρει η δεξιά». Ενώ, μιλώντας στα «Νέα» επισήμανε ότι: «Στο πλαίσιο των συνεργασιών με προοδευτικές δυνάμεις, η Ενωτική Αριστερά [σ.σ. στην οποία ανήκει και ο ΣΥΡΙΖΑ] είναι μία από τις ομάδες με τις οποίες βλέπω δυνατότητα συνεργασίας. Κατανοώ την κατάσταση στην Ελλάδα και στη σέβομαι, αλλά στην ευρωβουλή προσπαθώ να κινητοποιήσω όσο περισσότερο γίνεται τις προοδευτικές δυνάμεις, για να περιορίσουμε τους ακροδεξιούς».

Χ. Γεωργούλας