Η «επόμενη μέρα» είναι κιόλας εδώ

Του Χρήστου Χατζηιωσήφ

Η υπηρεσία 13033 στην Ελλάδα και οι ανάλογες σε άλλες χώρες μας έδωσαν μια πρόγευση για τα μεσοπρόθεσμα αποτελέσματα της παγκόσμιας κοινωνικής κρίσης που προκάλεσε η πανδημία του Covid 19: συγκέντρωση της πολιτικής εξουσίας και της οικονομικής ισχύος με ταυτόχρονο κατακερματισμό της κοινωνίας σε μεμονωμένα άτομα και σε μικρές ομαδώσεις.
Σε όλες τις χώρες η εκτελεστική εξουσία μέσα στο κλίμα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης απέκτησε χωρίς αντίδραση τη δυνατότητα να ελέγχει κεντρικά τις μετακινήσεις των πολιτών με τη βοήθεια των εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, που νομιμοποίησαν την προϋπάρχουσα δυνατότητα των δικτύων τους να καταγράφουν τις κινήσεις των ατόμων που χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες τους. Εάν μάλιστα τεθούν σε εφαρμογή οι εφαρμογές Corona-App, οι οποίες σχεδιάζονται από την ΕΕ και διάφορες χώρες μέλη για την καταγραφή των αποστάσεων που οι πολίτες τηρούν μεταξύ τους κατά τις μετακινήσεις τους, τότε θα έχει κατοχυρωθεί σε πρωτόγνωρη έκταση η παρακολούθηση της προσωπικής ζωής και η μετατροπή της υλικής και ηθικής υπόστασης των πολιτών σε εμπόρευμα στα χέρια των εταιριών που διαχειρίζονται τις παγκόσμιες διαδικτυακές πλατφόρμες. Η σημασία αυτών των εφαρμογών δεν έγκειται στις νέες τεχνικές δυνατότητες που προσφέρουν, αλλά στον εθισμό των πολιτών στους νέους μηχανισμούς κρατικής παρακολούθησης και στη νομιμοποίηση του ρόλου των μεγάλων εταιριών. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, προκάλεσε ελάχιστες αντιδράσεις το γεγονός ότι ο στρατός εμπλέκεται στις δοκιμές για τη ρύθμιση του συστήματος και ότι οι πρώτες από αυτές πραγματοποιήθηκαν μέσα σε κτίριο στρατώνα με ένστολους στρατιώτες να υποδύονται τους περιπατούντες πολίτες.

Νέα δεσμά για τις κοινωνίες

Η κοινωνία ήταν έτοιμη από καιρό να αποδεχθεί τα νέα της δεσμά. Εδώ και τριάντα χρόνια, η παραδοσιακή κατ’ αρχήν κατάφαση της τεχνολογικής καινοτομίας, η οικονομική έκπτωση και η άμβλυνση των ηθικών κριτηρίων των μεσαίων τάξεων βοήθησαν στην αποδοχή καινοτομιών που το κόστος τους σε πρώτη φάση το επωμίζονταν οι οικονομικά ασθενέστεροι και ιδιαίτερα οι πιο ευάλωτοι από αυτούς. Η καινοτομία έπρεπε να είναι όχι απλά ρηξικέλευθη, να ανοίγει νέους δρόμους σε χρήσιμες κατευθύνσεις για το ανθρώπινο είδος, αλλά αποδιοργανωτική, disruptive, με τον αγγλικό όρο από αρνητικός να αποκτά θετική σημασία εφόσον η ανατροπή αφορούσε τις κοινωνικές και ειδικότερα τις εργασιακές σχέσεις. Η χρήσιμη καινοτομία στην ιατρική ή την ενέργεια εκτοπίστηκε από το κέντρο της προσοχής, ακόμα και όταν σε αυτούς τους επιστημονικούς και οικονομικούς τομείς σημειώνονταν σημαντικές κατακτήσεις. Η προσοχή και οι επενδύσεις κατευθύνθηκαν προς νέες διατάξεις στις υπηρεσίες, που αφαιρούν τον έλεγχο των μέσων εργασίας από τους μισθωτούς ή επιτρέπουν την μετατροπή των εργαζομένων σε κατ’ επίφαση ανεξάρτητους επιχειρηματίες. Η τηλεεργασία, σήμερα λύση ανάγκης για τη διαφύλαξη της υγείας των εργαζομένων, αύριο φαίνεται ότι θα παραμείνει ως τρόπος εντατικοποίησης και ασφυκτικού όσο και απρόσωπου ελέγχου της εργασίας των λευκών κολάρων, που οι εξελίξεις στην τεχνολογία είχε φανεί προς στιγμήν ότι θα αναβάθμιζαν τη θέση τους στην αγορά εργασίας.
Η θεσμοποίηση του ελέγχου των πολιτών από την κυβέρνηση μέσω του διαδικτύου σε συνεργασία με τις μεγάλες εταιρίες που δραστηριοποιούνται σε αυτό, είναι το νέο στοιχείο στη λειτουργία των πολιτευμάτων και θα έχει σημαντικότερες επιπτώσεις στο μέλλον από ό,τι ο πολλαπλασιασμός σε όλες τις χώρες νόμων και πράξεων νομοθετικού περιεχομένου, οι οποίες, τόσο με το περιεχόμενό τους όσο και με τη διαδικασία με την οποία επιβλήθηκαν, παραβιάζουν η περιγράφουν τα ισχύοντα συντάγματα. Όσο πιο ευάλωτο βρέθηκε το υγειονομικό σύστημα και η οικονομία μιας χώρας μπροστά στην επιδημία, τόσο μεγαλύτερη ήταν σε αυτήν η απόκλιση από τη συνταγματική νομιμότητα. Τα αντισυνταγματικά έκτακτα μέτρα διευκολύνθηκαν σε μερικές από τις πιο ευάλωτες χώρες με την εξίσωση της επιδημίας με πόλεμο με προφανή στόχο τη συσπείρωση των πολιτών γύρω από τον «αρχιστράτηγο» πρόεδρο ή πρωθυπουργό και την εκ των προτέρων υπονόμευση της όποιας κριτικής στις επιλογές του. Μέσα σε αυτό το κλίμα τα περιθώρια δράσης και έκφρασης της αντιπολίτευσης σε όλες τις αστικές δημοκρατίες στένεψαν ασφυκτικά. Το γεγονός ότι τα ΜΜΕ με τη μεγαλύτερη απήχηση ελέγχονται ιδιοκτησιακά από μεγάλες επιχειρήσεις ,περιορίζει ακόμα περισσότερο τη διάδοση της όποιας κριτικής των κυβερνήσεων από τις πολιτικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης.
Ταυτόχρονα με την αποδυνάμωση των παλαιών χώρων και τρόπων δημόσιου διαλόγου πολλαπλασιάστηκαν τα άτυπα και τα οργανωμένα φόρα στο διαδίκτυο, τα οποία ορισμένες φορές επιδιώκουν να αποκτήσουν διεθνή διάσταση. Οι συζητήσεις που διεξάγονται και οι απόψεις που διατυπώνονται εκεί, αφορούν κάθε όψη της κοινωνικής ζωής, της πολιτικής και της επιστήμης και των οποίων το περιεχόμενο μπορεί να είναι σπανίως εμπεριστατωμένη πρόταση, τις περισσότερες φορές κοινοτοπία και πολύ συχνά προϊόν συνωμοσιολογικής σκέψης. Τα φόρα αυτά έχουν συμβάλει σημαντικά στη συντήρηση των κοινωνικών δεσμών και την τόνωση της ψυχολογίας των συμμετεχόντων, δεν έχουν όμως μέχρι στιγμής εκβάλλει σε απτά αποτελέσματα στο πεδίο της πολιτικής πράξης.

Ισχυρή εκτελεστική εξουσία και ανίσχυρα εθνικά κράτη

Η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας σε βάρος των άλλων συνταγματικών εξουσιών πραγματοποιείται στο πλαίσιο των εθνικών κρατών χωρίς να επωφελούνται από αυτήν την τάση οι διεθνείς οργανισμοί. Ο ΟΗΕ, η Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες (UNHCR), ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO), ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (WTO), που τόσο χρήσιμοι θα μπορούσαν να ήταν σε αυτήν τη συγκυρία, έχουν περιθωριοποιηθεί από τα ισχυρότερα κράτη. Το ίδιο συμβαίνει και με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ανίσχυρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαπιστώθηκε ακόμα μια φορά, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει παραλύσει από τις αντιθέσεις ανάμεσα στα κράτη μέλη. Αυτή τη στιγμή τα περισσότερα κράτη του Νότου εμφανίζονται να διαφωνούν έντονα με τη Γερμανία και τα κράτη – μέλη που συμπλέουν μαζί της σε δημοσιονομικά θέματα. Εξίσου σημαντικό για τις ενδοκοινοτικές ισορροπίες είναι το γεγονός ότι η υγειονομική κρίση ανέτρεψε τον ούτως η άλλως ετεροβαρή άξονα Γαλλίας – Γερμανίας. Ο μεγάλος αριθμός βαριών κρουσμάτων και θανάτων στη Γαλλία κατέστρεψε την εικόνα του «καλύτερου συστήματος υγείας στον κόσμο» και αποκάλυψε τα τραύματα που είχαν προκαλέσει στο γαλλικό δημόσιο σύστημα υγείας δεκαετίες συνεχούς εξοικονόμησης πόρων και μεταφορά τους στον ιδιωτικό τομέα. Στη Γερμανία τόσο ο αριθμός των βαριών περιπτώσεων όσο και εκείνος των θανάτων παραμένουν σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τη Γαλλία. Η κρίση αποκάλυψε επίσης και την υστέρηση της βιομηχανικής υποδομής στη Γαλλία σε σχέση με τη Γερμανία. Στις 31 Μαρτίου, επισκεπτόμενος ένα εργοστάσιο κατασκευής χειρουργικών μασκών στην πόλη Ανζέ, ο πρόεδρος Μακρόν υποσχέθηκε την ανάκτηση της «πλήρους ανεξαρτησίας» της Γαλλίας στον τομέα των μασκών μέχρι το τέλος του χρόνου. Εξήγγειλε επίσης την πρόθεσή του να ανακτήσει την «εθνική και ευρωπαϊκή μας κυριαρχία» στον τομέα των ιατρικών εξοπλισμών και των φαρμάκων. Κανένας δεν του έθεσε το ερώτημα και ο ίδιος δεν διευκρίνισε πώς θα επιτευχθεί η εναρμόνιση της εθνικής με την ευρωπαϊκή κυριαρχία. Ούτε αξιολογήθηκε δημόσια το ότι η εξαγγελία έγινε σε ένα εργοστάσιο που ανήκει πλέον σε καναδική πολυεθνική, η οποία είχε πρόσφατα μεταφέρει το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της εκτός Γαλλίας. Η βιομηχανική υστέρηση της Γαλλίας αποκαλύφθηκε και στους τομείς των αναπνευστήρων για τις ΜΕΘ και των υλικών των διαγνωστικών τεστ. Στην αρχή της κρίσης η Γαλλία διέθετε περίπου 5.000 κλίνες ΜΕΘ, στις οποίες θα μπορούσαν να περιθάλψουν βαριές περιπτώσεις ασθενών με Covid 19. Η Γερμανία διέθετε 15.000 κλίνες ΜΕΘ και η κυβέρνηση με στόχο να τις διπλασιάσει παρήγγειλε στις δύο ντόπιες εξειδικευμένες βιομηχανίες 10.000 αναπνευστήρες, στα τέλη Απριλίου υπήρχαν πράγματι 26.000 κλίνες ΜΕΘ. Η ισόποση γαλλική παραγγελία έγινε προς ένα κονσόρτσιουμ επιχειρήσεων που δημιουργήθηκε επί τούτω και οδήγησε σε αμφισβητήσεις, καθώς οι 8.500 από τους αναπνευστήρες που κατασκευάστηκαν ήταν ελαφρού τύπου, ακατάλληλοι για τη διασωλήνωση των ασθενών στις ΜΕΘ.

Νέα ενίσχυση του ρόλου της Γερμανίας

Στην ΕΕ, η κρίση έδειξε ότι οι οικονομικές αντοχές ενός κράτους είναι συνάρτηση της επάρκειας της βιομηχανικής του υποδομής. Ανάλογη με αυτές τις αντοχές ήταν και η έκταση των μέτρων για την αντιμετώπιση των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων του lockdown. Παντού αναμένεται να σημειωθεί αύξηση του δημόσιου χρέους, στις χώρες του Νότου σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από τα επιτρεπόμενα από τη συνθήκη του Μάστριχτ. Εδώ και δύο μήνες διαρκεί η διελκυστίνδα ανάμεσα στις χώρες του Νότου, που ζητούν την έκδοση κάποιας μορφής ευρωομολόγων, και τη Γερμανία με τους περί αυτήν, που αρνούνται την αλληλεγγύη στο χρέος και προτείνουν την καταφυγή στο ΕΜΣ, του οποίου τα δάνεια προστιθέμενα στο ήδη υπάρχον δημόσιο χρέος των χωρών του Νότου θα τις οδηγήσουν να υποστούν μεσοπρόθεσμα ελέγχους τύπου τρόικας, παρά τις διαβεβαιώσεις περί του αντιθέτου. Η απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου της 5ης Μαΐου, που έκρινε την πολιτική αγοράς ομολόγων από την ΕΚΤ αντίθετη με το κοινοτικό δίκαιο, προσέδωσε μια νέα διάσταση στην αντιπαράθεση. Το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο με την τελευταία του απόφαση προχώρησε ένα βήμα πιο μπροστά από την πάγια θέση του μετά τη συνθήκη του Μάστριχτ ότι το γερμανικό εθνικό δίκαιο υπερέχει έναντι του κοινοτικού, δηλώνοντας αρμόδιο να επικυρώνει ή όχι τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αυτοαναγορευόμενο έτσι σε υπέρτατο κριτή της κοινοτικής νομιμότητας. Η απόφαση του δικαστηρίου επιβεβαιώνει ότι υπάρχουν στη Γερμανία κύκλοι που επιδιώκουν εκμεταλλευθούν μέχρι τέλους την πλεονεκτική θέση της χώρας τους, για να εξαναγκάσουν τα υπόλοιπα κράτη μέλη να δεχτούν μόνιμες μεταβολές των ενδοκοινοτικών συσχετισμών με νέους περιορισμούς της εθνικής τους κυριαρχίας. Σε αυτή τη διελκυστίνδα ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της Γερμανίας και των συμμάχων της, καθώς στο εσωτερικό των χωρών του Νότου το μέτωπο δεν είναι αρραγές και μπροστά στο φάσμα της εσωτερικής κατάρρευσης δυναμώνουν οι φωνές όσων ζητούν την άνευ όρων προσφυγή στον ΕΜΣ. Στην Ιταλία, τη χώρα που επλήγη περισσότερο από την επιδημία και οικονομικά, οι κινήσεις για κυβερνητική αλλαγή με σχηματισμό κυβέρνησης με πρωθυπουργό τραπεζίτη τύπου Μόντι εντείνονται στο εσωτερικό, ενώ Γερμανοί δημοσιογράφοι σε σοβαρές εφημερίδες εκνευρισμένοι από τη στάση του πρωθυπουργού Κόντε στην ΕΕ δεν δίστασαν να το αποκαλέσουν Τσάβες της Ιταλίας. Αυτό δεν αποτελεί το μόνο παράλογο στην ευρωπαϊκή συζήτηση. Οι Γερμανοί επικριτές της πολιτικής αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ παραβλέπουν ότι τα γερμανικά ομόλογα κατέχουν την πρώτη θέση στο χαρτοφυλάκιο της τράπεζας, η οποία με την πολιτική της έχει συμβάλει αποφασιστικά στη διαμόρφωση των χαμηλών, αρνητικών, επιτοκίων με τα οποία δανείζεται το γερμανικό δημόσιο. Από την άλλη πλευρά οι θιασώτες των ευρωομολόγων στις χώρες του Νότου και στην ίδια τη Γερμανία, για να πείσουν τη γερμανική κυβέρνηση να τα αποδεχτεί, υποστηρίζουν ότι είναι απαραίτητα προκειμένου να συνεχίσουν οι χώρες του Νότου να αγοράζουν γερμανικά προϊόντα, καθώς τα ελλείμματά τους αντιστοιχούν στα γερμανικά εμπορικά πλεονάσματα, αποσιωπώντας η παραβλέποντας ότι στην πράξη συνηγορούν στο να διαιωνισθεί ο μηχανισμός ανισορροπίας εντός της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς. Η συζήτηση για τα ευρωομόλογα έχει εξελιχθεί σε πανευρωπαϊκό επίπεδο σε ένα προπέτασμα, που κρύβει την αδυναμία των κυβερνήσεων και της ΕΕ να βρουν απαντήσεις στην πρωτόγνωρη οικονομική κρίση.

Νέο «σχέδιο Μάρσαλ» σε παλιά χνάρια

Η συζήτηση αυτή συνδέεται άμεσα με τις σκέψεις για ένα ευρωπαϊκό «σχέδιο Μάρσαλ». Τα μέτρα που έχουν ανακοινωθεί μέχρι τώρα, αφορούν τη συγκράτηση της υπάρχουσας οικονομικής δραστηριότητας, το νέο «σχέδιο Μάρσαλ» θα στοχεύει στην μελλοντική ανάπτυξη των ευρωπαϊκών οικονομιών πάνω σε νέες βάσεις. Ο όρος νέο «σχέδιο Μάρσαλ» έχει χρησιμοποιηθεί συχνά τα τελευταία χρόνια για ευρωπαϊκά προγράμματα τα οποία ήταν ελάχιστα φιλόδοξα ακόμα και θνησιγενή. Σήμερα η συζήτηση συνδέεται με τις διαπραγματεύσεις για τον κοινοτικό προϋπολογισμό το δημοσιονομικό πλαίσιο της 2021 – 2027, που δεν έχουν ακόμα καταλήξει. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η γερμανική κυβέρνηση ζητούν από αυτούς που υποστηρίζουν ένα τέτοιο σχέδιο συγκεκριμένα πρότζεκτ, τα οποία θα κριθούν με κριτήρια κόστους –οφέλους, βιωσιμότητας και περιβαλλοντολογικών επιπτώσεων. Το μόνο βέβαιο είναι ότι επενδύσεις που σχετίζονται με την ενεργειακή μετάβαση θα πριμοδοτηθούν. Κατά τα άλλα, όπως το σχέδιο Μάρσαλ για λόγους αποτελεσματικότητας στηρίχτηκε στον υπάρχοντα ευρωπαϊκό καταμερισμό της εργασίας και στον κομβικό ρόλο της γερμανικής βιομηχανίας, έτσι και σήμερα με παρόμοια επιχειρήματα αποτελεσματικότητας θα επιδιωχθεί να παγιωθεί η θέση των κρατών μελών στην υπάρχουσα ευρωπαϊκή οικονομική ιεραρχία. Πριν όμως αποφασιστεί και αρχίσει να εφαρμόζεται το οιοδήποτε σχέδιο για το μέλλον, θα πρέπει να εκκαθαρισθεί το άμεσο παρελθόν με την κανονικοποίηση των ενισχύσεων προς τις επιχειρήσεις που έχουν θιγεί. Πόσες επιχειρήσεις θα μπορέσουν να επιστρέψουν τα έκτακτα δάνεια που είναι συχνά πολλαπλάσια των ετήσιων κερδών τους; Πόσες θα κρατικοποιηθούν και πόσες θα αφεθούν να πτωχεύσουν; Η απάντηση στο ερώτημα θα κρίνει τη δυναμική με την οποία θα επανέλθει η οικονομική δραστηριότητα σε μια χώρα. Ο Μάριο Ντράγκι σε άρθρο του στου Φαϊνάνσιαλ Τάιμς στις 25 Μαρτίου πρότεινε τη διαγραφή του χρέους των επιχειρήσεων και την ανάληψη του κόστους από τα κράτη. Με δεδομένη τη διαφορά στα δημοσιονομικά περιθώρια των κρατών και της αντοχής του τραπεζικού τους συστήματος, η εκκαθάριση των ενισχύσεων θα επιτείνει τη συγκεντροποίηση οικονομικής και πολιτικής ισχύος. Αναπόφευκτα η σχετική συζήτηση και οι αποφάσεις που θα ληφθούν θα θέσουν το ζήτημα της ατομικής ιδιοκτησίας. Ο φόβος μπροστά σε αυτήν τη συζήτηση οδηγεί τις αντιδράσεις ελευθεριαζόντων διανοούμενων, νεοφιλελεύθερων και ακροδεξιών σε παράδοξες συμμαχίες εναντίον του lockdown. Τόση φασαρία, τόσα έξοδα για λίγους «γέρους και άρρωστους λευκούς», συνόψιζε τα επιχειρήματα των διαφωνούντων στις 5 Μαΐου ο αρθρογράφος της γαλλικής οικονομικής εφημερίδας L’Opinion. Ας έχουμε εμπιστοσύνη στα διάφορα ευρωπαϊκά και εθνικά Συμβούλια Ηθικής να λύσουν το ζήτημα εισηγούμενα λύσεις υπέρ της ιδιωτικής οικονομίας.
Στην Ελλάδα τα ερωτήματα αυτά έχουν τεθεί αρκετά νωρίς, για παράδειγμα από τον Π. Μανδραβέλη στην Καθημερινή – «Πόσο και τι κράτος μετά την επιδημία» στις 23 και «Προληπτικός κομμουνισμός» στις 28 Μαρτίου. Κατά τα άλλα η συζήτηση για την επόμενη ημέρα είναι ανύπαρκτη.

* Ο Χρ. Χατζηιωσήφ είναι ομότιμος καθηγητής Ιστορίας Νεότερων Χρόνων του Πανεπιστημίου Κρήτης. Διεύθυνε (2009-2016) το το Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του Ιδρύματος Τεχνολογίας & Έρευνας στο Ρέθυμνο Κρήτης. Οι έρευνές του εστιάζουν πάνω σε θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας, στην ιστορία της ιστοριογραφίας και στην ιστορία της τεχνολογίας.