«Η Εποχή» Τριάντα χρόνια πριν, τριάντα χρόνια μετά

«Λέω να πάρετε την τελευταία σελίδα στην εφημερίδα που ετοιμάζουμε. Να γράφετε ό,τι θέλετε, εσύ ο Νίκος, ο Γιώργος, είναι κι ένας πιτσιρικάς, θα σας τον γνωρίσω». Το «λέω» του Άγγελου ήταν «είπε και εγένετο». Είχε τον τρόπο του να σε πείθει. Τον τρόπο της δουλειάς του. Δουλευταράς ο ίδιος, χειρωνακτικά και πνευματικά, αδιακρίτως (στον ελεύθερο χρόνο του γκρέμιζε τους εσωτερικούς τοίχους στο κτίριο του «Πολίτη», το οποίο και κατέληξε διαμπερές) δεν παρακαταλάβαινε από «πνίγομαι» και «δεν προλαβαίνω».
Αν είσαι εκεί περί τα τριάντα, και εθισμένος στη νύχτα, δεν νομιμοποιείσαι να πεις «δεν προλαβαίνω». Ο Άγγελος με είχε πείσει άλλωστε, ακριβώς δέκα χρόνια πριν, το 1978, ν΄ αρχίσω να γράφω στον «Πολίτη»: «Έχουμε μια σελίδα άδεια στο τεύχος. Λέω να τη γεμίσεις εσύ». Σε δυο-τρία λεπτά με είχε διαβεβαιώσει ότι μπορούσα να γράψω… κριτική για ένα μικρό βιβλίο του Αλτουσέρ, «Τι πρέπει ν΄ αλλάξει στο Κομμουνιστικό Κόμμα», εκδόσεις Αγώνας. «Αφού έχεις κάνει τις διορθώσεις του, το ΄χεις διαβάσει πέντε φορές. Ποιος άλλος θα το διαβάσει έστω δύο για να γράψει;» Το ΄πε και το ΄καμα.
Και με την τελευταία σελίδα της «Εποχής», είπε και εγένετο. Της δώσαμε τον τίτλο «Παρ΄ όλα αυτά» στις καπνισμένες συσκεψούλες των τεσσάρων, κάπου εκεί στο άβατο των Εξαρχείων, και βάλαμε μπροστά. Οι τρεις της μικρής του γένους Οδοντιατρικής Σχολής Αθηνών -ο Νίκος Γ. Ξυδάκης, ο Γιώργος Κοροπούλης κι εγώ-, με την πείρα του «Συμπτώματος» που εκδίδαμε ως φοιτητές αλλά και, λίγο ή πολύ, του «Πολίτη», και ο νέος, ο Ηλίας Κανέλλης.

Φύλλο πρώτο, 13 Νοεμβρίου 1988

Η Ελλάδα στον καταθλιπτικό αστερισμό του κοσκωτισμού, με τον οποίο και ασχολούνται δύο από τα τέσσερα κείμενα της πίσω μας σελίδας: το «Γκράτσιας Κοσκώτας» του Ηλία και το δικό μου, με τον τίτλο «ΠΑΣΟΚ, φυγή και κέρδος». Υποθέτω ότι τον διάλεξα για να διαδηλώσω τη μαρξική μου παιδεία (όρα Μισθός, τιμή και κέρδος), την οποία οφείλω στη γνωστότατη σειρά του «Θεμέλιου», απαλλοτριωμένη από την «Πρωτοπορία» (οπότε, αναδρομικώς, συγγνώμη). Ο Γιώργος, ανέκαθεν σαρκαστικός, είχε περιλάβει τον Ουμπέρτο Έκο, στο σχόλιό του «Το Εκκρεμές κι αν εκκρεμεί…», ο δε Νίκος, που προφανώς και δεν ονειρευόταν ότι κάποτε θα γίνει υπουργός, είχε καταπιαστεί με την αντιαπαγόρευση των ναρκωτικών· όπως ξέρουμε, την υλοποίησε και αυτή, όπως πολλά άλλα, η κυβέρνηση στην οποία είχε την ιστορική τύχη να συμμετάσχει. Κι εγώ πάντως δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα ΄ρχόταν εποχή που θα ΄δινα συνέντευξη στην «Εποχή», περί Αναγνωστάκη, πολιτικής και ποιήσεως, επώνυμης και ανώνυμης, και περί Αριστεράς, και δη κυβερνώσας.
Στα τέσσερα κείμενα ας προστεθούν τα δύο σκίτσα του Χρήστου Πικριδά (τον είχα γνωρίσει στον «Ελεύθερο Τύπο», γραφίστας αυτός, διορθωτής εγώ, κι είχα κάνει το συνοικέσιο με τον Άγγελο), κι αυτά εστιασμένα στη διαφθορά. Πάνω δεξιά στη σελίδα τέσσερις στίχοι του Γιώργου Σεφέρη, από το παστίτσιο «Χορικό από τον «Μαθιό Πασχάλη δεσμώτη»», γραμμένο το 1944. Ένα ποίημα υπαινικτικά («με τον τρόπο του Γ.Σ.») αιγυπτιολογικό-πολιτικό, «με ιστορικό φόντο», λέει ο Σαββίδης, «την καταστολή του κινήματος στις Ένοπλες Δυνάμεις μας και τις συνακόλουθες κυβερνητικές κρίσεις»:

κάτω απ΄ το δέ-, κάτω απ΄ το -ντρό,
κάτω απ΄ το δέντρο του μπαμπού
ακούστη μπαμ, ακούστη μπουμ
και βρεθήκανε χεσμένοι.

Δεν είναι απ΄ τους καλύτερους σεφερικούς στίχους, άλλη δουλειά τούς είχαμε αναθέσει ωστόσο, όχι λογοτεχνική· μια δυσώδης αντίσταση στη δυσώδη κατάσταση. Πού να το φανταζόμασταν πάντως τότε, αναδημοσιεύοντας ένα κομμάτι από το σεφερικό παστίτσιο, ότι θα ΄ρχόταν καιρός, δυο-τρεις δεκαετίες αργότερα, που το έθνος θα κατασκεύαζε τον Άγιο Παϊσιό του και θα δίωκε τον «υβριστή» Γέροντα Παστίτσιό του. Πολλά άλλαξαν στα χρόνια μετά το 1988, ο ελληνοχριστιανισμός όμως διατήρησε αναλλοίωτες τις αξίες του, όπως και τα εμπορεύσιμα λείψανά του.

Η προίκα του Άγγελου

Η κοινοπρακτική τελευταία σελίδα περπάτησε στην αρχική της εκδοχή όσο της ήταν γραμμένο να περπατήσει, όσο υπαγόρευσε η βιοτική συνθήκη του καθενός. Γιατί τελικά στο ντέρμπι Αρχή της Πραγματικότητας – Βολονταρισμός δεν έρχεται μονίμως το διπλό.
Δεν έπαψα ποτέ να διαβάζω την «Εποχή». Για τις αναλύσεις της, τα διεθνή της, τα λογοτεχνικά της, τις μεταφράσεις της. Και δεν έπαψα να φέρνω τον τίτλο της στο μυαλό μου πάντα με την έννοια που είχε η λέξη αυτή, από κοινού με το απαρέμφατο επέχειν, στη γνωσιοθεωρία των αρχαίων Σκεπτικών φιλοσόφων, και πρωτίστως του Πύρρωνα από την Ηλεία: επιφυλακτικότητα, αποφυγή της πρόχειρης τελεσίδικης κρίσης. Είχε και ισοδύναμους όρους η εποχή, όχι και τόσο εύηχους στο σημερινό αυτί, την αρρεψία και την αφασία, προσωπικά πάντως προτιμούσαν να την εννοώ σαν ισοδύναμη του αντιδογματισμού.
Και μια και βρεθήκαμε στα λεξιλογικά, ας τελειώσω τη συντομότατη αναδρομή όπως την άρχισα: με Άγγελο. Τα Σάββατα, όταν υπό καθεστώς πίεσης, το μόνο γόνιμο γι΄ αυτόν όσο το σκέφτομαι, έγραφε τις αναλύσεις του, που δεν θα πάψουμε ν΄ αποζητάμε το βάθος τους και την ευθύτητά τους, κυρίως δε την απλότητά τους, μου τηλεφωνούσε μια στο τόσο μα για κάποια λέξη, μα για στίχους ή τίποτε αρχαίο. «Και δε μου λες» ρωτάει μια φορά. «Το σοβαρός από πού βγαίνει;» – «Θα ψάξω και θα του τηλεφωνήσω».
Έψαξα και του τηλεφώνησα. Γελώντας. «Η πιο σοβαρή λέξη της ελληνικής», του λέω, «έχει την πιο αστεία ετυμολογία». – «Γιά σοβαρέψου τώρα και μολόγα» μ΄ έκοψε. «Εγώ τι να μολογήσω. Ο Λίντελ και ο Σκοτ το λένε». – «Το ποιο;» – «Το σοβαρός βγαίνει από το σοβώ, που σημαίνει «αποδιώκω, αποσοβώ πτηνά»». – «Πτηνά; Τι πτηνά;» – «Πουλιά πετούμενα. Κότες, περιστέρια, σπουργίτια… Τι έδιωχναν η μάνα σου κι η μάνα μου απ΄ την αυλή τους;» – «Τις ξένες κότες» μού λέει. – «Και πώς τις έδιωχναν;» – «Φώναζαν «ξου ξου»» – «Ε, οι αρχαίοι για την ίδια δουλειά φώναζαν «σου σου», «κραυγή προς αποσόβησιν των πτηνών». Το λέει το λεξικό, το λέει κι ο Βδελυκλέων στους Σφήκες του Αριστοφάνη». – «Τι λέει δηλαδή;» ρώτησε χωρίς να με παραπιστεύει, και με το δίκιο του- «Λέει «σου σου, πάλιν σου», κάνοντας ότι διώχνει πουλιά» απάντησα αστραπιαία, αφού είχα κάνει τη μικροφιλολογική μου προετοιμασία. – «Και το λεξικό τι λέει;» επέμενε- «Λέει «σοβαρός: κυρίως ο αποδιώκων πτηνά». Και το ετυμολογεί από το σοβέω-σοβώ, που πιθανολογεί ότι γεννήθηκε από το «σου σου». Δηλαδή από το «ξου ξου»».
Τώρα πια βάλθηκε να γελάει κι αυτός. Τον έβλεπα κι απ’ το τηλέφωνο φωτεινό. «Μόνο να μην το παραλέμε» ψευτοσοβάρεψε μια στιγμή, «γιατί θα το πάρουν σαν επιχείρημα για τη συνέχεια της φυλής και της γλώσσας». – ·«Μπα, δε βαριέσαι. Είναι και επιχείρημα για τη συνέχεια στη γλώσσα και την ακοή των ορνίθων» τον καθησύχασα. – «Ε τότε λέω να το γράψω» συμφώνησε.
Το ΄πε και το ΄γραψε. Κάπου είναι κι αυτό. Ανάμεσα στις εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις που μας άφησε προίκα. Στην Εποχή, στην Αυγή, στον Πολίτη, τον μηνιαίο και τον δεκαπενθήμερο. Και στα βιβλία του.