Η εποχή των υπερηρώων

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Ενα αγόρι και ένα κορίτσι σε ένα καφέ στο πουθενά και όλα γύρω να καίγονται. Το αγόρι είναι σούπερ ήρωας. Κάτοχος μιας μυστικής δύναμης εξόχως άχρηστης. Μπορεί να εξαφανίζεται. Για 3 λεπτά. Η εικόνα του χάνεται. Σαν οθόνη που σβήνει. Και επιστρέφει ακριβώς στο ίδιο σημείο. Εξαφανίζεται ακόμα και όταν δεν το επιθυμεί. Βασικά μόνο τότε. Δεν μπορεί να το προκαλέσει. Εκεί που δεν το περιμένει. Σαν λόξυγκας στην όραση. Στην μέση μιας πρότασης. Σε στιγμές ακανόνιστες. Να, όπως τώρα:

{1. I’m Nobody. Who are you
{2. Are you – Nobody – too
{3. Then there’s a pair of us

Και κάθε φορά που επιστρέφει τρέχει αίμα από την μύτη του. Απέκτησε την υπεράνθρωπη αυτή δύναμη μόλις τον τσίμπησε ένας ραδιενεργός τόμος ποιημάτων της Έμιλυ Ντίκινσον.
Εκείνη πίνει μιλκσέικ. Δεν είναι αληθινή. Βγήκε από μια ταινία. Είναι η Πατρίσια Αρκέτ όπως την είδες στο True Romance. Κοντό ξανθό μαλλί, μεγάλα γυαλιά ηλίου, στήθος σμιλεμένο από χίλια βλέμματα επιθυμίας.
-Το αγόρι μου αναβοσβήνει. Εκεί που κάθεται μαζί σου χάνεται για λίγα λεπτά. Συνήθως 3 λεπτά. Μπορεί λιγότερα, μπορεί περισσότερα. Ενώ σου κρατάει το χέρι χάνεται, πριν τελειώσει την πρόταση του χάνεται, ενώ κοιταζόμαστε στα μάτια. Χωρίς να το θέλει. Χωρίς εξήγηση. Επειδή έτσι είναι.

{1.I felt a Funeral, in my Brain,
{2. And Mourners to and fro

-Δύο λεπτά μόνο τώρα. Δεν προλαβαίνεις καν να νοιώσεις εγκατάλειψη, πόσο μάλλον μοναξιά.
Του σκουπίζει το αίμα που τρέχει από την μύτη του. Στέκουν εκεί και κοιτιούνται στα μάτια με στοργή και εξάντληση. Σαν δύο άνθρωποι που δεν είναι σίγουροι αν υπήρξανε ποτέ.
-Πες μου την ιστορία σου. Πες μου για εσένα.
-Εγώ. Εγώ, θα μείνω χωρίς ιστορία.

{1. I fit for them —
{2. I seek the Dark

-Που είμαστε;
-Μακριά
-Μακριά από τι;
-Δεν έχει σημασία

{1. How dreary – to be – Somebody

-Το αγόρι μου αναβοσβήνει. Όπως κάθε σούπερ ήρωας έχει έναν θανάσιμο εχθρό. Ο εχθρός του είναι μισός άνθρωπος και μισός κλητήρας. Δεν τον αναζητά, αδιαφορεί να τον αντιμετωπίσει. Αλλά δεν τον φοβάται. Το πιθανότερο είναι να μην συναντηθούν ποτέ.

{1.When it comes, the Landscape listens –
{2. Shadows – hold their breath –
{3. When it goes, ’tis like the Distance
{4. On the look of Death –

-Και όταν φεύγεις που πας;
– Είμαι εδώ και μαζί κάπου αλλού. Δεν είναι καθαρό. Βλέπω αλλά όχι καθαρά. Σαν να βουλιάζω. Αλλά δεν έχει νερό εκεί. Λέξεις, φωνές, προτάσεις. Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω. Όλα θολά. Σαν να βουτάς το κεφάλι σου σε ενυδρείο. Δεν ξέρω πώς να το προκαλέσω, ούτε πώς να φύγω από κει μέσα.

{1. Water, is taught by thirst.
-θα με πάρεις μαζί σου;
{1. We slowly drove– He knew no haste

-Γιατί γίνεται αυτό;
-Είναι η μοίρα των σούπερ ηρώων.

Και τότε έρχονται εκείνοι. Οι ώμοι τους ψιλοί στην ίδια ευθεία. Φάτσες στραπατσαρισμένες, δόντια χαμένα. Έρχονται εκείνοι. Διορθωτές. Για να την πάρουν.
Αυτός σηκώνεται αποφασισμένος. Είναι έτοιμος να τους αντιμετωπίσει. Όπως κάθε σούπερ ήρωας θα έκανε. Κάνει να τους πλησιάσει. Αλλά:
{1. “Hope” is the thing with feathers –
{2. That perches in the soul –
{3. And sings the tune without the words –
{4. And never stops – at all –

Το αίμα έτρεχε από την μύτη του. Ποτέ δεν σταματά. Και δεν υπάρχει κανείς να το σκουπίσει.

-Το πιθανότερο είναι να μην συναντηθούμε.

 

* Από την υπό έκδοση συλλογή «Η ομορφιά των όπλων μας» (οι στίχοι στα αγγλικά είναι της Emily Dickinson)

http://tsalapatis.blogspot.com/