Η Ευρώπη στο δρόμο της αλληλεγγύης;

 

 theoria1

Η Ευρώπη βρίσκεται σε μια διαδικασία μετάβασης. Τα πολλά εκλογικά αποτελέσματα του προηγούμενου χρόνου το επιβεβαιώνουν, σε πολλές περιπτώσεις με εμφατικό τρόπο. Η άνοδος της ακροδεξιάς, το Brexit, η δεξιότερη μετατόπιση των δεξιών κομμάτων, η κρίση των προσφύγων και η αποκαθήλωση της πάλαι ποτέ κραταιάς ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας είναι τα βασικά χαρακτηριστικά μιας περιόδου κατά την οποία τα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης έχουν παγιωθεί και δημιουργούν ένα καινούργιο πλαίσιο άσκησης πολιτικής με κύριο χαρακτηριστικό την κρίση εκπροσώπησης που επιτείνουν οι μεταδημοκρατικές τάσεις της ηγεμονίας του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος. Ένα χρόνο πριν τις ευρωεκλογές με το αποτέλεσμα των εκλογών στην Ιταλία να ενισχύει την αβεβαιότητα, το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, το Ίδρυμα «Friedrich Ebert» και το Παράρτημα Ελλάδας του Ιδρύματος «Ρόζα Λούξεμπουργκ» διοργάνωσαν την Τρίτη, 6 Μαρτίου 2018, εκδήλωση με θέμα τις προοπτικές για μια αλληλέγγυα συνύπαρξη στην Ευρώπη. Οι Γκεζίνε Σβαν, πρόεδρος της Επιτροπής Αξιών του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος Γερμανίας (SPD), Άξελ Τρόοστ, αναπληρωτής πρόεδρος του κόμματος της Αριστεράς της Γερμανίας (DIE LINKE), Ζέφη Δημαδάμα, αντιπρόεδρος Γυναικών του Ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, Κωστής Καρπόζηλος, διευθυντής των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), και Γεράσιμος Κουζέλης, πρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής πολιτικής και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών συνομίλησαν με συντονίστρια την Κάκη Μπαλή, αρχισυντάκτρια της Κυριακάτικης Αυγής, για τις προοπτικές της Ευρώπης, τον αντίκτυπο της νέας γερμανικής κυβέρνησης σ’ αυτή, το στρατηγικό αδιέξοδο της γερμανικής και ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και την αδυναμία της ευρωπαϊκής αριστεράς να διατυπώσει μια πειστική εναλλακτική λύση κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης.

 

Μπορεί να βγει ενισχυμένο το SPD από την εκ νέου συμμετοχή του στην κυβέρνηση με τους Χριστιανοδημοκράτες (CDU) της Μέρκελ ή θα ακολουθήσει την πορεία του γαλλικού και του ιταλικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος; Η Γκεζίνε Σβαν εμφανίστηκε αισιόδοξη για την πορεία της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, λόγω της αναζωπύρωσης της κομματικής ζωής και των εσωτερικών δημοκρατικών διαδικασιών, στις οποίες υποστηρίχθηκαν και οι δύο απόψεις, με τον επικεφαλής της νεολαίας του κόμματος να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην προώθηση της μη συμμετοχής σε νέο κυβερνητικό συνασπισμό με το CDU. Αφού υπερασπίστηκε την επιλογή της συμμετοχής, λόγω της απρόβλεπτης κατάστασης που θα δημιουργούσε διαφορετική απόφαση, υποστήριξε ότι τα λάθη της προηγούμενης συγκυβέρνησης οφείλονταν κυρίως στην παντοδυναμία της Μέρκελ, την απονεύρωση των εσωτερικών διαδικασιών στο SPD και στην αδυναμία του να διαφοροποιηθεί από νεοφιλελεύθερες επιλογές. Στη σημερινή συγκυρία, με τη Μέρκελ αποδυναμωμένη, την αποδοχή της ανάγκης ενός σαφούς στίγματος για το SPD και τη βούληση να συγκροτηθεί αυτό, οι προοπτικές του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος φαντάζουν θετικές σύμφωνα με το ιστορικό στέλεχος.

Ο Άξελ Τρόοστ ελπίζει στο ένστικτο της δημοσκοπικής επιβίωσης του SPD, καθώς η πλήρης ταύτιση με την πολιτική της καγκελαρίου Μέρκελ θα το οδηγήσει σε ποσοστά χαμηλότερα του 20%, αν και αμφιβάλει για τις δυνατότητες που υπάρχουν, καθώς οι εσωκομματικές του διαδικασίες περιορίστηκαν στα τεχνικά θέματα της συμμετοχής στο συνασπισμό και όχι στο πολιτικό περιεχόμενο της συμφωνίας. Η προοπτική της συμμετοχής των Φιλελευθέρων στην περίπτωση του συνασπισμού «Τζαμάικα» (Φιλελεύθεροι-Χριστιανοδημοκράτες/Χριστιανοκοινωνιστές-Πράσινοι) θα ήταν καταστροφική για τη Γερμανία και την Ευρώπη, σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του κόμματος της Αριστεράς, και ως εκ τούτου οποιοσδήποτε άλλος συνασπισμός θα πρέπει να θεωρείται καλύτερος. Ωστόσο, παρά τα θετικά σημεία της συμφωνίας στο πεδίο της ευρωπαϊκής πολιτικής και των ευρωπαϊκών επενδύσεων, η τελική συμφωνία δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Σύμφωνα με τον κ. Τρόοστ θα πρέπει να ασκηθεί μεγάλη πίεση εντός και εκτός βουλής στο SPD, για να βρει το σθένος να αναλάβει την ιστορική ευθύνη πολιτικών του επιλογών, που θεμελίωσαν τον νεοφιλελευθερισμό και αύξησαν τις αποκλίσεις μεταξύ των χωρών ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου· αυτοκριτική και ανάγκη που σε επίπεδο ακαδημαϊκό ή συνδικαλιστικό εκφράζεται χωρίς να εισακούεται, όμως, από την ηγεσία του κόμματος.

Επιφυλάξεις εξέφρασε και η Ζέφη Δημαδάμα για την δυνατότητα του SPD να ενισχύσει την ευρωπαϊκή κοινωνική συνοχή μέσα από τη συγκυβέρνηση με το CDU. Για την αντιπρόεδρο γυναικών του ευρωπαϊκού Σοσιαλιστικού Κόμματος, η σοσιαλδημοκρατία έχει ανάγκη να βρει το βηματισμό της και να επανασυνδεθεί με τις αρχές και τις αξίες της, στόχος που θα ήταν ευκολότερος αν δεν συμμετείχε το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα της Γερμανία στην κυβέρνηση. Η σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί να θεωρείται κυβερνητικό εργαλείο, αλλά με στροφή στη βάση της, οπως στην περίπτωση των Εργατικών του Κόρμπιν και των σοσιαλδημοκρατών του Σάντσεθ, να αποφασιστεί ο προσανατολισμός της και με δημοκρατικές διαδικασίες να εκπονηθεί ένα σχέδιο με προοδευτικό πρόσημο, που θα αμφισβητεί τα τεράστια γερμανικά πλεονάσματα και θα ανοίγει τη συζήτηση για αναδιανομή εντός και εκτός Γερμανίας.

 

Ο μετασχηματισμός της Ευρώπης

 

Ο σχηματισμός της γερμανικής κυβέρνησης θέτει ξανά την ανάγκη του ευρωπαϊκού μετασχηματισμού, με τον γάλλο πρόεδρο να έχει ήδη καταθέσει τις προτάσεις του. Η στάση που θα κρατήσει το SPD θα παίξει σημαντικό ρόλο στις προτάσεις της Γερμανίας για το συγκεκριμένο ζήτημα, με τον Άξελ Τρόοστ να καταθέτει ορισμένες προϋποθέσεις: ένα ισχυρό «ΟΧΙ» στη λιτότητα, περισσότερα και μεγαλύτερα ευρωπαϊκά προγράμματα επενδύσεων, μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική για την ανεργία και περισσότερα κεφάλαια στον προϋπολογισμό της ΕΕ με στόχο τη στήριξη χωρών σε ανάγκη. Στο συγκεκριμένο πλαίσιο χαρακτήρισε ορθή την πρόταση Μακρόν που βασίζεται στα αλληλέγγυα μέτρα με συντονισμένη πολιτική επενδύσεων, κοινό προϋπολογισμό και έναν ευρωπαϊκό υπουργό Οικονομικών που θα εκδίδει γενικές κατευθυντήριες γραμμές.

Η ανάληψη του υπουργείου Οικονομικών από τον σοσιαλδημοκράτη Σολτς αυξάνει τις ευθύνες ου SPD για τον προσανατολισμό της οικονομικής γερμανικής και ευρωπαϊκής πολιτικής. Η Γκεζίνε Σβαν θεωρεί ότι η λιτότητα έχει ήδη απονομιμοποιηθεί στα μάτια των οικονομολόγων και επομένως το βάρος πρέπει να πέσει στον τρόπο με τον οποίο η γερμανική οικονομική πολιτική επηρεάζει τις ευρωπαϊκές θέσεις. Για την κ. Σβαν υπάρχουν ικανοποιητικα σημεία εκκίνησης για μια συζήτηση με τον Μακρόν, αν και δεν είναι σοσιαλδημοκράτης. Τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν, σύμφωνα με την κ. Σβαν, αφορούν το μέγεθος του κοινού προϋπολογισμού, τους πόρους χρηματοδότησής του και αν αυτοί θα είναι ίδιοι και τη θέση του κοινού υπουργού Οικονομικών με δημοκρατικό έλεγχο. Από την άλλη πλευρά, η συναίνεση των γερμανών συντηρητικών απαιτεί έλεγχο στον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιούνται τα ευρωπαϊκά ομόλογα που θα δημιουργηθούν, καθώς και πολύ καλή επικοινωνία με την ελληνική κυβέρνηση για την οργάνωση δομών χωρίς διαφθορά, και τη σύνδεση της επιμήκυνσης χρέους με καλά οργανωμένες ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις, σε τομείς όπως τα logistics, το φάρμακο και τη διατροφή.

 

Ο φόβος του απρόβλεπτου μέλλοντος,

η τυραννία της σταθερότητας

 

Η τελευταία δεκαετία της κρίσης δοκίμασε τις στρατηγικές τόσο της σοσιαλδημοκρατίας όσο και της αριστεράς. Σύμφωνα με τον Κωστή Καρπόζηλο, βασικό χαρακτηριστικό της αποτίμησης και των δύο ιδεολογικών ρευμάτων είναι η αδυναμία να προσδιορίσουν με σαφήνεια την εναλλακτική πολιτική για την Ευρώπη. Η γενική επίκληση στην εναλλακτική έχει πλέον εξαντλήσει τη χρησιμότητά της, και απαιτούνται πιο προσδιορισμένες απαντήσεις για το κοινωνικό ζήτημα. Αν κάτι πρέπει να αναζητηθιεί στη γερμανική πολιτική σκηνή μετά και τις πρόσφατες εξελίξεις, σύμφωνα με τον διευθυντή των ΑΣΚΙ, είναι η σταθερότητα της γερμανικής πολιτικής που αποτελεί και την καρδιά του προβλήματος, καθώς απονεκρώνει το πεδίο της πολιτικής, περιορίζοντάς το στο πεδίο των συμβολισμών, γεγονός που δείχνει τη φτώχεια της σοσιαλδημοκρατικής και ριζοσπαστικής σκέψης που αρκούνται σε μικρές μετατοπίσεις εντός ενός πλαισίου που μοιάζει αδύνατο να αλλάξει, όπως αποδείχθηκε και από το εσωτερικό δημοψήφισμα των γερμανών σοσιαλδημοκρατών.

Η σταθερότητα αυτή, αλλά και η δομικότητα των επιλογών της εξωτερικής και ευρωπαϊκής γερμανικής πολιτικής, που δεν αποκλείουν αυταρχικές και μη δημοκρατικά ελέγξιμες διαδικασίες και θεσμούς, περιορίζουν τις προσδοκίες και του Γεράσιμου Κουζέλη. Στο πλαίσιο της σταθερότητας αυτής, είναι πολύ κρίσιμη η διαχείριση της ίδιας της πολιτικής, αλλά και της εξασθένισης της σοσιαλδημοκρατίας, τόσο για την Ευρώπη όσο και για τον κόσμο. Το κατώτερο του αναμενόμενου εκλογικό αποτέλεσμα της γερμανικής Αριστεράς μεγαλώνει τις ευθύνες τις, ενώ η συμμετοχή του SPD στην κυβέρνηση δημιουργεί την προσδοκία ότι οι αριστερές δυνάμεις εντός του θα πιέσουν για να μεταβληθεί το τοπίο. Για τον κ. Κουζέλη, η έστω και τελευταίας στιγμής αποτροπή της συμμετοχής των Φιλελευθέρων στην κυβέρνηση δεν αναιρεί την πλήρη επικράτηση της δεξιάς στις γερμανικές εκλογές, μιας δεξιάς που εμφανίζει ήδη μεγάλες ξενοφοβικές και εθνικιστικές τάσεις και λόγω του AfD και λόγω των χριστιανοκοινωνιστών εντός του CDU. Αυτό επηρεάζει την ήδη διφορούμενη στάση της Γερμανίας στο ζήτημα των προσφυγικών ροών, η οποία αρνήθηκε μεν τον περιορισμό κίνησης τους εντός της Ευρώπης, αντιμετωπίζοντάς τους, παράλληλα, αποκλειστικά ως δυνητικό εργατικό δυναμικό.

 

Πέτρος Κοντές

 

 

Πρόσφυγες: σύμβολο ενός κόσμου σε ανισορροπία

 

Ο ερχομός των προσφύγων έριξε φως σε παθογένειες που η γερμανική και ευρωπαϊκή κοινωνία δεν ήθελε να δει, σύμφωνα με την Γκεζίνε Σβαν. Οι προσφυγικές ροές αποτελούν μια μόνο πτυχή της καταστροφής που έχει συντελεστεί στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, ενέτειναν τον ανταγωνισμό με τους φτωχούς ευρωπαίους, οδηγώντας στο σχηματισμό ακροδεξιών κυβερνήσεων σε αρκετές χώρες της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης, κατάσταση που μπορεί να παρακαμφθεί με ενίσχυση των πρωτοβουλιών και των αρμοδιοτήτων της τοπικής αυτοδιοίκησης.

Η επίλυση του μεταναστευτικού ζητήματος είναι κρίσιμη, καθώς αποτελεί το όχημα του μίσους. Γι’ αυτό η κ. Σβαν πρότεινε, αφενός, την ανάληψη της πολιτικής για το άσυλο, τους πρόσφυγες, τη μετανάστευση και τη φύλαξη των συνόρων από την ΕΕ, και, αφετέρου, τη δημιουργία ενός ταμείου που θα προσφέρει πόρους στους ΟΤΑ για τη φιλοξενία των προσφύγων, προσφέροντας παράλληλα τα διπλάσια ποσά για την ενδυνάμωση των δομών της τοπικής αυτοδιοίκησης, ως κίνηση αλληλεγγύης μεταξύ των λαών, με σκοπό τη μείωση του ανταγωνισμό μεταξύ φτωχών και προσφύγων και την εξισορρόπηση των σχέσεων ανατολικής και δυτικής Ευρώπης, καθώς υπάρχουν δήμοι που θέλουν να φιλοξενήσουν πρόσφυγες παρά την αντίθετη κυβερνητική πολιτική.

Η καρδιά της αποτυχίας της σοσιαλδημοκρατίας και της αριστεράς τόσο σε Γερμανία όσο και Ιταλία, σε ότι αφορά την άνοδο της ακροδεξιάς έγκειται, σύμφωνα με τον Κωστή Καρπόζηλο, στην αντιμετώπιση των εργατικών στρωμάτων που στρέφονται στην ακροδεξιά, αποκλειστικά ως έρμαια της ακροδεξιάς, ως ανθρώπους χωρίς δική τους βούληση και χωρίς κριτήριο, ώστε να αποφασίζουν με βάση τα δικά τους συμφέροντα. Την ίδια αδυναμία έδειξαν και στην ένταξη προσφύγων και μεταναστών στις τάξεις τους, καθώς δεν έχουν ξεφύγει από μια φιλανθρωπική, χωρίς ταξικό πρόσημο, θέασή τους, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται να τους αναγνωρίσουν ως ισότιμους πολίτες με δικαίωμα πολιτικής συμμετοχής, ως πρωταγωνιστές της καθημερινότητας της εργασίας με πολύ λιγότερα δικαιώματα. Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την άρνηση της ύπαρξης του ανταγωνισμού μεταξύ φτωχών ευρωπαίων και προσφύγων/μεταναστών, λόγω τη ηγεμονίας του νεοφιλελεύθερου μοντέλου, διευκόλυναν το έργον της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς.

Η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, ο εθνοκεντρισμός και η ξενοφοβία οφείλονται στην έλλειψη προοπτικών των ευρωπαϊκών κοινωνιών, σύμφωνα με τον Γεράσιμο Κουζέλη. Αν δεν απαντήσουμε στη δυσπιστία των ευρωπαίων πολιτών που δημιουργεί η απουσία δημοκρατικού ελέγχου των ευρωπαϊκών θεσμών δεν θα είναι δυνατή η μετατόπιση των ευρωπαϊκών κοινωνιών προς τα αριστερά. Η δημοκρατική υπόσταση των κοινοτήτων, η εξασφάλιση της δυνατότητας άσκησης των δικαιωμάτων του πολίτη, που δεν αφορά μόνο μετανάστες και πρόσφυγες, και η απουσία του κοινωνικού κράτους, που δεν υπερασπίστηκε η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, όταν έπρεπε, αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για την ενδυνάμωση και χειραφέτηση όλων των δυνητικά ευάλωτων κοινωνικών ομάδων.

Ο Άξελ Τρόοστ κατέδειξε τη συμβολή της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας στην απορρύθμιση της αγοράς εργασίας προ δεκαπενταετίας, συμφωνώντας ότι πρέπει να απαντηθούν και οι πληγές των ευρωπαϊκών κοινωνιών από τον νεοφιλελευθερισμό που απορρύθμισε τα συστήματα υγείας και ασφάλισης των ευρωπαϊκών κρατών. Πρόσθεσε, δε, τη σημασία της χρηματοδότησης όλων των παραπάνω και σε ευρωπαϊκό και σε κρατικό επίπεδο, με μέριμνες για τη στέγη και μια δίκαιη φορολογία. Για τον Α. Τρόοστ είναι προϋπόθεση η συνοχή να αφορά τους πάντες, προϋποθέση που είναι μια καλή αφετηρία για να τεθεί ξανά στο τραπέζι το όραμα μιας συνεργασίας Σοσιαλδημοκρατών-Αριστεράς-Πρασίνων στη Γερμανία ενάντια στο AfD.

 

 

 

Μπροστά στις ευρωεκλογές

 

Με τις ευρωεκλογές να πλησιάζουν, πρέπει να βρεθεί μια απάντηση στη ικανότητα της αντιδραστικής διεθνούς να δίνει πειστικότερη απάντηση στο κοινωνικό ζήτημα από την αριστερά και τα κινήματα. Σύμφωνα με τον Κ. Καρπόζηλο, αυτό συμβαίνει γιατί η ακροδεξιά πείθει περισσότερο για την επιστροφή στο ευρωπαϊκό κοινωνικό συμβόλαιο. Η αριστερά οφείλει να απαντήσει και στην κάθετη αλληλεγγύη, δηλαδή να βάλει στην πολιτική της φαντασία την αναδιανομή πλούτου, συγκρουόμενη με τα περιοριστικά όρια του παρόντος, διαφεύγοντας από μια αόριστη αλληλεγγύη και ένα γενικόλογο προοδευτικό πρόσημο, κάτι που η ακροδεξιά κάνει καλύτερα. Η αριστερά, για τον διεθυντή των ΑΣΚΙ, βρίσκεται μπροστά στο σημείο που πρέπει να επιλέξει τους συμμάχους της, αντιλαμβανόμενη ότι μια ριζοσπαστική πολιτική δεν μπορεί να ικανοποιήσει τους πάντες.

Η πολιτική είναι υποχρεωμένη να δώσει ορατές προοπτικές στις ευρωπαϊκές κοινωνίες για την αντιμετώπιση της ακροδεξιάς απειλής και των δυνάμεων της αντιδημοκρατίας. Για τον Γεράσιμο Κουζέλη, είναι εύκολη η διαπίστωση ότι η σοσιαλδημοκρατία έχασε το παιχνίδι όταν έπαψε να εξασφαλίζει τη δυνατότητα πρόσληψής της ως διαφορετικής. Αυτό είναι το ζητούμενο για την ελληνική κυβέρνηση, που οφείλει να δείξει ότι η πολιτική λειτουργεί και οργανώνεται διαφορετικά απέναντι στην αντιδημοκρατία. Ο κρίσιμος παράγοντας εδώ είναι η αλληλεγγύη με τη δύσκολη πτυχή της, την αναδιανομή, της οποίας μια αριστερή πολιτική πρέπει να εξσαφαλίσει τόσο την αποδοχή όσο και την επιβολή.

Τέλος, κοινή ήταν η διαπίστωση της Γκεζίνε Σβαν και του Άξελ Τρόοστ ότι το όραμα της αλληλεγγύης προς όλους και η δημιουργία των πολιτικών και κοινωνικών προϋποθέσεων για την υλοποίηση και τη συγκεκριμενοποίησή της, είναι το μοναδικό που μπορεί να ενεργοποιήσει την κοινωνία απέναντι στην ακροδεξιά, ειδικά μετά το αποτέλεσμα των ιταλικών εκλογών, και να αποτελέσει τη βάση μιας κοινής προοπτικής αριστεράς και σοσιαλδημοκρατίας σε Ελλάδα και Γερμανία.