Η Ευρώπη κάνει Ταμείο…

Η είδηση που κυριάρχησε στην Ευρώπη την περασμένη βδομάδα ήταν, αναμφίβολα, η κοινή εισήγηση της καγκελαρίου Μέρκελ και του προέδρου Μακρόν προς τους 25 ομολόγους τους στην Ε.Ε. για τη δημιουργία Ταμείου Ανάκαμψης 500 δισ. ευρώ που θα διοχετευτούν σε περιοχές και τομείς που έχουν πληγεί περισσότερο από την υγειονομική κρίση.
Εύλογα. Το προτεινόμενο σχέδιο δεν είναι μόνο ό,τι πιο κοντινό στο ευρωομόλογο έχει επιχειρήσει μέχρι σήμερα η Ευρώπη, είναι η πιο προωθημένη κίνηση υπέρ της ευρωπαϊκής συνοχής και κατά του γερμανικού δημοσιονομικού καλβινισμού.
Είτε είναι αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης των κινδύνων που απειλούν την Ε.Ε., είτε προσφέρεται από τη Γερμανία —με παρότρυνση της Γαλλίας— ως «αντίδωρο» για την γιγάντωση, με κρατική υποστήριξη, των γερμανικών επιχειρηματικών κολοσσών σε βάρος των ανταγωνιστών τους στον ευρωπαϊκό νότο από συστάσεως ΟΝΕ, είτε πρόκειται για συνδυασμό των δύο, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο:
Το ότι για πρώτη φορά η Ευρώπη εμφανίζεται να αναγνωρίζει το συλλογικό χρέος και αναλαμβάνει την ευθύνη του είναι κάτι που αφυπνίζει αισιόδοξα αντανακλαστικά σε καιρούς που το χρειάζονται όσο ποτέ άλλοτε. Το κοινό αίσθημα εισπράττει θετικά το ότι το Παρίσι και Βερολίνο προτείνουν τα 500 δισ. του ταμείου να αντληθούν από τις αγορές μέσω της έκδοσης κοινού ευρωπαϊκού χρέους, ουσιαστικά εγκαταλείποντας το αδιέξοδο των μνημονιακών δανειοδοτήσεων και εισηγούμενοι υιοθέτηση μιας παραλλαγής του κορονο-ομολόγου που είχαν προτείνει οι 9 ηγέτες με επικεφαλής τον Μακρόν..
Το ότι η πρόταση Μέρκελ-Μακρόν προβλέπει να εξουσιοδοτηθεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να βγει στις χρηματαγορές αγορές και να δανειστεί εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ενωσης (με την εγγύηση του κοινοτικού προϋπολογισμού) κεφάλαια έως και 500 δισ. ευρώ. Το ότι, επιπλέον, τα κεφάλαια αυτά θα διατίθενται απ’ ευθείας από την Κομισιόν σε επιχειρήσεις και τομείς που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση. Το ότι —ακόμη πιο σημαντικό – τα ποσά αυτά θα διατίθενται όχι ως δάνεια αλλά με την μορφή επιδοτήσεων για προγράμματα ανάκαμψης στο πλαίσιο του διευρυμένου κοινοτικού προϋπολογισμού, εισπράττεται ανακουφιστικά.
Το κομβικό στοιχείο του σχεδίου –στοιχείο που, επίσης, διεγείρει διαφωνίες– είναι ότι η αποπληρωμή των ομολόγων που θα εκδίδει η Κομισιόν δεν θα γίνεται από τα κράτη-μέλη, αλλά από την Ευρωπαϊκή Ένωση και συγκεκριμένα από τον προϋπολογισμό της, με βάση το ποσό που συνεισφέρει κάθε χώρα σε αυτόν. Αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο βάρος αποπληρωμής θα επωμίζεται η Γερμανία, η οποία θα αποπληρώσει το μεγαλύτερο μέρος των δανείων που θα εισρεύσουν στις χώρες του Νότου, όπως η Ιταλία και η Ισπανία, καθώς είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη συνεισφορά στον κοινοτικό προϋπολογισμό, σε ποσοστό 27% , ως αποτέλεσμα του ότι έχει επωφεληθεί τα μέγιστα από την χρηματοπιστωτική κρίση που προηγήθηκε της υγειονομικής.
Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται η αχίλλειος πτέρνα του σχεδίου Μέρκελ-Μακρόν. Αυτό που θα δυσχεράνει την προσπάθεια να καμφθούν οι αντιστάσεις στο γερμανικό κοινοβούλιο, αλλά, κυρίως, την προσπάθεια να διαπεραστεί ο σκληρός βορειοευρωπαϊκός πυρήνας, όπου ήδη υπήρξαν οι πρώτες αρνητικές αντιδράσεις από την Αυστρία, την Σουηδία, την Ολλανδία και την Φινλανδία, χώρες με επίσης υψηλά ποσοστά συνεισφοράς στον κοινοτικό προϋπολογισμό και εξίσου υψηλό καλβινιστικό δημοσιονομικό φρόνημα. Διότι για να εγκριθεί ένα τέτοιο πρόγραμμα απαιτείται ομοφωνία,, όπως, άλλωστε, απαιτείται και για τη διεύρυνση του πλαισίου –δηλ. των συνεισφορών— του προϋπολογισμού της Ε.Ε.
Αλλά στην γαλλογερμανική πρόταση ασκείται κριτική και αντιστρόφως, αναφορικά με δύο όντως σημαντικές παραμέτρους. Πρώτον, ότι το ταμείο δεν προβλέπεται, στην καλύτερη περίπτωση, να λειτουργήσει πριν από το 2021, και, δεύτερον, τα 500 δισ. του φαντάζουν πολύ καχεκτικά μπροστά στα τρία συν τρία τρισεκατομμύρια που διοχετεύουν στη δική τους οικονομία οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Το εγχείρημα παραμένει, μολαταύτα, το πιο μεγάλο βήμα που έχει κάνει μέχρι στιγμής η Ευρώπη στην κατεύθυνση όχι μόνο της «ομοσπονδοποίησης» του χρέους, αλλά, σε ισχυρό συμβολικό επίπεδο, της ίδιας της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η οποία είχε εγκαταλειφθεί στα αζήτητα της χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Πόσο πιθανό είναι να ευοδωθεί; Υπέρ αυτής της εξέλιξης συνηγορεί, με ισχυρή δόση κυνικού ρεαλισμού, η παραδοχή ότι η Γερμανία δεν θα βγει χαμένη ούτε από αυτή την ευρωπαϊκή κρίση, καθώς είναι βέβαιο ότι η «μεγαλοθυμία» της θα εισπράξει –κατ’ ανάγκη— την ευρωπαϊκή ανοχή απέναντι στις κολοσσιαίες κρατικές ενισχύσεις του Βερολίνου στις γερμανικές επιχειρήσεις και τον συνακόλουθο αθέμιτο ανταγωνισμό έναντι των ασθενέστερων ευρωπαϊκών χωρών, ο οποίος καθιστά τις επιχειρήσεις του ευρωπαϊκού νότου ιδιαίτερα ευάλωτες στις επιθετικές γερμανικές εξαγορές.
Τα στοιχεία που ανακοίνωσε την περασμένη Τρίτη η Κομισιόν μιλούν εύγλωττα: Από τα 1,95 τρις ευρώ που έχει εγκρίνει σε κρατικές ενισχύσεις η Κομισιόν μετά την πανδημία, το 51% αφορά γερμανικές επιχειρήσεις, με τη Γαλλία να έρχεται δεύτερη με 17% και την Ιταλία τρίτη με 15,5%. Ακολουθούν, μακράν, το Βέλγιο , με 3% και η Πολωνία με 2,5%. Τα ποσοστά των υπολοίπων, περιλαμβανόμενης της Ελλάδας, κυμαίνεται μεταξύ 0,5 και 1,4%…
Τα τεράστια ποσά που χορηγεί η Γερμανία στις επιχειρήσεις της αντλούνται από τα κολοσσιαία πλεονάσματα που συσσώρευσε την τελευταία δεκαετία, αφήνοντας στις οικονομίες του ευρωπαϊκού νότου τα ελλείμματα… Το σχέδιο Μέρκελ-Μακρόν μπορεί να σημάνει το τέλος αυτού του φαύλου κύκλου και την αρχή μιας άλλη αντίληψης για το μέλλον της Ευρώπης;
Οι πληροφορίες των τελευταίων ωρών δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Η Κομισιόν, μετά την αρχική ενθουσιώδη υποδοχή της γαλλογερμανικής πρότασης εμφανίζεται να ρέπει προς ένα ένα μείγμα επιχορηγήσεων και δανείων, όπως προκύπτει από πρόσφατες δηλώσεις του εκπροσώπου της, Έρικ Μάμερ: «Στην πρότασή μας θα υπάρχει μία ισορροπία επιχορηγήσεων και δανείων… Θα δούμε ποια θα είναι αυτή η ισορροπία την επόμενη εβδομάδα, όταν θα παρουσιάσουμε την πρότασή μας»…
Η γαλλογερμανική πρόταση αναμένεται να ψηφιστεί την Τετάρτη 27 Μαΐου, οπότε οι 27 θα εγκρίνουν τον επόμενο προϋπολογισμό της Ε.Ε. Τα επόμενα εικοσιτετράωρα θα βρίθουν διαβουλεύσεων, αντιπαραθέσεων, ενστάσεων και συμβιβασμών. Πόσο μακριά θα κατασταλάξουν οι τελευταίοι αυτοί από τα αισιόδοξα μηνύματα που εξέπεμψε η τηλεσυνέντευξη Μέρκελ-Μακρόν της περασμένης Δευτέρας;

Κωστής Γιούργος