Η Ευρώπη της Νέας Γενιάς, η μάχη της Ιταλίας και η ελληνική οικονομία

Του Χρήστου Χατζηιωσήφ

Το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης (Ευρώπη της Νέας Γενιάς) και οι διαμάχες γύρω από αυτό συνοψίζουν όλες τις αδυναμίες, τις αντιφάσεις, και αποκαλύπτουν τους προπαγανδιστικούς μύθους γύρω από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι αδυναμίες εκδηλώνονται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων με την ανάγκη συμφωνίας όλων των κυβερνήσεων, της επικύρωσης από τα εθνικά κοινοβούλια και την παρεμβολή του, σε διαρκή αναζήτηση ρόλου, Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Οι αντιφάσεις συνοψίζονται στην επίκληση από όλα τα κράτη μέλη της κοινοτικής αλληλεγγύης και την άρνηση παροχής επιχορηγήσεων από τα ευπορότερα από αυτά στις χώρες που επλήγησαν περισσότερο από την πανδημία. Η πρόταση για το ταμείο ανάκαμψης απέχει, λοιπόν, πολύ από τη «χαμιλτόνια» στιγμή της ΕΕ, αλλά ούτε αποτελεί το ευρωπαϊκό Σχέδιο Μάρσαλ, ένα άλλο σύμβολο στο οποίο γίνεται αναφορά.

Ταμείο Ανάκαμψης και εθνικές δαπάνες

Η πραγματική οικονομική βαρύτητα του Ταμείου Ανάκαμψης γίνεται αντιληπτή όταν τα ποσά της πρότασης της Επιτροπής, 500 δισ. επιχορηγήσεις και 250 δισ. σε δάνεια, συγκριθούν με τα ποσά που έχουν ήδη αφιερώσει οι ισχυρότερες οικονομικά χώρες για την αντιμετώπιση των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ, η Γερμανία έχει δαπανήσει σε επιχορηγήσεις προς επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα, ή έχει δεσμεύσει σε εγγυήσεις προς τις τράπεζες, 1.184 δισ. ευρώ, ποσό που υπερβαίνει το 30% του ΑΕΠ της χώρας πριν από την κρίση. Το κόστος για το Ταμείο Ανεργίας της επιδότησης της μειωμένης εργασίας υπολογίζεται ότι θα φθάσει εντός του 2020 τα 30δισ. ευρώ. Στις αρχές Ιουλίου, μέσω του δεύτερου συμπληρωματικού προϋπολογισμού που κατέθεσε από την αρχή του χρόνου, η γερμανική κυβέρνηση εξασφάλισε την άδεια του Μπούντεσταγκ να δανεισθεί 218 δισ. χωρίς να θίξει το αποθεματικό του δημόσιου ταμείου, ύψους 50 δισ. Στη Γαλλία, τα αντίστοιχα ποσά σε επιχορηγήσεις και τραπεζικές εγγυήσεις ξεπερνούσαν στα μέσα Ιουνίου τα 560 δισ. και αντιπροσώπευαν περίπου το 25% του ΑΕΠ. Στην τραυματισμένη από την επιδημία Ιταλία, τα ποσά που διατέθηκαν με τρία διαδοχικά προγράμματα ανέρχονταν την ίδια εποχή σε 480 δισ., περίπου το 30% του ΑΕΠ. Η εποπτεία του κόστους των μέτρων στην Ισπανία είναι πιο δύσκολη λόγω του μεγάλου αριθμού των υποστηρικτικών δράσεων, αλλά και εκεί τα ποσά είναι εξαιρετικά σημαντικά τόσο σε απόλυτους αριθμούς, όσο και σε ποσοστό του ΑΕΠ. Μόνο στην Πορτογαλία είναι σαφώς χαμηλότερα, μεταξύ 12 και 15% του ΑΕΠ.

Η μάχη της Ιταλίας

Οι αριθμοί αυτοί μειώνουν τη βαρύτητα του ευρωπαϊκού ταμείου ανάκαμψης, οι πόροι του οποίου θα κατανεμηθούν σε περισσότερες χώρες μέλη στη διάρκεια τριών τουλάχιστον ετών, και για αυτό γεννούν ερωτηματικά ως προς τους στόχους του. Η κατανομή που προτάθηκε με βάση τα κριτήρια της Επιτροπής, δίνει μια πρώτη απάντηση. Τα μεγαλύτερα ποσά των επιχορηγήσεων, 82 και 77 δισ. αντίστοιχα, προορίζονται για την Ιταλία και την Ισπανία. Σε αυτές τις δύο χώρες αναλογούν, σύμφωνα με την πρώτη κατανομή, επιπλέον 91 και 63 δισ. σε δάνεια. Οι δύο μεσογειακές χώρες είχαν το μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων και τα σκληρότερα μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας στην ΕΕ και η αναλογικά μεγαλύτερη ενίσχυσή τους από το Ταμείο Ανάκαμψης είναι εύλογη. Στην περίπτωση της Ιταλίας η στήριξη επιδιώκει και έναν άλλο στόχο, που είναι ίσως σημαντικότερος. Η Ιταλία είναι το κράτος μέλος στο οποίο η κριτική για την πολιτική της ΕΕ και το ευρώ είναι ισχυρότερη από οπουδήποτε αλλού και στο οποίο τα λεγόμενα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα συγκεντρώνουν την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος. Εάν οι οικονομικές δυσκολίες και η εσωτερική πολιτική πίεση ανάγκαζαν ποτέ την Ιταλία να εγκαταλείψει τη ζώνη του ευρώ, όχι μόνο η νομισματική ένωση, αλλά ολόκληρη η ΕΕ θα έμπαιναν σε μια θανάσιμη περιδίνηση. Η θερμή συνηγορία της Γαλλίας για το Ταμείο Ανάκαμψης, από το οποίο η ίδια επωφελείται μόνο οριακά με 32 δισ. σε δάνεια, οφείλεται κυρίως στην αγωνία για τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης ιταλικής αποχώρησης που θα έθετε τη γαλλική πολιτική μπροστά στο δίλημμα να επιλέξει ανάμεσα στον εναγκαλισμό με τη Γερμανία με ακόμη δυσμενέστερους όρους και τη δική της αποχώρηση με αβέβαιο μέλλον. Επιπλέον, η καλλιέργεια της ψευδαίσθησης της λειτουργίας του γαλλογερμανικού άξονα έχει αναμφισβήτητες θετικές επιπτώσεις για τον πρόεδρο Μακρόν στην εσωτερική πολιτική, όπου αντιμετωπίζει αυξανόμενες αντιξοότητες. Ο άλλος πόλος του άξονα, η Γερμανία, έχει επίσης συμφέρον όχι μόνο να διατηρήσει την Ιταλία στη λέσχη, αλλά και να στηρίξει τον Μακρόν που παραπαίει, όσο αυτός της είναι ακόμα χρήσιμος.
Οι διαμάχες, λοιπόν, για το Ταμείο Ανάκαμψης αποτελούν σε μεγάλο βαθμό τη «μάχη της Ιταλίας», η οποία διεξάγεται τόσο ανάμεσα στα κράτη μέλη, όσο -με ακόμα μεγαλύτερη ένταση- στο εσωτερικό της ίδιας της Ιταλίας. Το υψηλό δημόσιο χρέος της Ιταλίας, 2 τρισεκατομμύρια ευρώ, το οποίο ως ποσοστό του ΑΕΠ θα φθάσει ελληνικά επίπεδα φέτος, και τα χαμηλά ποσοστά μεγέθυνσης του ΑΕΠ, τα οποία αναφέρουν συνήθως οι ξένοι παρατηρητές ως απόδειξη της χρεωκοπίας του ιταλικού πολιτικού συστήματος, αποτελούν ένα μόνο μέρος της εικόνας. Το άλλο συνιστούν ο ισχυρός βιομηχανικός τομέας της χώρας, ο δεύτερος σε μέγεθος στην ΕΕ, το πλεόνασμα του εμπορικού ισοζυγίου, που ανήλθε σε 2,96% του ΑΕΠ το 2019, και η ισχυρή εγχώρια αποταμίευση, που εξηγούν το αξιόχρεο της από πρώτη άποψη υπερχρεωμένης Ιταλίας. Συχνά, επίσης, λησμονείται ότι η Ιταλία συνεισφέρει περισσότερο στον κοινοτικό προϋπολογισμό από ό,τι εισπράττει. Τα ισχυρά ατού της ιταλικής οικονομίας είναι αυτά που κάνουν την έξοδό της από την ευρωζώνη θεωρητικά δυνατή και για αυτό τόσο επίφοβη. Τα δύο κόμματα που σχετικά πλειοψήφησαν στις εκλογές του 2018, τα 5αστέρια και η Λέγκα του Βορρά, μπορεί να έχουν στο μεταξύ μετριάσει την αντιευρωπαϊκή τους ρητορική, αλλά οι δημοσκοπήσεις μέσα στην υγειονομική κρίση δίνουν χαμηλά ποσοστά δημοφιλίας στην ΕΕ και τη Γερμανία, σε σχέση με την Κίνα και τις ΗΠΑ. Για αυτό οι συστημικές πολιτικές δυνάμεις -Δημοκρατικό Κόμμα, Ιτάλια Βίβα (Ρέντσι), Φόρτσα Ιτάλια (Μπερλουσκόνι)- και η Confidustria από την πλευρά της εργοδοσίας, ασκούν συνεχή πίεση, προκειμένου να προσφύγει η Ιταλία στον ΕΜΣ, ώστε να εξασφαλιστούν μνημονιακού τύπου δεσμεύσεις, που θα έμπαιναν εμπόδιο σε μια εναλλακτική οικονομική πολιτική στην περίπτωση που η Λέγκα επανερχόταν στην εξουσία. Ακόμα και αν ξεπεραστεί η σημερινή ασυμφωνία ανάμεσα στα κράτη μέλη στο ζήτημα των επιχορηγήσεων, η εκταμίευση των ποσών του Ταμείου θα καθυστερήσει λόγω των αναπόφευκτων προθεσμιών για την επικύρωση της συμφωνίας από τα εθνικά και κοινοτικά θεσμικά όργανα. Στο μεσοδιάστημα, οι πιέσεις για προσφυγή στο ΕΜΣ θα γίνουν εντονότερες. Αυτές δεν προέρχονται μόνο από το εσωτερικό της χώρας, αλλά και από το εξωτερικό. Η καγκελάριος Μέρκελ δήλωσε σε συνέντευξη στη γαλλική Le Monde (28-29.6.20) ότι δεν καταλαβαίνει γιατί κράτη μέλη που επλήγησαν από την πανδημία δεν κάνουν χρήση των διαθέσιμων εργαλείων, δηλαδή των δανείων του ΕΜΣ. Ήταν σαφώς πιο διακριτική από τον ολλανδό πρωθυπουργό, ο οποίος σε συνέντευξη στην Corriere della Sera δήλωσε ότι «η Ιταλία θα πρέπει να μάθει να λύνει τα προβλήματα μόνη της» και ότι η Ολλανδία σε κάθε περίπτωση επιμένει τα δάνεια να συνοδεύονται από όρους. Στο εσωτερικό της Ιταλίας συνεχίζονται οι διεργασίες για το σχηματισμό μιας νέας κυβέρνησης στην οποία θα συμμετέχουν το Δημοκρατικό Κόμμα, ο Ρέντσι, η Φόρτσα Ιτάλια και οι «λογικοί» των 5αστέρων, μετά την επιδιωκόμενη διάσπαση αυτού του κόμματος. Παρόλη αυτήν την ατμόσφαιρα μεσαιωνικής ίντριγκας, το ιταλικό δημόσιο κατόρθωσε να αντλήσει 315 δισ. σε δανειακά κεφάλαια από τις αγορές, ποσό μεγαλύτερο από εκείνο του αντίστοιχου διαστήματος του 2019, ενώ μεγάλη συμβολική σημασία είχε η διάθεση δύο φορές στη λιανική αγορά ομολογιών «πατριωτικών» δανείων, που προσφέρουν κίνητρα στους αποταμιευτές για να τις διακρατήσουν μέχρι τη λήξη τους. Την πρώτη μέρα της έκδοσης του δανείου Futura (6.7.20) εγγράφηκαν 65.000 αποταμιευτές για 2,35 δισ. ευρώ. Την επομένη, η εφημερίδα Corriere della Sera, ιδιοκτησίας του ομίλου Fiat Chrysler Automobiles, εξηγούσε για πολλοστή φορά στους αναγνώστες της τα υποτιθέμενα πλεονεκτήματα των δανείων του ΕΣΜ.
Τα οικονομικά μέτρα που πήραν οι διάφορες κυβερνήσεις δεν θα μπορέσουν να αποτρέψουν την αύξηση της ανεργίας, την εξώθηση μεγάλων ομάδων του πληθυσμού στη φτώχεια, το κλείσιμο πολλών επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα τη διεύρυνση των ανισοτήτων και τη συγκέντρωση του κεφαλαίου σε κάθε χώρα, παράλληλα με το άνοιγμα της ψαλίδας ανάμεσα στα κράτη μέλη, εξαιτίας των διαφορών στο ύψος των μέσων που κατόρθωσαν να κινητοποιήσουν. Οι πολιτικές επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης είναι δύσκολο να προβλεφθούν, όλα όμως δείχνουν ότι οι επόμενοι μήνες θα είναι πολύ δύσκολοι για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και θα θέσουν ζητήματα ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής και ελέγχου του τραπεζικού συστήματος.

Η ελληνική οικονομία

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ, μέχρι τα μέσα Ιουνίου, τα μέτρα που είχε πάρει η ελληνική κυβέρνηση κυμαίνονταν στα επίπεδα των χωρών με τις λιγότερες οικονομικές δυνατότητες, στο 14% του ΑΕΠ. Το ποσοστό αυτό μπορεί να αυξήθηκε θεωρητικά στη διάρκεια του μήνα που μεσολάβησε, αν και στην πράξη η υλοποίηση των μέτρων συναντά μεγάλες δυσκολίες.
Η κριτική τους έχει μικρό πρακτικό νόημα, καθώς είναι εξαιρετικά μικρά τα περιθώρια άσκησης πολιτικής σε μια χώρα που πτώχευσε και που εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από στενή εποπτεία, όπως μας υπενθυμίζουν καθημερινά οι κ.κ. Ντομπρόφσκις, Ρέγκλιγκ και οι άλλοι εκπρόσωποι των θεσμών. Μεγαλύτερο νόημα θα είχε μια συζήτηση για τη θέση της οικονομικής δραστηριότητας στην Ελλάδα μέσα στον ευρωπαϊκό καταμερισμό της εργασίας της επόμενης μέρας. Τόσο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όσο και οι κυβερνήσεις των χωρών μελών, παίρνουν αποφάσεις και εκπονούν, ή έχουν εκπονήσει ήδη, σχέδια για την επόμενη μέρα. Η ψηφιακή οικονομία και η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι βασικοί πυλώνες αυτών των σχεδίων, αλλά δίπλα σε αυτούς εμφανίζονται καινοφανείς έννοιες και προτείνονται πολιτικές που θα ήταν αδιανόητες πριν από την πανδημία. Η συζήτηση για την επαναβιομηχάνιση των ευρωπαϊκών οικονομιών είχε αρχίσει πριν από την κρίση. Η Γερμανία, για παράδειγμα, είχε θέσει ως στόχο η συμβολή της βιομηχανίας στο ΑΕΠ της χώρας να περάσει από το 20 στο 25%. Σήμερα, όμως, η επαναβιομηχάνιση εξισούται με την ανάκτηση ή τη διατήρηση της «οικονομικής κυριαρχίας» (Μακρόν) και η επιδίωξη του reshoring θεμελιώνεται στην προεξοφλούμενη εξάντληση της παγκοσμιοποίησης, στη μορφή ελεύθερης μετακίνησης εμπορευμάτων και προσώπων.
Ταυτόχρονα, οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία) ενισχύουν τους φραγμούς για την εξαγορά στρατηγικών επιχειρήσεων στη βιομηχανία και το χρηματοπιστωτικό τομέα από ξένους επενδυτές. Από την πλευρά της, η πρόεδρος της Επιτροπής αναγγέλλοντας το Ταμείο Ανάκαμψης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 27 Μαΐου, διευκρίνισε ότι τα χρήματα θα κατανεμηθούν στις χώρες μέλη με κριτήριο την εναρμόνιση των προτάσεών τους με τα «ευρωπαϊκά προγράμματα» που θα καταρτίσει η Επιτροπή, εννοείται κάτω από τη βαρύνουσα επιρροή των ισχυρών κρατών μελών.

Δυσπραγία και έλλειψη σχεδίου

Μπροστά στην υπό διαμόρφωση νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα, η εικόνα της Ελλάδας χαρακτηρίζεται από τη δυσπραγία και την έλλειψη σχεδίου. Το ελληνικό αίτημα (Ιούνιος 2020) προς την Επιτροπή να επιτραπεί η χρηματοδότηση και «προβληματικών» επιχειρήσεων, εκτός από τις ΔΕΚΟ, δείχνει τη δραματική κατάσταση της πραγματικής οικονομίας. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, το 41% των επιχειρήσεων με κύκλο εργασιών άνω των 800.000 ευρώ είναι υπερχρεωμένες, δηλαδή υποψήφιες προβληματικές νέας γενιάς (Καθημερινή 5.7.20). Η θέση του Κ. Μητσοτάκη, που διατυπώθηκε στη συνέντευξη στους Financial Times (5.7.20), η διάρκεια της κατανομής των πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης να επεκταθεί σε τέσσερα από τρία χρόνια, αποκαλύπτει την ταυτόχρονη απουσία ώριμων προτάσεων, απόρροια της άρνησης σχεδιασμού από τις διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων τριών δεκαετιών.

Real estate ως μόνη οικονομική πολιτική

Η δύσκολη αυτή κατάσταση αποδίδεται εναλλακτικά και αθροιστικά στην παθογένεια της δημόσιας διοίκησης, στο κόστος της εργασίας και τα συνδικάτα, στο υπερβολικό κόστος του κοινωνικού κράτους, στην καθυστέρηση της δημόσιας εκπαίδευσης και, τέλος, στον επάρατο λαϊκισμό. Συνεπή με τη διάγνωση είναι και τα μέσα θεραπείας, μεταρρυθμίσεις γενικώς, με «σπάσιμο αυγών», νόμο και τάξη για να απελευθερωθεί η επιχειρηματικότητα και να εισρεύσουν οι πολυπόθητες ξένες επενδύσεις. Με άλλα λόγια, να ενταθεί η πολιτική που ακολουθείται εδώ και τρεις δεκαετίες και είχε κορυφωθεί στην περίοδο 2010 – 2019, παρόλο που τα εμπειρικά δεδομένα τεκμηριώνουν την αποτυχία της με όλους τους διαθέσιμους δείκτες -παραγωγικότητα, συμμετοχή στο παγκόσμιο εμπόριο, συμμετοχή στις παγκόσμιες αλυσίδες αξίας. Ο αγροτικός τομέας και ο τουρισμός, που προπαγανδίζονται σαν διέξοδος, παρέμειναν στάσιμοι ή ελαφρά αρνητικοί. Ένας μόνο τομέας οικονομικής δραστηριότητας φαίνεται στη διάρκεια της τελευταίας, προ πανδημίας, κρίσης να αύξησε σημαντικά τη συμβολή του στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της συνολικής ελληνικής οικονομίας: ο κλάδος του real estate. Κατά τη γνώμη μου, δεν πρόκειται για ανεξήγητο εύρημα. Από τη δεκαετία του 1990, μπροστά στις δυσκολίες επιβίωσης της εγχώριας παραγωγής στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά υπάρχει μια τάση ρευστοποίησης της ακίνητης περιουσίας από μεγάλο μέρος των πολιτών και κερδοσκοπίας επί της γης από μερίδες των ελλήνων κεφαλαιούχων. Η κρατική πολιτική, συνειδητά ή ενστικτωδώς, έχει αναγνωρίσει αυτήν την εξέλιξη, παράδειγμα οι πολιτικές ιδιωτικής πολεοδόμησης, ιδιωτικοποίησης δημοσίων εκτάσεων και ακινήτων εγκαταστάσεων, όπως αεροδρόμια, μαρίνες, δίκτυα σιδηροδρόμου, τηλεπικοινωνιών, υδροδότησης, ηλεκτρισμού κλπ. Ας μην ξεχάσουμε ότι οι τρεις «εμβληματικές επενδύσεις» του προεκλογικού προγράμματος της σημερινής κυβέρνησης -το Ελληνικό, οι Σκουριές του Ελληνικού Χρυσού, με την απουσία επεξεργασίας του μεταλλεύματος και το λιμάνι της Cosco- δεν αποτελούν παραγωγικές επενδύσεις, αλλά επιχειρήσεις real estate.Την ίδια στιγμή παραγωγική γη στη Θεσσαλία περνά στα χέρια ξένων επενδυτών, συχνά για την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών. Μια χώρα που έχει φτάσει στο σημείο να μην της απομένει να ρευστοποιήσει τίποτα άλλο παρά την εδαφική της υπόσταση για να επιβιώσει το κοινωνικό σύστημα, πρέπει να είναι έτοιμη για εσωτερικές αναταράξεις και ακρωτηριασμό της εδαφικής της κυριαρχίας.
Η διακήρυξη από το νέο πρόεδρο του ΣΕΒ του στόχου να αυξηθεί μέσα σε μία δεκαετία η συμβολή της μεταποίησης στο ΑΕΠ από 10 στο 15% χρειάζεται μια διαφορετική πολιτική και προ πάντων κοινωνική συναίνεση και πολιτική ομαλότητα. Το ίδιο και διαπραγμάτευση της θέσης της Ελλάδας στο ευρωπαϊκό reshoring. Προς το παρόν, κανένας πολιτικός σχηματισμός δεν την έχει προτείνει.