Η φιλοσοφία που ενοχλεί

Η Αγκνές Χέλερ δεν θα ξαναενοχλήσει αυταρχικούς κυβερνήτες και καθεστώτα με νέα κείμενα και δυναμικές παρεμβάσεις της. Σ’ όλη της τη ζωή το έκανε έχοντας κληροδοτήσει τις επόμενες γενιές με αρκετά από αυτά, ικανά σε αριθμό και σε ένταση, για να ενοχλούν για πάντα όλες τις εξουσίες που δεν σέβονται λαούς και δικαιώματα.
Πριν από μερικές μέρες μας άφησε χρόνους σε ηλικία 90 ετών, κλείνοντας μια ζωή που την χαρακτήρισε η κριτική και μαχητική στάση απέναντι σε εξουσιαστικές λογικές και σε κάθε είδους περιορισμούς των ελευθεριών, όχι μόνο την περίοδο που η πατρίδα της ζούσε σε καθεστώς «υπαρκτού σοσιαλισμού», αλλά και μετά το 1990, όταν η προσδοκίες του ουγγρικού λαού διαψεύστηκαν από την κυριαρχία ενός καθεστώτος όπως του Βίκτορ Ορμπαν.
Γεννημένη το 1929 σε μια εβραϊκή οικογένεια στη Βουδαπέστη, στράφηκε νωρίς στη φιλοσοφία, υπήρξε μαθήτρια του γνωστού κριτικού μαρξιστή φιλόσοφου Γκεόργκι Λούκατς, έζησε και δίδαξε για πολλά χρόνια από το 1977 στην Αυστραλία και τις ΗΠΑ και επέστρεψε στην Ουγγαρία σε μια εποχή που έμελλε να την φέρει ξανά αντιμέτωπη με μια πολύ διαφορετική κυβέρνηση αυτή τη φορά.
Το κείμενο που δημοσιεύουμε σήμερα, δεν είναι πολύ πρόσφατο. Εξακολουθεί, όμως, να είναι επίκαιρο, καθώς το πρόβλημα Ορμπαν δεν παύει να προκαλεί: τους αντίπαλους του αυταρχισμού, της ακροδεξιάς, των ρατσιστικών αντιλήψεων, αλλά και τη νοημοσύνη των ευρωπαίων πολιτών, που βλέπουν το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, την ευρωπαϊκή δεξιά που θέλει να αποκαλείται κεντροδεξιά, να ανέχεται στους κόλπους της έναν επικίνδυνο εχθρό της δημοκρατίας, των ελευθεριών και των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Είναι ένα από τα κείμενα που θα εξακολουθούν να ενοχλούν τους εν ζωή εχθρούς της Αγκνές Χέλερ.

Της Αγκνές Χέλερ

Από την εποχή του Διαφωτισμού οι συγγραφείς, οι άνθρωποι του θεάτρου, οι μουσικοί, οι συντάκτες και σχολιαστές του ποιοτικού Τύπου έχουν αναλάβει το βάρος των ευθυνών που προκύπτουν από την ελευθερία της γνώμης. Αυτό σημαίνει ότι οι σκέψεις τους και οι πεποιθήσεις τους υπαγορεύονταν στο εξής από τη συνείδησή τους και τη λογική τους και όχι από τους κυρίους και αφέντες τους. Η φιλοσοφία, η ανεξάρτητη σκέψη αντιμετωπίζονταν ανέκαθεν σαν «επαγγελματική ασθένεια». Ο Διαφωτισμός, ωστόσο, κατάφερε να μολύνει με αυτή την «ασθένεια» όλους εκείνους που, αργότερα, προσδιορίστηκαν με τον όρο «διανοούμενοι».
Να γιατί οι τύραννοι και οι δικτάτορες της σύγχρονης εποχής δεν τους είχαν ποτέ μες στην καρδιά τους, προσπαθώντας άλλοτε να θέτουν οι ίδιοι κριτήρια για να διακρίνουν τους «καλούς» από τους άλλους επιφυλάσσοντας τα αγαθά τους για όσους τους περιστοίχιζαν, και άλλοτε να προσελκύουν εκείνους που, βαδίζοντας στα ίχνη του Πλάτωνα, θεωρούσαν καθήκον τους να τους συμβουλεύουν. Αν και με μικρή επιτυχία μακροπρόθεσμα.

Αντίβαρα της εξουσίας

Η ώρα της δόξας των κριτικών διανοουμένων είναι οι περίοδοι των δικτατοριών. Αυτοί ενσαρκώνουν την ύδρα με τα εφτά κεφάλια που εξεγείρεται κατά της τυραννίας. Και όταν ένα κεφάλι πέφτει, είτε με τη διαφθορά, είτε με τη δολοφονία, τον εγκλεισμό σε στρατόπεδα εξόντωσης, ή ακόμα με την αναγκαστική εξορία ή τη φυλάκιση, άλλα φυτρώνουν στη θέση του. Αυτό το θηρίο αποδεικνύεται ανίκητο.
Σε περιόδους δημοκρατίας τέρμα οι ηρωισμοί! Όμως το θάρρος των πολιτών παραμένει επίκαιρο. Χρειάζεται να επενδυθεί χρόνος και ενέργεια για να απορριφθούν οι εύκολες προαγωγές, για να διατηρηθεί το κριτικό πνεύμα σε εγρήγορση. Το ζήτημα δεν είναι να γνωρίζουμε αν ο ένας ή ο άλλος διανοούμενος έχει δίκιο ή σφάλλει, καθώς ορισμένοι γίνονται σημαιοφόροι ουτοπικών ονείρων. Το ζήτημα είναι ότι ο σύγχρονος κόσμος έχει απόλυτη ανάγκη από άτομα ικανά να αντιπαραθέσουν μια άρνηση στη μια ή την άλλη κοινωνική δομή, νομοθεσία, κυβερνητικό μέτρο κλπ. Η δυναμική της σύγχρονης κοινωνίας τροφοδοτείται από την αδιάκοπη ανταλλαγή επιχειρημάτων και αντεπιχειρημάτων, που προκύπτει από την ένταση της δημόσιας συζήτησης. Ακόμα και η τεχνολογική ανάπτυξη μακροπρόθεσμα χρειάζεται ελευθερία σκέψης, δηλαδή ανεξαρτησία, ελευθερία γνώμης, ελευθεροτυπία. Η προνομιακή μορφή αυτών των στοιχείων βρίσκεται στα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας.

Οι φιλόσοφοι απειλούν ακόμα

Για χρόνια πίστευα πως η φιλοσοφία έχει γίνει μια ακαδημαϊκή θεωρία όπως όλες οι άλλες, μια ενασχόληση με το ίδιο το παρελθόν της και μουσειοποίηση της ιστορίας της, που δεν ενδιαφέρει άλλον εκτός από τους εκπροσώπους της. Η παραδοσιακή κριτική λειτουργία της είχε αναληφθεί από τα διάφορα μίντια. Εχοντας ζήσει πολλά χρόνια στην Αυστραλία και τις ΗΠΑ, κατέληξα να βρίσκω αυτή την κατάσταση σχεδόν φυσιολογική. Αλλά και οι ευρωπαϊκές εμπειρίες μου δεν αντέκρουαν αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων.
Κι ύστερα ήρθε η έκπληξη. Η νέα ουγγρική κυβέρνηση ξεκίνησε μια καμπάνια δυσφήμησης των ούγγρων φιλοσόφων και μέσω αυτών ολόκληρης της κριτικής φιλοσοφίας. Η επίθεση άρχισε ταυτόχρονα από τρεις καθημερινές εφημερίδες και τρία τηλεοπτικά κανάλια. Κράτησε σχεδόν δύο μήνες, βασισμένη στις ίδιες πάντα κατηγορίες, με την κουραστική επανάληψη των ίδιων καταγγελιών που από καιρό είχαν διαψευστεί. Ο βασικός ισχυρισμός ήταν πως «η συμμορία της Χέλερ» είχε με ύποπτα μέσα και με την πρόφαση ερευνητικών εργασιών υφαρπάξει δύο εκατομμύρια ευρώ.
Περί τίνος επρόκειτο; Από μια εκατοντάδα σχεδίων δαχτυλοδείχνονταν έξι. Τα ποσά που προορίζονταν για διαφορετικές εργασίες – έρευνα, μετάφραση, έκδοση εργασιών…- αθροίζονταν και υποδεικνυόταν ένα πρόσωπο σαν υπεύθυνο για όλα. Γιατί εγώ, που απ’ όλους τους έξι διευθυντές έρευνας δεν άγγιξα ούτε δεκάρα; Δεν υπάρχει κανένα μυστήριο, είχα ταξινομηθεί στους «φιλελεύθερους φιλοσόφους», όπου «φιλελεύθερος» κατά το κυβερνητικό λεξικό σήμερα είναι συνώνυμο της «εναντίωσης», του «διαβολικού», του «αντιπατριωτικού». Τα τρία θύματα διαλέχτηκαν επειδή αποτελούν την ιδανική σύνθεση για να ποινικοποιηθούν όλοι εκείνοι που αμφισβητούν την πολιτική της ουγγρικής κυβέρνησης και ιδίως τον πρόσφατο νόμο για τα μίντια.

Η ποινικοποίηση της κριτικής

Ποιοι είναι οι πολιτικοί στόχοι αυτής της ποινικοποίησης; Πρώτα απ’ όλα ο εκφοβισμός των κριτικών διανοουμένων, των φιλοσόφων κυρίως. Πρέπει να κρατιούνται σε απομόνωση, να σωπαίνουν ευγενικά, διαφορετικά θα καταγγέλλονται και θα τους μεταχειρίζονται με τον τρόπο που αρμόζει σε εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου.
Κατόπιν ποινικοποιούνται με τον ίδιο τρόπο πολλά μέλη της προηγούμενης κυβέρνησης, καθώς και ο πρώην πρωθυπουργός. Τον περισσότερο καιρό, με πρόσχημα ότι τα τελευταία δέκα χρόνια ο δανεισμός της Ουγγαρίας έφτασε σε ανησυχητικό επίπεδο. Το γεγονός αυτό, που ανάγεται στην οικονομική πολιτική, παρουσιάζεται σαν ποινική πράξη, λες και οι προηγούμενοι κυβερνώντες ενθυλάκωσαν εκατομμύρια ευρώ.
Είμαστε μάρτυρες ενός Kulturkampf, ενός αγώνα κατά της κουλτούρας, μιας επίθεσης της εξουσίας εναντίον των διανοουμένων. Η πλειονότητα των προσωπικοτήτων της πνευματικής ελίτ έχει «αποκλειστεί». Για παράδειγμα, ο καλλιτεχνικός διευθυντής και διευθυντής ορχήστρας της Οπερας της Βουδαπέστης Ανταμ Φίσερ ή ακόμα ο διευθυντής του Μπαλέτου, καθώς και μεγάλος αριθμός διευθυντών θεάτρου, συντάκτες της τηλεόρασης, παρουσιαστές εκπομπών, σχολιαστές της επικαιρότητας, δημοσιογράφοι. Σ’ αυτό το πλαίσιο εγγράφεται η επίθεση κατά των φιλοσόφων.
Κάνοντας κατάχρηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας των δύο τρίτων, αυτή η κυβέρνηση της δεξιάς που αυτοαποκαλείται «επαναστατική» ψήφισε ένα νόμο για τα μίντια , που αντιβαίνει σοβαρότατα στο ευρωπαϊκό δημοκρατικό πνεύμα. Μια ad hoc επιτροπή, αποτελούμενη αποκλειστικά από μέλη του πλειοψηφούντος κόμματος, έχει αποστολή να ελέγχει και να επιβάλλει κυρώσεις σε μέσα, ακόμα και σε έντυπα (ενώ μέχρι τώρα η ευθύνη γι’ αυτό – ακόμα και για τη δυσφήμηση – ανήκε σ’ ένα ανεξάρτητο δικαστήριο).
Όταν μεγάλος αριθμός ευρωβουλευτών εξεγέρθηκε κατά της σοβαρής αυτής παραβίασης της αρχής της ελευθεροτυπίας, ο πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπαν τα έβαλε με τους κριτικούς διανοούμενους (τους περίφημους «φιλελεύθερους») κατηγορώντας τους ότι μαχαίρωσαν πισώπλατα τη νόμιμη κυβέρνηση της χώρας τους, ότι δεν είναι πατριώτες και ευθύνονται για το γεγονός ότι η ΕΕ δεν αντιλήφθηκε την ιδιαιτερότητα της ουγγρικής περίπτωσης, όπως αποκαλούν τις ουγγρικές σπεσιαλιτέ. Οπωσδήποτε δεν το αρνούμαι και, όπως αναρίθμητοι συνάδελφοί μου, δηλώνω ένοχη γι’ αυτό. Αλλά ο ευρωπαϊκός τύπος δεν είχε ανάγκη από εμάς για να σημάνει τον κώδωνα του κινδύνου. Οι περιορισμοί της ελευθερίας έκφρασης μπορεί να μεταδοθούν σαν κοπλλητική ασθένεια. Και χρειάζεται να αντιμετωπιστούν από τα πρώτα κιόλας συμπτώματα.

Η ουγγρική κυβέρνηση εξαπέλυσε καμπάνια δυσφήμησης των ούγγρων φιλοσόφων και ολόκληρης της κριτικής φιλοσοφίας, ταυτόχρονα από τρεις καθημερινές εφημερίδες και τρία τηλεοπτικά κανάλια, επί σχεδόν δύο μήνες.

Η αλληλεγγύη μας δυναμώνει

Ωστόσο, η κυβέρνηση προστρέχει σε κάθε είδους μέτρα για να τεντώσει τα νεύρα των διανοουμένων, που έχουν ευαισθησία για το σεβασμό των δικαιωμάτων. Περιορίζοντας μεθοδικά τα θεσμικά αντίβαρα της εξουσίας, συγκεντρώνοντας τις εξουσίες, κρατικοποιώντας τις εισφορές ιδιωτικών συνταξιοδοτικών ταμείων, ψηφίζοντας και εφαρμόζοντας νόμους με αναδρομική ισχύ κλπ. Οι «φιλελεύθεροι» οικονομολόγοι και πολιτολόγοι βρίσκουν σ’ αυτές τις περιπτώσεις συμμάχους τους φιλοσόφους.
Αυτά είναι τα κίνητρα της επίθεσης εναντίον των φιλοσόφων. Για να πραγματοποιηθεί, όμως, αυτή η επίθεση, χρειάστηκε να πειστεί το εκλογικό σώμα για «αλήθειες» ελάχιστα πιστευτές. Χρειάστηκε να θιγούν ορισμένες χορδές ευαίσθητες για μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Να ερεθιστεί ο φθόνος, η μνησικακία, ο αντισημιτισμός. Εκαναν τους λιγότερο καλλιεργημένους να πιστέψουν ότι οι «φιλόσοφοι» είναι εξ ορισμού άτομα άχρηστα, που σπαταλούν για δικά τους σχέδια ποσά που θα μπορούσαν να διατεθούν γι’ αυτούς. Για το σκοπό αυτό, όλως τυχαίως, δημοσιεύουν τρεις φωτογραφίες εβραίων.
Υπάρχει, πάντως, κάτι που μας ικανοποιεί μέσα σ’ όλα αυτά. Η αλληλεγγύη που δεχτήκαμε από φιλόσοφους απ’ όλο τον κόσμο και από διανοούμενους, ανθρώπους που σκέφτονται ελεύθερα, μας δυναμώνει. Ο απόηχος ήταν πιο ισχυρός απ’ όσο μπορούσαμε να φανταστούμε και η πολύμορφη στήριξη ήρθε από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και απ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης. Φαίνεται, τελικά, πως η ελευθερία έκφρασης, η ελευθερία γνώμης η ελευθερία σκέψης είναι έννοιες που δεν γνωρίζουν σύνορα. Και πως η φιλοσοφία, επίσης, δεν είναι ένα ξεδοντιασμένο γέρικο λιοντάρι.