H Ιστορία, ο Χρόνος και ο Χώρος…

 

Η πρόβλεψη της Σίας Αναγνωστοπούλου –στην τοποθέτησή της στην εκδήλωση με θέμα τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821, που πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Σπούτνικ– ότι «η σύγκρουση για την ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού θα κορυφωθεί στο επόμενο διάστημα» επιβεβαιώνεται πολύ νωρίτερα από ό,τι ίσως περίμενε και η ίδια: Λίγα εικοσιτετράωρα αργότερα ανακοινώθηκε ότι ο κ. Μητσοτάκης θα ζητήσει συναντήσεις με τους πολιτικούς αρχηγούς την επόμενη εβδομάδα, σε αναζήτηση, υποτίθεται, κοινών τόπων και συναινέσεων, αναφορικά με την πρόθεση της κυβέρνησής του να φέρει στη Βουλή το θέμα της ψήφου των αποδήμων.
Υποτίθεται. Διότι ο κ. πρωθυπουργός και το επιτελείο του αποκλείεται να μη γνωρίζουν τι προβλέπει το Σύνταγμα και τι λένε οι αριθμοί. Και το μεν Σύνταγμα λέει ότι για να ισχύσει η ρύθμιση που επιδιώκει η κυβέρνηση, δηλαδή η ψήφος των αποδήμων να προσμετράται στο τελικό εκλογικό αποτέλεσμα, απαιτούνται 200 ψήφοι στη Βουλή, οι δε αριθμοί αποφαίνονται ψυχρά ότι, ακόμη και στην -όλως αμφίβολη- περίπτωση που το ΚΙΝΑΛ, το MέΡΑ 25, και η Ελληνική Λύση συντάσσονταν με την Ν.Δ., το άθροισμα των 199 βουλευτών δεν θα αρκούσε, καθώς θα είχε απέναντί του τις 101 ψήφους του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΚΕ, που λένε ξεκάθαρα «όχι».

Γιατί τόσος θόρυβος;

Πού αποσκοπεί, άρα, η διαφαινόμενη πρόθεση της κυβέρνησης να κρατήσει ψηλά τους τόνους στο θέμα της ψήφου των αποδήμων – και για πόσο. Όσο εξαντλητικά και να το εκμεταλλευτεί, το θέμα δεν αντέχει να αποδίδει επικοινωνιακά επί μια τετραετία – εκτός αν στους κυβερνητικούς σχεδιασμούς το διάστημα μέχρι τις επόμενες εκλογές προβλέπεται βραχύτερο.
Η λύση που επιθυμεί η κυβέρνηση, δηλαδή η προσμέτρηση της ψήφου των αποδήμων στο τελικό εκλογικό αποτέλεσμα —πράγμα που, το πιθανότερο, θα εξασφάλιζε τη μακροημέρευση της δεξιάς στην εξουσία και τη δυνατότητά της να διαμορφώσει ένα θεσμικό περιβάλλον που θα έθετε την αριστερά και τις προοδευτικές δυνάμεις στο περιθώριο— δεν μπορεί να υπάρξει, δεν το επιτρέπουν οι συσχετισμοί στην παρούσα Βουλή.
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι ο θόρυβος που έχει σηκώσει, και θα ανεβάζει συνεχώς, ο επικοινωνιακός μηχανισμός της Ν.Δ., κάθε άλλο παρά από ειλικρινή επιθυμία να αποκτήσουν βήμα στο ελληνικό κοινοβούλιο οι απόδημοι παρακινείται. Σε τελική ανάλυση, αυτό το δικαίωμα όχι μόνο αναγνωρίζεται ρητά από το Σύνταγμα, αλλά και –εξίσου σημαντικό— δεν αμφισβητείται από κανένα κόμμα στη Βουλή. Άρα, αν η κυβέρνηση όντως ήθελε να αναζητηθούν, όπως ισχυρίζεται, κοινοί τόποι και συναινέσεις στην κατεύθυνση μιας λύσης ευρείας αποδοχής δεν θα είχε σπεύσει να αποκλείσει εκ προοιμίου κάθε συζήτηση στην οποία θα συμπεριλαμβανόταν και η λύση που εισηγείται με την πρότασή του ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεν θα απέκλειε κάθε συζήτηση επί του αυτονόητου, ότι δηλαδή οι Έλληνες που ζουν στο εξωτερικό, ιδιαιτέρως δε όσοι είναι εγκατεστημένοι εκεί σε βάθος δύο και πλέον γενεών, ούτε την ίδια πληροφόρηση και επαρκή κατανόηση της εσωτερικής κατάστασης έχουν, ούτε συμμετέχουν στον κοινό δημόσιο χώρο όπως όσοι διαμένουν εντός της επικράτειας, άρα η ψήφος τους πρέπει να σταθμίζεται διαφορετικά από ό,τι η ψήφος των τελευταίων. Δεν θα απέρριπτε τη διεθνή εμπειρία, από την περίπτωση της Ιρλανδίας, που αποκλείει εντελώς την ψήφο των ομογενών της, μέχρι τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, που αποκλείουν τους ομοεθνείς τους που είναι εγκατεστημένοι στο εξωτερικό πάνω από ένα χρονικό όριο, αλλά και της Πορτογαλίας, της Ιταλίας και της Γαλλίας, που έχουν υιοθετήσει ανάλογες ρυθμίσεις.

Ψηλά οι τόνοι

Ο κ. Μητσοτάκης βλέπει τη μεγάλη εικόνα. Άρα κανείς δεν θα πρέπει να εκπλαγεί αν, καταφεύγοντας σε προσχήματα, δεν φέρει τελικά προς ψήφιση στη Βουλή σχετικό νομοσχέδιο. Στην αντίθετη περίπτωση δεν θα εισπράξει απλώς την καταψήφισή του. Θα εκθέσει πολιτικά το κόμμα της κας Γεννηματά, που δηλώνει μεν πρόθυμο να συμπορευτεί, αλλά όμως κινδυνεύει, αν επιβεβαιωθούν οι φήμες, να σημειώσει απώλειες τουλάχιστον δύο ψήφων: των κ.κ. Γ. Παπανδρέου και Χ. Καστανίδη -με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τη συνοχή του αλλά και για την τύχη της διαφαινόμενης πρόθεσης της ηγεσίας του ΚΙΝΑΛ να συνδράμει την Ν.Δ. στην κατάργηση της απλής αναλογικής.
Η πρόθεση του κ. Μητσοτάκη να προβάλλει στο ευρύ πεδίο των πλαστών ειδήσεων ως μοναδικό ένοχο για το ναυάγιο της ψήφου των αποδήμων τον ΣΥΡΙΖΑ θα προσαράξει στις ψήφους όχι μόνο της αξιωματικής αντιπολίτευσης αλλά και άλλων κομμάτων. Με ποιο τέχνασμα θα μπορέσει, τότε, η προπαγάνδα του Μαξίμου να εξαιρέσει από την επιχείρηση κατασκευής ενόχων, π.χ., το ΚΚΕ, την αποδυνάμωση του οποίου μάλλον απεύχεται;
Πρέπει, μολαταύτα, να θεωρείται βέβαιο ότι ο κ. πρωθυπουργός θα συνεχίσει να κρατά ψηλά τους τόνους, στο κρεσέντο πατριδοκαπηλίας που επέλεξε κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στις ΗΠΑ, όταν, μιλώντας στους δημοσιογράφους, χαρακτήρισε αντισυνταγματική και βαθύτατα προσβλητική για την ομογένεια την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για την ψήφο των αποδήμων.

Ιδεολογική και πολιτική αντιπαράθεση

Η αξιωματική αντιπολίτευση, το υπό διαμόρφωση προοδευτικό μπλοκ, οφείλει να προετοιμάζεται αναλόγως, επιστρατεύοντας όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις του δημοκρατικού χώρου, πρωτίστως στην κατεύθυνση της προβολής των ιδεολογικών αντεπιχειρημάτων που διαθέτει άφθονα η κοινότητα των ιστορικών ως απάντηση στην εθνοκαπηλεία και τον σκοταδιστικό, διχαστικό λόγο στον οποίο είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει να επιδίδεται με αυξανόμενο ζήλο η δεξιά.
Στην εκδήλωση για τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821, στην οποία αναφερθήκαμε ξεκινώντας, η Σία Αναγνωστοπούλου έδειξε μια σημαντική πτυχή της ιδεολογικής και πολιτικής αντιπαράθεσης που μας επιφυλάσσει το άμεσο μέλλον: αυτή της υπεράσπισης της εδαφικότητας του έθνους, την οποία εγκαινίασε η επανάσταση του 1821, σε αντιδιαστολή με την οπισθοδρόμηση στην ιδέα του οικουμενικού γένους, που το συνέχει μόνο «η θρησκεία, ενδεχομένως, αλλά όχι σίγουρα, και η γλώσσα». Η μεγάλη τομή του 1821, είπε, «είναι το πέρασμα από την κοινότητα στην πολιτεία, στο πολιτικό σώμα … Οι επαναστάσεις έχουν πάντα εδαφικότητα, δεν είναι ποτέ στον αέρα… Η αποεδαφικοποίηση ακυρώνει την ίδια την επανάσταση, αλλά κυρίως ακυρώνει αυτό που εμείς ως αριστερά θέλουμε να είναι ο 21ος αιώνας … Η αναγκαιότητα του κοινωνικού κράτους, η αναγκαιότητα του δημόσιου χώρου προϋποθέτουν την ύπαρξη εδάφους … θέλουν έδαφος, δεν θέλουν κοινοτική αντίληψη του έθνους…».
Με άλλα λόγια, η Ιστορία δεν μπορεί να αρκεστεί στον Χρόνο, μένει στον αέρα όταν δεν συναρτάται με τον Χώρο.
Η απεύθυνση του κ. Μητσοτάκη στους απόδημους γίνεται με όρους αποεδαφικοποίησης, προδίδει διάθεση αποκατάστασης της ιδέας του οικουμενικού γένους εκτός χώρου, εκτός συγκροτημένης πολιτείας, εκτός του συγκεκριμένου ως ιδρυτικής προϋπόθεσης της ίδιας της δημοκρατίας – με μοιραία κατάληξη, ακριβώς, τη νόθευση της δημοκρατίας.
Ίσως οι προθέσεις του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας δεν πάνε τόσο μακριά. Εμείς, ωστόσο, κρατάμε την ιδέα του να μετατραπεί το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ως χώρος, σε κτιριακό παράρτημα του όμορου Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Η εξέγερση του Πολυτεχνείου έπρεπε να αποεδαφοποιηθεί προκειμένου να αποστερηθεί την θέση που έχει κερδίσει με αίμα στην Ιστορία της Δημοκρατίας.
Η δεξιά πρέπει να χάσει τη μάχη της ιδεολογικής εκμετάλλευσης της ψήφου των απόδημων όπως έχασε εκείνη της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Κωστής Γιούργος