Η καγκελάριος της διαίρεσης

 

Τα αποτελέσματα των εκλογών σε Σαξωνία και Βρανδεμβούργο επιβεβαίωσαν αυτό που διαφαινόταν εδώ και μήνες. Η Γερμανία μοιάζει σήμερα περισσότερο διχασμένη από ποτέ. Στην άλλοτε ανατολική πλευρά της η ακροδεξιά φαίνεται να καθιερώνεται ως μια μεγάλη πολιτική δύναμη, η οποία καθορίζει την ατζέντα, ενώ στην πρώην δυτική οι Πράσινοι παραμένουν σταθερά σε ανοδική πορεία. Το μόνο κοινό σημείο η σταθερή φθορά των άλλοτε «μεγάλων λαϊκών κομμάτων», παρά τις όποιες τοπικές διαφοροποιήσεις, που έχουν να κάνουν με ιστορικές και κοινωνικές ιδιαιτερότητες του κάθε κρατιδίου.

 

Του Δημήτρη Σμυρναίου

Το βράδυ της περασμένης Κυριακής στα κανάλια της γερμανικής τηλεόρασης, δημόσια και ιδιωτικά το κεντρικό θέμα συζήτησης ήταν ένα. Αλλά όχι απαραιτήτως πρωτότυπο. Σε τι οφείλεται η άνοδος της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία που κατόρθωσε να εξασφαλίσει ποσοστά ρεκόρ σε Σαξωνία (27,5%) και Βρανδεμβούργο (23,5%); Έστω και αν δεν μπόρεσε σε κανένα από τα δύο κρατίδια να καταλάβει την πρώτη θέση. Αλλά όταν ο ένας στους τέσσερις Ανατολικογερμανούς επιλέγει αυτό τον τρόπο για να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του με την κατάσταση στη χώρα, τότε αυτό δε μπορεί να είναι απλά μια ψήφος διαμαρτυρίας. Από τη στιγμή μάλιστα που για μια σειρά στελέχη αυτού του κόμματος έχουν υπάρξει αποκαλύψεις και ντοκουμέντα για σχέσεις τους με μιλιταριστικές και νεοναζιστικές οργανώσεις. Απαντήσεις για μια ακόμα φορά δεν είχε να δώσει κανείς, τουλάχιστον απαντήσεις που να πείθουν και να δείχνουν και κάποιο δρόμο για αντιμετώπιση του φαινομένου.

Αμήχανος δικομματισμός

Τα δύο μεγάλα κόμματα αντέδρασαν με αμηχανία και προσπάθησαν να κρυφτούν πίσω από την διατήρηση της πρώτης θέσης, που κατόρθωσαν να κρατήσουν με νύχια και με δόντια οι Σοσιαλδημοκράτες (SPD) στο Βρανδεμβούργο και οι Χριστιανοδημοκράτες (CDU) στη Σαξωνία. Αυτό όμως δε μπορεί να κρύψει τις σημαντικές τους απώλειες, όπως επίσης και το γεγονός ότι το SPD σχεδόν εξαφανίστηκε στη Σαξωνία (7,7%) και η CDU μετατράπηκε σε μικρομεσαίο κόμμα στο Βρανδεμβούργο (15,5%). Την ίδια στιγμή και οι δημοσκοπήσεις σε εθνικό επίπεδο δείχνουν ότι σε καμιά περίπτωση αυτός ο αναγκαστικός συνεταιρισμός δεν συγκεντρώνει πλέον πλειοψηφικά ποσοστά.
Τεράστια ήταν όμως η αμηχανία και για την Αριστερά (die Linke) που έχασε σχεδόν τη μισή δύναμή της και στα δύο κρατίδια (μείον 8%) και περιμένει με αγωνία την επόμενη εκλογική μάχη στις 27 Οκτωβρίου στη Θουριγγία, εκεί που προς το παρόν διατηρεί και τη θέση του πρωθυπουργού του κρατιδίου με τον Μπόντο Ράμελο, o oποίος ηγείται ενός συνασπισμού με Σοσιαλδημοκράτες και Πράσινους. Το σίγουρο είναι πάντως ότι η Αριστερά έχει πάψει πλέον να αποτελεί τον βασικό φορέα αντίστασης στην Ανατολική Γερμανία σε μια εποχή διεύρυνσης των ανισοτήτων και προειδοποιήσεων για σοβαρά δομικά προβλήματα της γερμανικής οικονομίας. Δεν μπορεί, επίσης, να εκφράσει τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια των Ανατολικογερμανών, που τριάντα χρόνια μετά την πτώση του τείχους δηλώνουν ακόμα στην πλειοψηφία τους ότι αισθάνονται πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Κάτι που παραδέχτηκαν και αρκετά στελέχη του κόμματος, χωρίς ωστόσο να μπορέσουν να δώσουν και κάποια εξήγηση γιατί συνέβη αυτό. Με δεδομένο ότι το κόμμα αντλούσε τη δύναμη του κυρίως στα ανατολικά και δεν έχει καταφέρει να ριζώσει στα περισσότερα δυτικογερμανικά κρατίδια το μέλλον του μόνο ευοίωνο δεν προδιαγράφεται.

Η Μέρκελ ως παρατηρητής

Καμιά εξήγηση δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να δώσει για την κατρακύλα του δικού της κόμματος και η καγκελάριος Ανγκέλα Μέρκελ, την οποία πολλοί χαρακτηρίζουν πλέον ως «καγκελάριο εξωτερικού», αφού ολοένα και σπανιότερα τοποθετείται για ζητήματα εσωτερικής πολιτικής, προτιμώντας είτε να ταξιδεύει, όπως για παράδειγμα αυτές τις ημέρες στην Κίνα, είτε να υποδέχεται ξένους ομολόγους της στο Βερολίνο.
Το σίγουρο είναι ότι η κυρία Μέρκελ κινδυνεύει να παραδώσει στον ή στην διάδοχό της μια Γερμανία διχασμένη όσο ποτέ. Η ιδεολογική κυριαρχία της ακροδεξιάς στην Ανατολική Γερμανία είναι πλέον εξώφθαλμα απειλητική, ενώ στη Δύση η σταθερότητα των Πρασίνων σε ποσοστό κοντά στο 25% έχει επίσης αλλάξει σε μεγάλο βαθμό την ατζέντα. Αλλά στα πέντε «νέα» κρατίδια παρά την μικρή άνοδό τους παραμένουν κάτω από το 10%. Έτσι το περιβόητο «τείχος στο μυαλό» παραμένει και οι δύο κοινωνίες μοιάζουν να απομακρύνονται η μια από την άλλη.
Αυτή είναι μια τεράστια πολιτική αποτυχία τόσο της ίδιας της Μέρκελ, όσο και της «ελίτ» της χώρας, αφού δεν είναι άσχετη με τον τρόπο που υλοποίησε τη γερμανική ενοποίηση. Για παράδειγμα την ώρα που στη Δύση συζητούν για την οριστική κατάργηση του λιγνίτη και άλλων ειδών άνθρακα και ορυκτών καυσίμων σε εύθετο χρόνο, με στόχο τη μείωση των ρύπων του θερμοκηπίου, στην Ανατολή κάτι τέτοιο προκαλεί τρόμο, αφού αυτό θα σήμαινε την απώλεια (πάλι) εκατοντάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας. Η σύγχρονη βιομηχανία, τα ΜΜΕ εθνικής εμβέλειας, τα κεντρικά μεγάλων επιχειρήσεων βρίσκονται ακόμα όλα ανεξαιρέτως στη Δύση. Οι μισθολογικές, εισοδηματικές διαφορές παραμένουν. Μεγάλες είναι και οι κοινωνικές διαφορές, που εκφράστηκαν για παράδειγμα και με την υποεκπροσώπηση των γυναικών στα τοπικά κοινοβούλια της Ανατολής. Ουσιαστικά η «λειψή» γερμανική ενοποίηση εξηγεί γιατί η πολιτική και οικονομική ηγεσία στο Βερολίνο ήταν πάντα ακατάλληλη για να προχωρήσει και την ευρωπαϊκή ενοποίηση, όπως εσφαλμένα προσδοκούσαν πολλοί. Και θέτει προ των ευθυνών τους και τους υπόλοιπους Ευρωπαίους πολιτικούς.
Όλα αυτά πάντως δεν δείχνουν να απασχολούν την τεχνικό της εξουσίας Μέρκελ, που βρίσκεται σε φάση αποχώρησης και πιθανότατα έχει και κάποια προβλήματα υγείας.

Εσωστρεφής και φοβική σοσιαλδημοκρατία

Στο στρατόπεδο των σοσιαλδημοκρατών έχουν πέσει… με τα μούτρα στη διαδικασία εκλογής μιας νέας δυαδικής ηγεσίας, την οποία διεκδικούν 7 συνολικά ζευγάρια, που θα περιοδεύσουν σε τοπικές συγκεντρώσεις σε 23 διαφορετικές πόλεις. Οι μέχρι τώρα συζητήσεις δεν δείχνουν πάντως να έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο σε ότι αφορά τον προσανατολισμό ενός βαθιά λαβωμένου κόμματος. Περιορίζονται στα πρόσωπα και το πολύ σε κάποια άμεσα προβλήματα, όπως το αν το SPD θα πρέπει στα τέλη του χρόνου να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο να εγκαταλείψει την κυβέρνηση. Αλλά οι δημοσκοπήσεις λειτουργούν αποτρεπτικά για ένα τέτοιο σενάριο. Και όταν η πολιτική ασκείται με μοναδικό γνώμονα τις δημοσκοπήσεις είναι γνωστό ότι καταλήγει αργά ή γρήγορα σε αδιέξοδα.