Η κλιμάκωση στις σχέσεις ΗΠΑ-Ιράν και οι συνέπειες της

kefala

Της Βιβής Κεφαλά

Στις 10 Φεβρουαρίου συμπληρώθηκαν 38 χρόνια από την επικράτηση της ισλαμικής επανάστασης στο Ιράν. Ο πρόεδρος της χώρας, Χασάν Ροχανί, μιλώντας σε ένα εξαιρετικά πολυπληθές ακροατήριο που συγκεντρώθηκε σε κεντρική πλατεία της Τεχεράνης, αναφέρθηκε στην επανάσταση του 1979 —με την οποία ανατράπηκε το μοναρχικό και φιλοδυτικό καθεστώς της χώρας— τονίζοντας ότι η επανάσταση και τα επιτεύγματα της ανήκουν σε όλους τους Ιρανούς, ανεξαρτήτως του θρησκεύματος ή της εθνότητας στην οποία ανήκουν. Υπενθύμισε, επίσης ότι οι Ιρανοί αντιμετώπισαν ενωμένοι όλες τις δυσκολίες και τις απειλές.
Στη συνέχεια, ο Ιρανός πρόεδρος υπογράμμισε ότι η χώρα του δεν πρόκειται να παρεκκλίνει από τις αρχές της ισλαμικής επανάστασης και παράλληλα τόνισε την αποφασιστικότητα της Τεχεράνης να υπερασπιστεί τα εθνικά της δικαιώματα και να διαφυλάξει τα εθνικά της συμφέροντα. Αναφερόμενος στα φλέγοντα ζητήματα της πυρηνικής ενέργειας και του εξοπλιστικού προγράμματος του Ιράν, ο Χασάν Ροχανί υπογράμμισε ότι είναι απολύτως νόμιμο δικαίωμα της χώρας του να αποκτήσει πυρηνική ενέργεια, πράγμα που έχει γίνει διεθνώς αποδεκτό, λαμβανομένης υπ’ όψιν της συμφωνίας «5+1-Ιράν» (Ιούλιος 2016) για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Επίσης, τόνισε το δικαίωμα του Ιράν να παράγει και να εμπορεύεται πετρέλαιο, δικαίωμα που έχει αναγνωριστεί στα πλαίσια του ΟΠΕΚ, όπως παρατήρησε.
Αναφερόμενος στο ιρανικό βαλλιστικό πρόγραμμα, ο Χασάν Ροχανί έδωσε έμφαση στον αμυντικό-αποτρεπτικό του χαρακτήρα, όπως επίσης και στο γεγονός ότι αποτελεί αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα της χώρας του η ενίσχυση της άμυνας της, δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το Διεθνές Δίκαιο και το Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Το Ιράν δεν πρόκειται να απεμπολήσει το δικαίωμα αυτό σταματώντας το βαλλιστικό του πρόγραμμα, αφού το πρόγραμμα αυτό εγγυάται την εθνική ασφάλεια. Το ιρανικό έθνος, κατέληξε ο Ιρανός πρόεδρος, θα απαντήσει δυναμικά σε κάθε απειλή και θα πρέπει οι ηγέτες που ήρθαν πρόσφατα στην εξουσία να απευθύνονται με σεβασμό στο Ιράν. Όπως συμβαίνει κάθε φορά σε παρόμοιες περιπτώσεις, η ομιλία του προέδρου Ροχανί δεν είχε ως μοναδικό αποδέκτη το εσωτερικό ακροατήριο, αλλά —ίσως πρωτίστως— και την Ουάσιγκτον.

Σαφές μήνυμα στις ΗΠΑ

Όσον αφορά το εσωτερικό, ο Ιρανός πρόεδρος θέλησε να διαβεβαιώσει τις πολιτικές δυνάμεις της χώρας ότι η κυβέρνηση του δεν αποκλίνει των κόκκινων γραμμών του καθεστώτος, δηλαδή ότι η συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα —η οποία σηματοδότησε την ουσιαστική επιστροφή του Ιράν στην διεθνή κοινότητα μετά από δεκαετίες αποκλεισμού— δεν πρόκειται να αλλοιώσει την ιδεολογία και την πολιτική του, με άλλα λόγια ότι δεν πρόκειται να επιτραπεί στην δυτική επιρροή να αναπτυχθεί και να «διαβρώσει» την ιρανική κοινωνία. Επίσης, θέλησε να τονώσει την εθνική ενότητα, να συσπειρώσει το εθνικό ακροατήριο και, ενδεχομένως, να το προετοιμάσει για μία νέα επιδείνωση των σχέσεων του Ιράν με τις ΗΠΑ και ίσως και άλλων συμμάχων τους. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα σήμαινε ότι η όποια οικονομική πρόοδος έχει αρχίσει να σημειώνεται στο Ιράν —λόγω της άρσης των οικονομικών κυρώσεων και των ξένων επενδύσεων που ακολούθησαν την θέση της συμφωνίας «5+1-Ιράν» σε ισχύ— βρίσκεται σε κίνδυνο, πράγμα που μπορεί να προκαλέσει σοβαρές κοινωνικές αντιδράσεις.
Όσον αφορά την Ουάσιγκτον και τον νέο ένοικο του Λευκού Οίκου, το μήνυμα είναι σαφές: ό,τι και να κάνει ο Ντόναλντ Τραμπ το Ιράν δεν είναι διατεθειμένο να υπαναχωρήσει ούτε να ενδώσει σε απειλές και πιέσεις. Δεν είναι τυχαίο, εξ άλλου, ότι στην ομιλία του ο Χασάν Ροχανί αναφέρθηκε σε ηγέτες που «μόλις ανέλαβαν την εξουσία», αναφερόμενος προφανώς στον Ντόναλντ Τραμπ και υπονοώντας ότι από το 1979 μέχρι σήμερα το ιρανικό καθεστώς έχει αντέξει στις διεθνείς και περιφερειακές πιέσεις και απειλές και ότι οι Αμερικανοί πρόεδροι έρχονται και παρέρχονται, το καθεστώς της Τεχεράνης όμως παραμένει ακλόνητο.

Η αντίδραση και οι επιδιώξεις των ΗΠΑ

Επίσης, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το Ιράν, γνωρίζοντας, μάλιστα, ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει χαρακτηρίσει δημόσια τη συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα ως την χειρότερη συμφωνία στην Ιστορία, προέβη σε νέες βαλλιστικές δοκιμές, οι οποίες προκάλεσαν τη μήνιν του νέο αμερικανού προέδρου. Η συνέχεια είναι γνωστή: μετά την πρώτη δοκιμή, που έγινε στις 29 Ιανουαρίου, η Ουάσιγκτον επέβαλε περιορισμένες κυρώσεις στο Ιράν, στις οποίες ανταπάντησε η Τεχεράνη. Μετά τη δεύτερη δοκιμή, που έγινε στις 4 Φεβρουαρίου, οι τόνοι οξύνθηκαν ακόμα περισσότερο, καθώς οι ΗΠΑ χαρακτήρισαν το Ιράν ως το «υπ΄ αριθμόν ένα κράτος-τρομοκράτη στον κόσμο». Από την πλευρά του, ο ανώτατος πνευματικός ηγέτης του Ιράν, Αλί Χαμενεΐ, απάντησε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έδειξε το πραγματικό πρόσωπο των ΗΠΑ, τονίζοντας ότι το Ιράν δεν πρόκειται να υποκύψει σε απειλές και πιέσεις.
Στην κλιμάκωση αυτή, η Ομοσπονδία της Ρωσίας αντέδρασε άμεσα: στις 6 Φεβρουαρίου, ο εκπρόσωπος τύπου του Κρεμλίνου δήλωσε ότι η χώρα του δεν συμμερίζεται τις απόψεις του Λευκού Οίκου για το Ιράν, προσθέτοντας ότι η Μόσχα προτίθεται να εμβαθύνει και να ενισχύσει τις σχέσεις της με την Τεχεράνη. Πρόκειται για μία πολύ σημαντική δήλωση αφενός διότι αποδεικνύει τη σημασία που έχει το Ιράν για την εμπέδωση της ρωσικής πολιτικής στη Συρία, που αποτελεί το θεμέλιο της σύγχρονης μεσανατολικής πολιτικής της Ρωσίας, και αφετέρου διότι υποδεικνύει το σκεπτικισμό της αναφορικά με την επίθεση φιλίας που έχει εξαπολύσει η Ουάσιγκτον προς την Μόσχα. Καταλήγοντας, πάντως, ο εκπρόσωπος τύπου του Κρεμλίνου πρόσθεσε ότι είναι γνωστό σε όλους πως υπάρχουν διαφορές μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ, παρολαυτά, οι δύο χώρες μπορούν να αποκτήσουν αμοιβαία ωφέλιμες σχέσεις σε ένα πραγματιστικό επίπεδο.
Όμως, αν και αναμενόμενη, δεδομένων των δημόσιων τοποθετήσεων του νέου αμερικανού προέδρου, η κλιμάκωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δημιουργεί πολλά ερωτηματικά σχετικά με το τι προσπαθεί να επιτύχει ο Ντόναλντ Τραμπ. Μία υπόθεση θα μπορούσε να είναι ότι επιχειρεί να δημιουργήσει το προφίλ ενός ισχυρού ηγέτη που μένει πιστός στις δεσμεύσεις του. Ή ότι προσπαθεί να δοκιμάσει την αντοχή των κρατών που θεωρεί αντιπάλους των ΗΠΑ ή ότι επιδιώκει την εκ νέου απομόνωση του Ιράν για οικονομικούς λόγους, όπως επίσης και για λόγους διπλωματικούς, καθώς το Ισραήλ έδειξε την αντίθεση του στη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν με ιδιαίτερα έντονο τρόπο. Τέλος, θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι η επίθεση εναντίον του Ιράν δοκιμάζει τα όρια της αμερικανορωσικής προσέγγισης κ.ο.κ.

Οι πετρομοναρχίες ανησυχούν

Σε όλα αυτά τα ερωτήματα, όμως, προστίθενται νέα τα οποία προκύπτουν από την στάση του νέου αμερικανού προέδρου έναντι της Σαουδικής Αραβίας αλλά και των άλλων πετρομοναρχιών του Κόλπου, από τις οποίες απαιτεί να πληρώσουν τις ΗΠΑ για την ομπρέλα ασφάλειας που τους παρέχουν, διαφορετικά η αμερικανική παροχή ασφάλειας θα διακοπεί. Πρόκειται για ένα τελεσίγραφο, το οποίο —εκτός των άλλων— ανατρέπει την αμερικανική πολιτική στον Κόλπο, όπως αυτή διαμορφώθηκε με το δόγμα Αϊζενχάουερ του 1958, και το οποίο όχι μόνον ενόχλησε αλλά και ανησύχησε το Ριάντ, που θεωρεί την Τεχεράνη ως υπαρξιακή απειλή.
Ενδέχεται ο αμερικανός πρόεδρος να θεωρεί ότι οι στρατιωτικά ανίσχυρες και οικονομικά ισχυρές πετρομοναρχίες θα αναγκαστούν να υποκύψουν στις απαιτήσεις του. Όμως, μια τέτοια επιλογή εμπεριέχει σοβαρούς κινδύνους και για τις ΗΠΑ, αλλά και για ολόκληρο το υποσύστημα του Κόλπου. Πράγματι, η παρόξυνση των αμερικανοϊρανικών σχέσεων θα ενισχύσει, εν τέλει, την ισλαμική τρομοκρατία και θα συμβάλει στην περαιτέρω αποσταθεροποίηση της περιοχής, πράγμα που θα θέσει σε άμεσο κίνδυνο την ασφάλεια των καθεστώτων των πετρομοναρχιών, οι οποίες αντιμετωπίζουν οξυμένα εσωτερικά προβλήματα, που γίνονται εντονότερα μετά την οικονομική κάμψη που παρουσιάζουν. Οι κίνδυνοι από τέτοιου είδους εξελίξεις είναι περισσότερο από σαφείς. Ας ελπίσουμε, ότι οι ΗΠΑ δεν θα μετατραπούν σε έναν «πυρομανή πυροσβέστη».