Η κρίση σε 32 καρέ

Βασίλειος Χριστόπουλος «Γιατί σ’ εμένα;», εκδ. Κέδρος, σελ. 256

Στην τελετή απονομής των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας 2018 (για βιβλία του 2017) που πραγματοποιήθηκε προ ημερών, η εκπρόσωπος της κριτικής επιτροπής είπε ότι ήταν λίγα τα καλά μυθιστορήματα της συγκεκριμένης χρονιάς, αντίθετα όμως ότι οι συλλογές διηγημάτων ήταν σε μεγάλο αριθμό πολύ καλές, κάτι που υποχρέωσε μάλιστα την επιτροπή να δώσει το αντίστοιχο βραβείο εξ ημισείας, στον Γιώργο Κυριακόπουλο και την Ελισάβετ Χρονοπούλου.
Επιβεβαιώνεται με άλλα λόγια για μία ακόμα φορά αυτό που δια γυμνού οφθαλμού φαίνεται πλέον, ότι το διήγημα όχι μόνο αποτελεί μέσο έκφρασης πολυάριθμων λογοτεχνών της χώρας, αλλά και ότι η ποιότητά του είναι υψηλή. Δεν είναι δηλαδή μόνο ότι κυκλοφορούν συλλογές διηγημάτων και νουβέλες πολύ υψηλής στάθμης (όπως λ.χ. η πρόσφατη του Γιάννη Παλαβού, τα κείμενα του Σταύρου Ζουμπουλάκη ή του Μιχάλη Μακρόπουλου για τα οποία έχουμε μιλήσει από αυτή τη στήλη), αλλά και ότι κατά μέσο όρο τα διηγήματα που γράφονται είναι κάτι παραπάνω από αξιοπρεπή και οπωσδήποτε αξιοπρόσεκτα.
Οχι πως δεν υπάρχουν καλά μυθιστορήματα, το αντίθετο, υπάρχουν μάλιστα μυθιστοριογράφοι που εξελίσσουν συνεχώς τις τεχνικές και το ύφος τους από βιβλίο σε βιβλίο (τέτοια περίπτωση είναι λ.χ. ο Κώστας Ακρίβος) ή και νεότεροι που μας εκπλήσσουν πολύ ευχάριστα και δείχνουν ότι έχουν λαμπρό παρόν και μέλλον (όπως ο Χρίστος Κυθρεώτης), ωστόσο στο χώρο του μυθιστορήματος κυκλοφορούν και πολλά κείμενα για τα οποία το λιγότερο που θα μπορούσε να πει κανείς είναι ότι έχουν σοβαρές ατέλειες ή ότι είναι ανοικονόμητα. Σε αυτό το τελευταίο θα έλεγε κανείς ότι μπορεί να έχουν συμβάλει και οι υπολογιστές καθώς τα πληκτρολόγια, σε αντίθεση με τα στιλό ή παλιότερα τις πένες, ευνοούν πολύ περισσότερο τη… λογοδιάρροια.
Αναρωτιέται βέβαια κανείς γιατί το διήγημα γνωρίζει τέτοια άνθηση, παρόλο που δεν είναι καθόλου εμπορικό είδος. Μια απάντηση θα μπορούσε να είναι η ισχυρή παράδοση που έχει αυτό στην Ελλάδα, ήδη από το 19ο αιώνα. Μια άλλη απάντηση, πολύ πιο πεζή, είναι ότι τη σημερινή εποχή – και καθώς ελάχιστοι μπορούν να ζήσουν από τα βιβλία τους – δεν υπάρχει χρόνος για μεγάλες συνθέσεις, ο κάθε συγγραφέας γράφει στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο που του αφήνει η επαγγελματική του ζωή και ότι μια συλλογή διηγημάτων, όπως και μια ποιητική συλλογή, μπορεί να γράφεται τμηματικά. Τέλος, μια τρίτη απάντηση, που χρήζει πάντως διερεύνησης, θα μπορούσε να είναι ότι γενικότερα το ελληνικό πρότυπο κοινωνικής συμπεριφοράς σπάνια βασίζεται σε ευρύτερες συνθέσεις, δεν είναι προϊόν μακροπρόθεσμων πλάνων ούτε μεγάλων στρατηγικών επιλογών που θα παράξουν αποτελέσματα σε βάθος χρόνου, διακρίνεται όμως για την ταχύτητα δράσης, την ευστροφία, μια ευκολία στην ατάκα και στην αστραπιαία σύλληψη (που παράγει κατά καιρούς ωραία ποιήματα, τραγούδια, διηγήματα), επίσης για έναν ευέλικτο τακτικισμό που έχουμε συνηθίσει να μας τον αποκαλούν και «εμπορικό δαιμόνιο».

Αυτόνομα εντός ενιαίας σύνθεσης

Ένα παράδειγμα αξιόλογης συλλογής διηγημάτων ενός συγγραφέα που δεν είναι τόσο προβεβλημένος όσο άλλοι, είναι το βιβλίο «Γιατί σ’ εμένα;» του Βασίλειου Χριστόπουλου (εκδ. Κέδρος 2018). Πρόκειται για συλλογή όμως που δεν επιβεβαιώνει απόλυτα όλες τις παραπάνω παρατηρήσεις καθώς έχει και άλλα, δικά της χαρακτηριστικά που συνδυάζουν στοιχεία διηγήματος και μυθιστορήματος, ενώ ούτε η ατάκα ούτε η μέθοδος της φωτοβολίδας αποτελούν ουσιαστικά συστατικά της.
Αν κάτι προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση σε αυτά τα 32 διηγήματα της συλλογής είναι ότι, ενώ πρόκειται για διηγήματα που είναι (και διαβάζονται) αυτόνομα, συγκροτούν ωστόσο ενιαία σύνθεση. Ο συγγραφέας προσπάθησε να καταγράψει προγραμματικά τις συνέπειες της πρόσφατης οικονομικής κρίσης αποτυπώνοντάς την σε χωριστά στιγμιότυπα με ξεχωριστές ιστορίες και πλευρές της. Αυτό είναι από μόνο του ένα επίτευγμα καθώς το κάνει με τέτοια σχολαστικότητα που ένας αναγνώστης μελλοντικά, θα μπορούσε να διαβάσει τη συγκεκριμένη συλλογή και να καταλάβει σε μεγάλο βαθμό το τι ακριβώς συνέβη στην κοινωνία της εποχής μας. Ο τόνος είναι ήσυχος, χωρίς εξάρσεις, η γλώσσα απλή, καθημερινή, γεγονός που μειώνει τη λογοτεχνικότητα αλλά αναδεικνύει, μέσω της κραυγαλέας αυτής αντίθεσης, το μέγεθος των κοινωνικών τραυμάτων που περιγράφει. Οι πρωταγωνιστές είναι άνθρωποι της διπλανής πόρτας, κυρίως άνεργοι, ή χρεοκοπημένοι, ακόμα και άστεγοι, άνθρωποι που πρέπει να διαχειριστούν μικρές και μεγάλες προσωπικές ήττες και που το κάνουν άλλοτε με αξιοπρέπεια, άλλοτε χάνοντας τον έλεγχο της ψυχικής τους ισορροπίας. Η αφήγηση είναι συχνά πρωτοπρόσωπη και ο αφηγητής, alter ego του συγγραφέα, μοιάζει να παρακολουθεί τα τεκταινόμενα – κάποτε το λέει και ρητά ότι έτσι συμβαίνει – από το διπλανό τραπεζάκι στο καφενείο, ως στωικός παρατηρητής μιας πραγματικότητας που μας ξεπερνάει όλους.

Ανθρωπισμός, η ουσία της λογοτεχνίας

Τα περισσότερα διηγήματα διαδραματίζονται σε μια φανταστική πόλη που αποκαλείται Εσπερία, μια πόλη που θα μπορούσε να είναι και η Πάτρα, όπου ο συγγραφέας γεννήθηκε και ζει. Σε ένα από αυτά κάποιος που έχει χάσει το σπίτι του και ζει με μια θεία του βρίσκεται στο δίλημμα αν θα δηλώσει ή όχι το θάνατό της, άρα αν θα συνεχίσει να εισπράττει τη σύνταξή της μέσω των ATM, σε ένα άλλο ένας άνεργος και διαζευγμένος πατέρας προσπαθεί να κρύψει από τον φοιτητή γιο του ότι είναι πλέον άστεγος, εκείνος όμως το καταλαβαίνει και τον περιθάλπει, σε άλλο ένας λαμπρός νέος και όμορφος φιλόλογος παθαίνει εγκεφαλικό, μένει ανάπηρος, αλλά με την ίδια ζωντάνια από το αμαξίδιό του κατευθύνει μια οργάνωση αλληλεγγύης προσφύγων και μεταναστών. Σε ένα ακόμα διήγημα η σύζυγος ενός φαλιρισμένου αντικέρ ζητάει από τους φίλους ένα μικρό ποσό ώστε να πληρώσει ένα μέρος των χρωστούμενων ασφαλιστικών εισφορών, κρύβοντας ότι το ποσό αυτό θα το δώσει ολόκληρο η αδελφή του αντικέρ. Γιατί εκτός από το χρέος έχουν να περάσουν και Χριστούγεννα με κάποια αξιοπρέπεια.
Δεύτερη, παράλληλη θεματική του βιβλίου είναι η Αριστερά και οι εσωτερικές έριδές της, οι ενοχές της αλλά και τα πράγματα για τα οποία περηφανεύεται. Εδώ μιλούν συνήθως αριστεροί, ακούγεται πάντως και δεξιός λόγος, το βιβλίο όμως θέλει να εκφράσει και την αγωνία του συγγραφέα για τα αδιέξοδα της εποχής μας και τα μεγάλα διλήμματα των αριστερών κομμάτων που έχουν απέναντι παγιωμένες εξουσίες και πολιτικές. Δίνει το λόγο ακόμη και σε κρυπτοχουντικούς, όπως ένας πρόεδρος επιμελητηρίου που όμως είχε πατέρα ανανήψαντα κομμουνιστή και αποκαλύπτει στον αριστερό δημοσιογράφο συνομιλητή του ότι και ο δικός του πατέρας, κάτι που εκείνος δεν ήξερε, είχε κάνει δήλωση μετανοίας. Όλα αυτά ο συγγραφέας τα περιγράφει με απλότητα, με τρυφερότητα εντέλει και, παρόλο που σε μερικές περιπτώσεις θα κινδύνευε να δεχθεί την κριτική ότι φλερτάρει με το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, τοποθετεί στο επίκεντρο έναν ανθρωπισμό που δεν μπορεί παρά να αποτελεί πάντα, σε όλες του τις εκφάνσεις και με ποικίλες όψεις, την ουσία της λογοτεχνίας.

Μανώλης Πιμπλής