Η κρυφή γοητεία του λεφτόδεντρου

 

Αυτό που μπορεί να συμπεράνει κάποιος από το τελευταίο, όχι όμως και έσχατο, «διάγγελμα» του κ. Μητσοτάκη, είναι ότι αποτελεί απόπειρα έμπρακτης αυτοκριτικής για όσα έχει ως τώρα πει περί λεφτόδεντρων που δεν υπάρχουν πια. Φαίνεται ότι με κυβερνητική πρωτοβουλία η… καλλιέργειά τους επιτρέπεται ξανά.
Προφανώς οι τελευταίες δημοσκοπήσεις, που καταγράφουν ως πρώτιστη ανησυχία των πολιτών το σκοτεινό μέλλον των οικονομικών της χώρας, ανησύχησαν το επικοινωνιακό επιτελείο του Μαξίμου, το οποίο υπέδειξε κάποιες – επικοινωνιακές – διορθώσεις στο προφίλ του φειδωλού σε παροχές και συνετού πρωθυπουργού. Και επέβαλε και μια απόφαση για ταχεία επιστροφή στην οικονομική «κανονικότητα». Αυτό, πάντως, που βγάζει μάτι στα τελευταία μέτρα που εξάγγειλε η κυβέρνηση, είναι ότι – συμπτωματικά – αθροίζονται για να σχηματίσουν το ίδιο μαγικό νούμερο των 24 δισ ευρώ, όσο και η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ «Μένουμε όρθιοι», η οποία είχε καταγγελθεί ως αστήρικτη, σπάταλη και καταστροφική.

Παιχνίδια με τους αριθμούς

Αυτά στο επικοινωνιακό επίπεδο, βέβαια. Γιατί με το πρώτο βήμα μετάβασης στην πραγματικότητα των οικονομικών μεγεθών και όχι των εντυπωσιακών αριθμών, η επικοινωνιακή αλχημεία γίνεται ολοφάνερη. Όπως πολύ εύκολα υπέδειξε ο ΣΥΡΙΖΑ με ανακοίνωσή του, από τα διαφημιζόμενα 24 δισεκατομμύρια με τα οποία χρηματοδοτούνται άνθρωποι και οικονομία, μόνο τα 8,5 μπορούν να χαρακτηριστούν πραγματική δαπάνη. Τα άλλα είναι είτε δάνεια, είτε αναβολές εξόφλησης οφειλών προς το δημόσιο, οφείλονται δηλαδή. Ενώ προσθέτει ως δημοσιονομικό μέτρο και 10 επιπλέον δισ ευρώ, τα οποία προκύπτουν από τη μελλοντική θετική επίπτωση των προηγούμενων μέτρων, την οποία προβλέπουν!
Αυτά, όμως, αποτελούν εν συντομία το οικονομικό περιεχόμενο, γιατί το πολιτικό συμπέρασμα είναι ότι στο μέγαρο Μαξίμου επιτελικοί και μη θεωρούν απαραίτητο να θολώσουν τα νερά και να εμφανιστούν, έστω κι αν δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα, ότι συμβαδίζουν με το πνεύμα της κριτικής του ΣΥΡΙΖΑ, ότι δηλαδή τα κυβερνητικά μέτρα είναι ανεπαρκή, ψευδώς περιορισμένα λόγω οικονομικών δυσχερειών και συνετής διαχείρισης, και, συνεπώς, σε λάθος κατεύθυνση. Θα ήταν αφέλεια να περιμένουμε μια τόσο σαφή αυτοκριτική από την πλευρά της κυβέρνησης της ΝΔ. Ας αρκεστούμε στην πολιτική παραδοχή που εμπεριέχει η αναγνώριση της ανάγκης να ειπωθεί κάτι διαφορετικό από την ανοησία περί λεφτόδεντρου.

Δεν είναι τσιγκουνιά, είναι αντίληψη

Λεφτά, λοιπόν, βρήκαν, έστω και λιγότερα από αυτά που έχουν τη δυνατότητα να δαπανήσουν. Αλλά αυτό το «λιγότερα» δεν οφείλεται σε τσιγκουνιά. Οφείλεται στην εμπεδωμένη σε κάθε νεοφιλελεύθερο αντίληψη ότι κάθε παραπάνω ευρώ που καταλήγει στους τελικούς αποδέκτες -μισθωτούς, αυτοαπασχολούμενους, αγρότες, μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες, αλλά και τους πιο αδύναμους που σε περιόδους κρίσης πολλαπλασιάζονται- αποτελεί ένα ακόμα εμπόδιο για την εφαρμογή της «τελικής λύσης» του νεοφιλελευθερισμού μπροστά σε κάθε οικονομική κρίση. Δηλαδή, την ανάληψη του κόστους της κρίσης από αυτούς ακριβώς που πλήττονται περισσότερο.
Τη συνταγή αυτή την είδαμε να εφαρμόζεται με τα μνημόνια, των οποίων την πατρότητα -«ιδιοκτησία» την είπανε- διεκδικούσε ήδη η ΝΔ, χωρίς αναστολές, σαν φυσική συνέπεια και μοναδική λύση. Τη βλέπουμε, όμως, και τώρα να ξεδιπλώνεται μεθοδικά, καθώς ο πρώτος και καλύτερος τομέας στον οποίο η κυβέρνηση δεν κάνει προσπάθεια να κρυφτεί πίσω από μέτρα που μοιάζουν μ’ εκείνα που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι ο τομέας των εργασιακών σχέσεων και του εργατικού μισθού. Εδώ η λογική της αναπόφευκτης μείωσης μισθών, ημερομισθίων και συντάξεων διαπρέπει με κάθε μέσο: με την απαγόρευση της ετήσιας αύξησης του κατώτατου μισθού, με το πάγωμα συλλογικών συμβάσεων, με την απουσία πραγματικής προστασίας από τις απολύσεις, με την καθιέρωση και εξάπλωση της αναστολής εργασίας, της μείωσης των αποδοχών λόγω δυσχερειών της επιχείρησης, και τη γενίκευση της εκ περιτροπής και μερικής απασχόλησης, που όπως φαίνεται θα έχουν μέλλον.
Στους τομείς αυτούς δεν γίνεται ουσιαστική προσπάθεια να κρυφτεί η πραγματικότητα πίσω από ωραιοποιήσεις, παρά την καλή θέληση που δείχνουν τα τόσα φίλια μέσα ενημέρωσης -ας πούμε. Κατά βάθος, αυτά θεωρούνται κάτι όπως τα άγια των αγίων, που δεν πρέπει να ντρέπεται ο νεοφιλελεύθερος να υποστηρίζει με ρεαλισμό -διάβαζε κυνισμό. Είναι στοιχεία του ιδεολογικού εξοπλισμού που συνοδεύει κάθε πακέτο μέτρων «διάσωσης» -πάντως όχι αυτών που κινδυνεύουν.

Στη γειτονιά των μισθωτών

Η διαχείριση της παρούσας, ή καλύτερα της προσεχούς κρίσης, έχει μία ακόμη ιδιαιτερότητα. Εκτός από τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, που θεωρούνται φυσιολογικά υποζύγια για την άρση των βαρών κάθε κρίσης, η κυβέρνηση της ΝΔ δείχνει προφανή δυσκολία να διανοηθεί και να λάβει έγκαιρα επαρκή μέτρα για την ανακούφιση πληθυσμιακών ομάδων και κοινωνικών κατηγοριών, που θα περίμενε κανείς, ακόμα και για καθαρά ψηφοθηρικούς λόγους, να προσπαθήσει να κρατήσει υπό τη σκέπη της. Αρχίζοντας -ενδεικτικά- από τους επιστήμονες επαγγελματίες και καταλήγοντας στους εργάτες τέχνης, περνώντας από τους μικρούς αγρότες και τους μικρούς επαγγελματίες του τουριστικού τομέα, παρατηρούμε μια εμφανή δυσκολία για τον εντοπισμό, έστω, των πραγματικών προβλημάτων τους, που τους κρατάει ακόμα έξω από το ολιστικό υποτίθεται και πιο «απλόχερο» σχέδιο του τελευταίου πρωθυπουργικού διαγγέλματος.
Η θεωρία του λεφτόδεντρου φαίνεται ότι ισχύει ακόμα για σημαντικό και κρίσιμο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας. Και παρά τις αλλεπάλληλες προσεγγίσεις που επιχειρεί η κυβέρνηση, δεν στέργει να καλύψει τις ανάγκες του. Αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με οικονομικά μέσα. Υπάρχει προφανής πολιτική δυσκολία να θεωρηθούν όλοι αυτοί σύσσωμοι ως δικαιολογημένα απαιτούντες ισότιμη μεταχείριση. Μάλλον κατατάσσονται στη δυσμενέστερη μερίδα εκείνου του τμήματος, του μεγάλου τμήματος της κοινωνίας, που οφείλει να φορτωθεί τις συνέπειες της κρίσης, διότι «δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική».
Και για να μη νομιστεί ότι πρόκειται απλά για μια αντιπολιτευτική υστερία, αλλά για την πρακτική εφαρμογή μιας αντίληψης που δικαιολογεί και νομιμοποιεί την επίρριψη των ευθυνών και του βάρους της κρίσης στους πολλούς και πιο ανίσχυρους, πώς μπορεί να εξηγηθεί η φοβερή δυσκολία ανεύρεσης κάποιας λύσης στο πρόβλημα της υποχρεωτικής μείωσης των ενοικίων εκ μέρους των πάσης φύσεως ιδιοκτητών, που αποτελεί μετάθεση του βάρους μιας κατηγορίας στην πλάτη μιας άλλης, εξίσου πληττόμενης; Είναι προφανές ότι εδώ πρόκειται για μια δυσκολία λόγω της αντίληψης πως είναι κακό να εμπλέκεται το δημόσιο, με την αναδιανεμητική και φορολογικά δίκαιη παρεμβολή του, και να ρυθμίζει κάθε ζήτημα, αντί να το αφήνει στη μεταξύ των πολιτών «διευθέτηση», όπου είναι βέβαιο ότι οι ανισότητες λειτουργούν σε βάρος του πιο αδύναμου, ενώ η κυβέρνηση νίπτει τας χείρας της.

Χ. Γεωργούλας