Η κυβέρνηση δεν μπορεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ;

Η κυβέρνηση της ΝΔ ήρθε διατυμπανίζοντας τη νεοφιλελεύθερη και δεξιά διάθεσή της να τα αλλάξει όλα με βάση ένα καλά προετοιμασμένο σχέδιο. Αν, όμως, εξαιρέσουμε τον ψευδώνυμο αναπτυξιακό νόμο της, με το σαφέστατα ταξικό και αντεργατικό πρόσημό του, στις εκατό και πλέον μέρες που ασκεί τα καθήκοντά της βρίσκεται αντιμέτωπη με τρία σημαντικά και καθοριστικά για την πορεία της χώρας ζητήματα, τα οποία αποδεικνύεται ότι δεν είναι σε θέση να διαχειριστεί.

Τι διακυβεύεται

Δεσμευμένη άλλοτε από την ψηφοθηρική πολιτική της ΝΔ όταν ήταν αντιπολίτευση, άλλοτε από τις ασύμβατες μεταξύ τους τάσεις που διαμορφώνονται στο εσωτερικό της και άλλοτε από την έλλειψη σοβαρής πολιτικής επεξεργασίας και κατά συνέπεια πολιτικών πρωτοβουλιών, μοιάζει να παρακολουθεί έκπληκτη τις εξελίξεις, είτε εκπέμποντας αντιφατικά μηνύματα είτε με μια εκκωφαντική σιωπή.
Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι αυτή και μόνο η κατάσταση μπορεί να την κλονίσει ή να της προκαλέσει ανυπέρβλητες δυσκολίες. Αυτό που διακυβεύεται είναι κάτι πολύ σοβαρότερο από τη μακροημέρευση της κυβέρνησης της ΝΔ, που έχει, άλλωστε ευρύτατη, ανεπιφύλακτη και απροκάλυπτη στήριξη ισχυρών πολιτικο-οικονομικών συμφερόντων. Διακυβεύεται η δυνατότητα της χώρας να αποκτήσει και να διατηρήσει μια θέση στο γεωγραφικό χώρο που ανήκει, τα Βαλκάνια, καθώς και στο φυσικό κοινωνικό – πολιτικό χώρο που έχει επιλέξει να αγωνιστεί, στην
Ευρώπη, αλλά και στο ευρύτερο διεθνές γεωπολιτικό γίγνεσθαι στην περιοχή της νοτιοανατολικής Μεσογείου, όπου κρίνονται πολλά και σημαντικά ζητήματα για τον κόσμο ολόκληρο. Τα οποία την υπερβαίνουν μεν, αλλά επιτρέπουν και απαιτούν τη δική της παρέμβαση και συμμετοχή, με στόχο την προώθηση της συνεργασίας των λαών και των κρατών.

Τρία κρίσιμα ζητήματα

Πιο συγκεκριμένα. Στο προσφυγικό, δέσμια της ρητορικής που ερμήνευε την σχετικά ευαίσθητη και αλληλέγγυα στάση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ-Οικολόγων απέναντι στους πρόσφυγες σαν «πρόσκληση» που γιγάντωνε τις προσφυγικές ροές, βρίσκεται σήμερα απροετοίμαστη μπροστά στο νέο κύμα και προσπαθεί να δικαιολογηθεί, καθώς δεν επαληθεύεται η πρόβλεψή της. Η κυβέρνηση άλλαξε, έφερε υποτίθεται νέες ιδέες για την αντιμετώπιση των προσφυγικών ροών, αλλά η κατάσταση στα νησιά του Αιγαίου επιδεινώνεται. Δέσμια, επίσης, της ψηφοθηρικής διάθεσής της απέναντι σε ένα ακροδεξιό ακροατήριο, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με τους δικούς της ανθρώπους, εκεί όπου επιχειρείται όπως όπως η ένταξη προσφύγων στον αστικό ή ημιαστικό ιστό ή η εγκατάστασή τους σε ανοιχτά κέντρα. Με αποτέλεσμα να ευνοείται ακόμα περισσότερο τώρα η καλλιέργεια της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.
Εξακολουθώντας να μην εντοπίζει τις πραγματικές αιτίες του προβλήματος, προσανατολίζεται σε λύσεις αυταρχικές, περιορισμού του δικαιώματος ασύλου και έντασης των επαναπροωθήσεων με κάθε μέσο. Την ίδια στιγμή, απουσιάζει από τα ευρωπαϊκά κέντρα λήψης των σχετικών αποφάσεων και από κάθε πρωτοβουλία για ανάληψη της ευθύνης από το σύνολο της ΕΕ. Διαμορφώνει, δηλαδή, με τις πράξεις και τις παραλείψεις της μια κατάσταση εκρηκτική και επικίνδυνη τόσο για το κοινωνικό κλίμα στο εσωτερικό, όσο και για τις εξελίξεις στο πλαίσιο της Ευρώπης.
Ιδιαίτερα μετά την άσκηση του γαλλικού βέτο για την έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Βόρειας Μακεδονίας με την ΕΕ, η αντιφατική –και αδιέξοδη– πολιτική της κυβέρνησης της ΝΔ στο μακεδονικό παρουσιάζει έξαρση. Αλληλοσυγκρουόμενες δηλώσεις κυβερνητικών παραγόντων και βουλευτών που δεν εξελίσσονται τα πράγματα σύμφωνα με τα κοινά συμφέροντα των δύο γειτονικών χωρών για ομαλές εξελίξεις στα Βαλκάνια. Άλλοι πάλι, νουνεχείς, πολεμούν να διορθώσουν τις απύθμενες ανοησίες, αλλα και τις εθνικιστικές ιδεοληψίες. Το αποτέλεσμα είναι μια πραγματική βαβέλ, που εμποδίζει την ίδια τη χώρα να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες, να τις καταδείξει ως πρόσκαιρες και να επιτρέψει στην Ελλάδα να παίξει τον δημιουργικό ρόλο της στην προσπάθεια ανάπτυξης της συνεργασίας στα Βαλκάνια.
Υπάρχει, όμως, και ένα τρίτο ζήτημα, για το οποίο η κυβέρνηση της ΝΔ συμπεριφέρεται σαν να μην έχει κατεύθυνση: οι ελληνοτουρκικές σχέσεις – που συνδέονται και με την επίλυση του κυπριακού– σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Εδώ συμβαίνουν τέρατα και σημεία, εξελίξεις που πιθανότατα θα κρίνουν τις τύχες των λαών –και όχι μόνο της περιοχής– αλλά η κυβέρνηση σημειώνει στα σημειωματάρια των αναλυτών ένα πελώριο μηδέν.
Δεν ισχυριζόμαστε ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ-Οικολόγων είχε φέρει τα πάνω κάτω στον τομέα αυτό, ήταν διστακτική. Οφείλουμε να θυμόμαστε, όμως, ότι κάθε απόπειρα προσέγγισης, με έναν δύσκολο γείτονα όπως η Τουρκία και με έναν ακόμα δυσκολότερο πολιτικό, όπως ο Ερντογάν, αντιμετωπιζόταν από τη ΝΔ με μικροπολιτική διάθεση και καταγγελίες, τουλάχιστον, για κακή προετοιμασία των συναντήσεων και, συχνά, με υπαινιγμούς για μειοδοτική διάθεση. Σήμερα, από τη θέση της κυβέρνησης, η ΝΔ εμφανίζεται σε ακόμα χειρότερη κατάσταση: δεν λέει τίποτα, δεν σχεδιάζει τίποτα, δεν προτείνει τίποτα, δεν οραματίζεται τίποτα. Φαίνεται ότι οι ισορροπίες στο εσωτερικό της επιβάλλουν το δόγμα της παραπομπής των προβλημάτων στις ελληνικές καλένδες, προς αποφυγήν του κινδύνου να ξυπνήσουν οι εθνικιστικοί δαίμονές της, που τρέφονται από τη διαιώνιση των ανεπίλυτων ζητημάτων. Θα βρει την τόλμη η κυβέρνηση της ΝΔ να αγγίξει το καυτό ζήτημα, ή θα παραμείνει στην κινδυνολογία πως ο ΣΥΡΙΖΑ έχει σχέδιο να πολιτευτεί και στα ελληνοτουρκικά με γνώμονα τις αντιλήψεις που τον οδήγησαν στη συμφωνία των Πρεσπών;

Ηγεμονική αντιπολίτευση

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα ζητούσαμε πολλά από τη ΝΔ, αν της υποδεικνύαμε να τολμήσει. Όμως, αν η κυβέρνηση της ΝΔ δεν μπορεί, γιατί να μην τολμήσει η αριστερά, να μην τολμήσει ο ΣΥΡΙΖΑ;
Από τη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης έχει και τη νηφαλιότητα και το χρόνο να επεξεργαστεί και να προτείνει μια συνολική πολιτική πρωτοβουλιών και στους τρεις αυτούς κρίσιμους τομείς παίρνοντας το προβάδισμα από τους οπισθοδρομούντες και σκιαγραφώντας ένα όραμα εθνικής εμβέλειας, που θα έχει σίγουρα αντανάκλαση και στο εξωτερικό.
Η διεκδίκηση και η εξασφάλιση της ηγεμονίας δεν είναι απαραίτητο να γίνεται από θέση εξουσίας, για να έχει αποτέλεσμα. Συχνά, οι συνθήκες για την, αξιωματική ειδικά, αντιπολίτευση είναι πιο πρόσφορες για μια τέτοια στοχοθεσία. Και με την αφωνία ή την πολυφωνία της κυβερνητικής παράταξης γίνονται ακόμα προσφορότερες. Ο ηγέτης της αξιωματικής αντιπολίτευσης πρέπει να βοηθηθεί και να ωθηθεί να δράσει ως δυνάμει πρωθυπουργός. Κάθε πολιτική εμφάνισή του οφείλει να έχει αυτό ως οδηγό, σε βάρος των καθηκόντων που τον καθηλώνουν σε μια τρέχουσα αντιπολιτευτική αντιπαράθεση.
Χ. Γεωργούλας