Η Μαρίνα Τσβετάγιεβα ως τραγική κόρη του Μίνωα

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, «Φαίδρα», μτφρ. Χρήστος Χρυσόπουλος, Επίμετρο: Δήμητρα Κονδυλάκη, Νίκος Διαμαντής, εκδ. Νεφέλη 2019

Στο μύθο της Φαίδρας, όπως έχει παραδοθεί από την αρχαιότητα, η κόρη αυτή του Μίνωα και της Πασιφάης, αδελφή της Αριάδνης και δεύτερη σύζυγος του βασιλιά της Αθήνας, Θησέα, ερωτεύτηκε παράφορα τον γιο του Θησέα, Ιππόλυτο (που τον έκανε με την Αμαζόνα Ιππολύτη). Στη συνέχεια, μετά τη σκαιή απόρριψή της από αυτόν, έσκισε τα ρούχα της και πήγε στον Θησέα να καταγγείλει τον θετό της γιο Ιππόλυτο ότι δήθεν προσπάθησε να την βιάσει. Ο Θησέας τον έδιωξε από τη χώρα, αυτός φεύγοντας με την άμαξα σκοτώθηκε γιατί τα άλογά του αφήνιασαν και η Φαίδρα, ντροπιασμένη και γεμάτη τύψεις, κρεμάστηκε.
Στη «Φαίδρα» της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, υπάρχει ένα μικρό αλλά ουσιώδες «πείραγμα» στο μύθο: η Φαίδρα δεν είναι εκείνη που συκοφαντεί τον Ιππόλυτο ότι προσπάθησε να την βιάσει, αλλά αυτοκτονεί δι’ απαγχονισμού κατευθείαν. Εκείνη που προβαίνει στη συκοφαντία, μετά το θάνατο της Φαίδρας, είναι ένα άλλο πρόσωπο που προστίθεται στο μύθο, η τροφός. Που υπήρξε και τροφός της ίδιας της Φαίδρας και έχει πολύ στενή σχέση μαζί της.

Η μικρή αυτή διαφορά αποτελεί ωστόσο σημαντική αλλαγή στη στάση της Φαίδρας, από ψυχολογική άποψη. Στην πρωταρχική εκδοχή εκδικείται, στη νεότερη εκδοχή απλώς απογοητεύεται και αυτοκαταστρέφεται.
Αυτό είναι μια σημαντική παράμετρος σε σχέση με τη γενικότερη ψυχολογική στάση της ίδιας της Τσβετάγιεβα στη ζωή – ας μην ξεχνάμε ότι και η ίδια κρεμάστηκε βάζοντας τέλος στη ζωή της, έστω και αν αυτό έγινε κάτω από απίστευτα δύσκολες συνθήκες επιβίωσης, την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και όντας κυνηγημένη από το σταλινικό κράτος.
Το έργο της αυτό, η Φαίδρα, εκδόθηκε φέτος για πρώτη φορά στα ελληνικά. Το κείμενο είναι δύσκολο ήδη στα ρωσικά, καθώς η Μαρίνα Τσβετάγιεβα χρησιμοποιούσε περίτεχνη γλώσσα με πολλές αναπάντεχες παρεκβάσεις, γλώσσα υψηλής ποίησης, οπότε το έργο του Χρήστου Χρυσόπουλου που έκανε τη μετάφραση ήταν κάτι παραπάνω από δύσκολο, κοντά στο επίπεδο του άθλου. Τα κατάφερε όμως και τα κατάφερε εξαιρετικά, πετυχαίνοντας όχι μόνο να αποδώσει τη γλώσσα της Τσβετάγιεβα αλλά και να παράξει ένα κείμενο που να σε κάνει να νιώθεις ότι διαβάζεις θεατρικό κείμενο αρχαίας τραγωδίας, σε ρυθμό που σέβεται το ρυθμό της αλλά ταυτόχρονα σε γλώσσα πλούσια μεν, κατανοητή δε. Αυτό ήταν ένα ιδιαίτερο στοίχημα ειδικά για την ελληνική μετάφραση, όπου η διασκευή μιας τραγωδίας δεν μπορεί παρά να έχει αναφορές στην ίδια την τραγωδία που διασκευάζει, άρα και στους τρόπους της (αρχαίας) ελληνικής γλώσσας.
Ο Χρήστος Χρυσόπουλος μετέφρασε από τα αγγλικά αλλά σε συνεργασία επί ένα χρόνο με τη Ρωσίδα Έλενα Ριζίκοβα ως σύμβουλο μετάφρασης, σε αντιπαραβολή με το ρωσικό πρωτότυπο. Όπως λέει ο ίδιος: «Μεταφράζοντας τη Φαίδρα της Μαρίνας Τσβετάγιεβα, θα μπορούσα να ισχυριστώ παραδοξολογώντας (και ξορκίζοντας τον κίνδυνο να θεωρηθώ αλαζονικός) ότι αποτελεί ένα από τα καλύτερα βιβλία μου. (…) Η αίσθηση κυριότητας που εκφράζω απέναντι στη Φαίδρα είναι μια ένδειξη για την εγγύτητα της συνομιλίας που ανέπτυξα με την ποιήτρια. Ας θεωρηθεί, λοιπόν, η παραπάνω δήλωση ως έκφραση ευγνωμοσύνης». Το έργο παρουσιάστηκε το 2018 και στο θέατρο, στο Θέατρο Σημείο, σε σκηνοθεσία Νίκου Διαμαντή.
Ωστόσο θα μπορούσε να αμφισβητηθεί ότι η Φαίδρα είναι θεατρικό έργο. Η ίδια η Ρωσίδα ποιήτρια, που σήμερα θεωρείται από τις κορυφαίες ποιήτριες του 20ού αιώνα, το αμφισβητούσε, καθώς θεωρούσε την ποίηση ανώτερη του θεάτρου και όλα της τα έργα τα έβλεπε ως ποιήματα που σκοπό έχουν να αναγιγνώσκονται και όχι να παίζονται από ηθοποιούς. Όμως, όπως λέει στο εξαιρετικό της επίμετρο η Δήμητρα Κονδυλάκη, το κείμενο μπορεί μεν να αντιστέκεται στην αναπαράσταση – η ίδια η συγγραφέας δεν έδωσε σκηνοθετικές οδηγίες – , ωστόσο «σε μια μετα-αναπαραστατική εποχή, όπου τα δεδομένα για το τι είναι θέατρο και τι όχι έχουν απολύτως ανατραπεί, το στοιχείο αυτό κάνει το έργο ακόμα πιο σύγχρονο, εκτοξεύοντάς το στον μεταδραματικό χώρο. Γιατί μετακινεί τα όρια της σκηνικής κατασκευής όπως μετακινεί τα όρια της θεατρικής και της ποιητικής γλώσσας, επανεπινοώντας την εκ νέου».
Η Τσβετάγιεβα προηγήθηκε στην επανάγνωση των αρχαίων μύθων τόσο του Κοκτώ (Αντιγόνη, Ορφέας) όσο και των Ζιρωντού (Αμφιτρύωνας), Γέητς (Οιδίποδας). Ήταν η πρώτη στο σύγχρονο θέατρο που το επιχείρησε. Επίσης όμως έκανε και κάτι άλλο: μετέθεσε το κέντρο βάρους του μύθου ακόμη πιο πολύ προς τη γυναίκα, φτιάχνοντας επίσης, έμμεσα βέβαια, και μια αυτοβιογραφία. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι το γυναικείο πάθος σε όλες της τις εκφάνσεις (η ίδια ερωτευόταν και άντρες και γυναίκες). Και είναι και το ότι η ίδια προτιμάει να δίνει μάχες για την ποίηση παρά για τη ζωή ή για τη στιγμή παρά για τη ζωή στο σύνολό της. Αντιγράφουμε ξανά από το επίμετρο της Δήμητρας Κονδυλάκη: «Η ποιήτρια ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τον μυθικό κύκλο του Θησέα, γιατί έχει στον πυρήνα του και μέσα από τις ιστορίες όλων των πρωταγωνιστών του, ιδίως των γυναικών, τον μοιραίο, ανεκπλήρωτο έρωτα. Ως προς αυτό, η Τσβετάγιεβα δεν διαφοροποιείται από τους προκατόχους της δραματικούς ποιητές που συγκινήθηκαν από τους μύθους των θυγατέρων του Μίνωα, της Αριάδνης και της Φαίδρας, καθώς ενσαρκώνουν μοναδικά το γυναικείο πάθος. (…) Ο μύθος προεκτείνεται λοιπόν όχι μόνο στην ποιητική φαντασία αλλά και στην πραγματική της ζωή. Στη μεγαλύτερη κόρη της, αδερφική και συντροφική παρουσία για την ίδια, δίνει το όνομα Αριάδνη – ηρωίδα μακάρια – γιατί παρά τις περιπέτειες με τον Θησέα, αφού τον βοήθησε να σκοτώσει τον Μινώταυρο, την ερωτεύτηκε ο Διόνυσος και μαζί του αναλήφθηκε στους ουρανούς. Τον ρόλο της Φαίδρας – από ένστικτο; Από εμμονή στην ιδέα του ανεκπλήρωτου; – τον κρατάει για τον εαυτό της».
Το βιβλίο εκδόθηκε από τη Νεφέλη στη σειρά που επιμελείται η Δήμητρα Κονδυλάκη «Η γλώσσα του θεάτρου».

Μανώλης Πιμπλής