Η νέα Δημοκρατία της Ιρλανδίας

Του Ρόναν Μπέρτενσα*

Οι ιρλανδικές εκλογές του προηγούμενου σαββατοκύριακου ήταν ένα ιστορικό γεγονός. Περίπου για έναν αιώνα, στην πολιτική σκηνή του Νότου της Ιρλανδίας κυριαρχούσε ο δεξιός κομματισμός των Φιάνα Φέιλ και Φάιν Γκέιλ. Σχετικά πρόσφατα, το 2007, το αθροιστικό ποσοστό αυτών των δύο κομμάτων ήταν 68,9%. Το περασμένο σαββατοκύριακο αυτό το ποσοστό έπεσε στο 43,1%.
Το Σιν Φέιν επικράτησε στις εκλογές με ποσοστό 24,5%. Η μόνη αιτία που το εμπόδισε να είναι το μεγαλύτερο κόμμα στη Βουλή, ήταν ο συγκριτικά μικρός αριθμός των υποψηφίων του. Εκλέχτηκαν επίσης και άλλοι αριστεροί βουλευτές τόσο από την κεντροαριστερά όσο και από διάφορες συλλογικότητες της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Εν τω μεταξύ, το κεντροαριστερό Πράσινο Κόμμα έλαβε το 7,1% και δώδεκα έδρες που είναι ιστορικό ρεκόρ του.
Το έξιτ πολ έδειξε ότι η ψήφος είχε ηλικιακά χαρακτηριστικά. Στις ηλικίες 18-24 ετών, το ποσοστό του Σιν Φέιν ήταν 31,8%, ενώ τα πήγαν καλά και οι Πράσινοι (14,4%), το ριζοσπαστικό αριστερό κόμμα Οι Άνθρωποι Πάνω από τα Κέρδη (6,6%), οι σοσιαλδημοκράτες (4,1%) και άλλα αριστερίζοντα κόμματα. Στις ηλικίες 25-34 ετών τα ποσοστά ήταν παρόμοια, με το ποσοστό του Σιν Φέιν να είναι 31,7%. Αυτό ήταν περίπου το ίδιο με το αντίστοιχο αθροιστικό ποσοστό των Φάιν Γκέιλ και Φιάνα Φέιλ (32,5%).
Αλλά η τελευταία προεκλογική δημοσκόπηση των Irish Times/IPSOS MRBI έδειξε επίσης και μια απόλυτη ταξική διάκριση. Το Σιν Φέιν συγκέντρωνε μόλις το 14% των ψηφοφόρων που ανήκουν στην κοινωνική κατηγορία AB (Σ.τ.μ.:Υψηλά και μεσαία διευθυντικά και διοικητικά στελέχη, και ελεύθεροι επαγγελματίες), ενώ στην κατηγορία DE (Σ.τ.μ.: Ημι-ειδικευμένοι και ανειδίκευτοι χειρώνακτες, άνεργοι και απασχολούμενοι σε χαμηλής ποιότητας εργασίες) το ποσοστό του ήταν 33%. Το ίδιο ίσχυε και στην κατηγορία των ψηφοφόρων που ανήκαν στην κατηγορία C2 (Σ.τ.μ.: Ειδικευμένοι χειρώνακτες), δηλαδή στην «ειδικευμένη εργατική τάξη», όπου το ποσοστό του Σιν Φέιν ήταν 35%, περίπου ίσο με το αθροιστικό ποσοστό της Δεξιάς, δηλαδή του Φάιν Γκέιλ και του Φιάνα Φέιλ (39%).
Επίσης, στο έξιτ πολ, το 32% των ψηφοφόρων ενδιαφερόταν κυρίως για την υγειονομική περίθαλψη, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό ενδιαφέροντος για τη στέγαση έφτανε το 26%. Ήταν μια εκλογική αναμέτρηση που την πυροδότησε σε μεγάλο βαθμό η απογοήτευση για το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο.

Αγώνας κατά της λιτότητας

Αυτή η αλλαγή προετοιμαζόταν από καιρό. Για μια δεκαετία, οι τεκτονικές πλάκες της ιρλανδικής πολιτικής σκηνής μετακινούνταν. Το 2010, όταν κορυφώθηκε η κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος της Ιρλανδίας και στη χώρα ήρθε η τρόικα για να επιβάλει μια άγρια ατζέντα λιτότητας, φάνηκε για ένα σύντομο διάστημα ότι υπήρχε η δυνατότητα μιας υπέρβασης. Το δημοσκοπικό ποσοστό του Ιρλανδικού Εργατικού Κόμματος, με τις πλάτες των μαζικών διαδηλώσεων που οργάνωσε το συνδικαλιστικό κίνημα κατά της αδικίας του προγράμματος διάσωσης των τραπεζών, είχε ξεπεράσει το 30% .
Εν τέλει, οι Εργατικοί έφτασαν το 19,4% στις εκλογές, το υψηλότερο ποσοστό που είχαν ποτέ, αλλά επέλεξαν να σπαταλήσουν αυτή την εντολή συμμετέχοντας σε κυβέρνηση λιτότητας μαζί με το Φάιν Γκέιλ. Μετά από τις εκλογές του 2011 η δυναμική στράφηκε προς το Σιν Φέιν, αλλά πολλοί θεώρησαν ότι αυτό ήταν κάτι παροδικό.
Για αρκετά χρόνια η Ιρλανδία ήταν το «υπάκουο παιδί» της ευρωπαϊκής λιτότητας. Ενώ στην Ελλάδα, την Ισπανία, την Ιταλία και την Πορτογαλία υπήρξαν μεγάλες διαδηλώσεις και μετακινήσεις στο πολιτικό σκηνικό, η κατάσταση στην Ιρλανδία εμφανιζόταν σχετικά ήρεμη.
Όμως, το 2014 το υπάκουο παιδί παρεκτράπηκε. Η προσπάθεια της κυβέρνησης Φάιν Γκέιλ-Εργατικών να επιβάλει φορολογία στο νερό, η οποία θεωρήθηκε και ως το πρώτο βήμα για την ιδιωτικοποίηση του δικτύου ύδρευσης, οδήγησε σε ένα γενικευμένο θυμό. Ακολούθησαν συγκρούσεις στις εργατικές και τις φτωχές αγροτικές περιοχές, που κορυφώθηκαν με τη δημιουργία από τα αριστερά κόμματα και τα συνδικάτα της μεγάλης καμπάνιας Right2Water (Δικαίωμα στο Νερό). Η πρώτη διαδήλωση αναμενόταν να συγκεντρώσει 30.000 άτομα, αλλά αυτοί που προσήλθαν ήταν 100.000, ενώ τον επόμενο χρόνο έγιναν πολλές διαδηλώσεις επίσης με εξαψήφιο αριθμό συμμετεχόντων.

Μια νέα γενιά

Ταυτόχρονα, μια νέα γενιά άρχισε να ενηλικιώνεται στην Ιρλανδία. Ήταν η γενιά που βίωσε από πρώτο χέρι την οικονομική κατάρρευση της χώρας σε διάφορα επίπεδα: από τις περικοπές στις παροχές κοινωνικής πρόνοιας μέχρι την επιβολή διδάκτρων στα πανεπιστήμια, και από τις χαμηλές αμοιβές και τα υψηλά ενοίκια μέχρι την ανεργία.
Αυτή η γενιά ήταν η πιο κοινωνικά φιλελεύθερη στην ιστορία της Ιρλανδίας. Ήταν θυμωμένη με τη σωρεία σκανδάλων που συνδέονταν με την Καθολική Εκκλησία τα οποία στιγμάτισαν την πορεία της χώρας επί δεκαετίες. Ακτιβιστές και ακτιβίστριες νεανικής ηλικίας ρίχτηκαν με ορμή στα κινήματα αμφισβήτησης του βαθύτατα συντηρητικού συντάγματος της Ιρλανδίας.
Κορυφαία τομή ήταν το δημοψήφισμα του 2015 για την ισότητα στο γάμο, όταν η Ιρλανδία έγινε το πρώτο κράτος στον κόσμο που νομιμοποίησε με λαϊκή ψήφο το γάμο μεταξύ ομοφύλων. Η χώρα άλλαζε με έναν έντονο τρόπο, ακόμα και τα δεξιά κόμματα φιλελευθεροποιούνταν, και αυτή η νέα γενιά ήταν αποφασισμένη να σαρώσει τις παλιές αντιδραστικές νοοτροπίες.
Ακόμα και μετά τη σαρωτική επιτυχία στο δημοψήφισμα του 2015, η διεκδίκηση του δικαιώματος στην έκτρωση ήταν μια πολύ δύσκολη μάχη. Η έκτρωση ήταν πάντα ένα θέμα που προκαλούσε έντονη αντιπαράθεση στην ιρλανδική πολιτική σκηνή, και ένα δημοψήφισμα που έγινε για το θέμα αυτό το 1983 είχε ως αποτέλεσμα την επιβολή του πιο περιοριστικού νομοθετικού πλαισίου στο δυτικό κόσμο.
Όμως ο θάνατος της Σαβίτα Χαλαπανάβαρ το 2012 άλλαξε τη συζήτηση. Το νοσοκομείο της πόλης Γκάλγουεϊ αρνήθηκε στην Χαλαπανάβαρ το αίτημα να υποβληθεί σε έκτρωση, που θα μπορούσε να της σώσει τη ζωή, και μια μαία είπε στην οικογένειά της ότι αυτό συνέβη γιατί η Ιρλανδία είναι «μια καθολική χώρα». Η οργή που ακολούθησε οδήγησε σε πορείες, ολονυχτίες και στη δημιουργία πολυάριθμων ομάδων υπέρ της ελεύθερης επιλογής στο ζήτημα της έκτρωσης.
Μετά από πολλά χρόνια προσπαθειών, οι ακτιβιστές και οι ακτιβίστριες κατάφεραν το 2018 να προκαλέσουν δημοψήφισμα για την κατάργηση της συνταγματικής απαγόρευσης της έκτρωσης, όπου το 66,4% συμφώνησε με την κατάρρευση της απαγόρευσης.

Μια νέα δημοκρατία

Για πολλούς και πολλές αυτής της νέας γενιάς, οι οικονομικές και κοινωνικές ματαιώσεις πήγαιναν μαζί. Τα τελευταία χρόνια υπήρξε μια αύξηση των κινημάτων για την αντιμετώπιση της ιρλανδικής στεγαστικής κρίσης. Τα πολύ υψηλά ενοίκια κατέστρεψαν τις προοπτικές πολλών νέων ανθρώπων για μια αξιοπρεπή ζωή.
Η στεγαστική κρίση επέδρασε επίσης στις κοινότητες της εργατικής τάξης, όπου όλο και περισσότεροι άνθρωποι μεταβάλλονταν σε «φτωχούς εργαζόμενους», οι οποίο συχνά εντάσσονταν στις τάξεις των άστεγων, παρά το γεγονός ότι θεωρούνταν ως πλήρως απασχολούμενοι. Τον Οκτώβριο οι άνεργοι έφτασαν στον αριθμό ρεκόρ 10.514, αλλά οι επίσημες στατιστικές δεν λένε όλη την ιστορία.
Το 2019 σημειώθηκαν επίσης νέα ρεκόρ στον αριθμό των ανθρώπων που στοιβάζονται σε ράντζα των ιρλανδικών νοσοκομείων (108.364), καθώς και σε εκείνον που αναφέρεται σε όσους βρίσκονται στις λίστες αναμονής για νοσοκομειακές εξετάσεις (569.498). Η κυριαρχία των δεξιών κομμάτων στην ιρλανδική πολιτική σκηνή είχε ως αποτέλεσμα η χώρα να μην αποκτήσει ποτέ ένα αξιόπιστο δημόσιο σύστημα υγείας, όπως το Εθνικό Σύστημα Υγείας της Βρετανίας, και το αποτέλεσμα της συνύπαρξης υποχρηματοδότησης και κακοδιοίκησης είναι η βαθιά κρίση στον τομέα της υγείας.
Όλα αυτά ήρθαν σε αντιπαράθεση με την αφήγηση του Φάιν Γκέιλ και του έμπιστου εταίρου της Φιάνα Φάιλ. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η Ιρλανδία περιγράφεται ως μια ιστορία επιτυχίας (success story) με το οικονομικό της μοντέλο του φορολογικού παραδείσου να θεωρείται ως η αιτία της ισχυρής ανάκαμψης από την ύφεση.
Αλλά κάτω από το ραντάρ υπήρχαν όλο και περισσότερο δύο Ιρλανδίες: η μία που επωφελείται από τη μεγάλη άνοδο των άμεσων ξένων επενδύσεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα, την φαρμακευτική βιομηχανία και τις νέες τεχνολογίες ή από τις εθνικές επενδύσεις σε ακίνητη περιουσία, και η άλλη που είναι αναγκασμένη να ζει στο κατώτατο άκρο αυτής της οικονομίας, που υποφέρει από το υψηλό κόστος ζωής, χωρίς να βλέπει κάποια ουσιαστική βελτίωση του βιοτικού της επιπέδου.
Αυτή η δεύτερη Ιρλανδία μίλησε στις εκλογές του προηγούμενου σαββατοκύριακου, μια νέα Ιρλανδία της εργατικής τάξης και των νέων ψηφοφόρων που δεν αποδέχονται το δικομματισμό Φάιν Γκέηλ-Φιάνα Φέιλ και ζητούν μια εντελώς νέα δημοκρατία, μια δημοκρατία που θα σαρώσει την επί δεκαετίες δεξιά κοινωνική και οικονομική συναίνεση.

Μετάφραση: Χάρης Γολέμης

*Ο Ρόμπερτ Μπέρτενσα (Robert Burtenshaw) είναι ιρλανδός δημοσιογράφος που ζει στο Λονδίνο, εκδότης του σοσιαλιστικού περιοδικού Tribune.