Η νέα κρίση θα δείξει τα όρια

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΣΤΟ ΤΜΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤ ΗΜΩΝ ΤΟΥ ΑΠΘ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ ΚΙΟΥΠΚΙΟΛΗ

** Σίγουρα δεν μπορούμε να κάνουμε προβλέψεις, αλλά δεν πιστεύω ότι είναι μη αναστρέψιμη η κατάσταση. Το θέμα είναι η χρονικότητα, δηλαδή το πόσο γρήγορα θα αντιστραφεί αυτό το κλίμα, αυτή η σχετική ηγεμονία και όχι το αν και το πότε.

Τη συνέντευξη πήραν η Ιωάννα Δρόσου και ο Παύλος Κλαυδιανός

Ποια είναι τα συμπεράσματά σου από τον τρόπο που πολιτεύθηκε η κυβέρνηση εν μέσω πανδημίας;
Το κύριο είναι η εμπέδωση ενός συγκεκριμένου τρόπου άσκησης της εξουσίας, που είναι πατερναλιστικός, αυταρχικός, περιοριστικός. Και το ενδιαφέρον σε αυτή την περίπτωση είναι ότι οι περιορισμοί χρειάζονταν. Το ζήτημα, όμως, είναι με ποια λογική εισάγεις και επιβάλλεις αυτούς τους περιορισμούς; Με μια λογική συνευθύνης και άρα συναποφάσεων, εν μέρει, ή με επίδειξη πυγμής; Αυτό που ζήσαμε ήταν ένας αιφνιδιασμός, στις ανακοινώσεις μέτρων, χωρίς διαβούλευση, ούτε καν σε κοινοβουλευτικό επίπεδο. Και αυτή η πρακτική εφαρμόστηκε και σε τοπικό επίπεδο. Για παράδειγμα, στην Θεσσαλονίκη, όπου μένω, διαγωνίστηκαν μεταξύ τους ο περιφερειάρχης με τον δήμαρχο για το ποιος θα ανακοινώσει ταχύτερα το κλείσιμο της παραλίας, την ώρα που αυτή η απόφαση δημιούργησε συνωστισμό σε άλλες περιοχές. Αυτή ήταν η στρατηγική που εφάρμοσαν οι άρχοντες που σκέφτονται τον εαυτό τους ως πατέρες και ως κυβερνήτες που δεν είναι υποχρεωτικό να λογοδοτούν σε κανέναν.

Ο Κ. Μητσοτάκης, σε συνέντευξή του, δήλωσε πως η πανδημία αποδείχτηκε ευκαιρία προκειμένου να γίνουν αποδεκτοί οι τεχνοκράτες και οι ειδήμονες, στο σχεδιασμό πολιτικής και στην εφαρμογή της.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό της περιόδου είναι πράγματι η επένδυση της αυταρχικής άσκησης εξουσίας με μια τεχνοκρατική αντίληψη, η οποία εμφανιζόταν όχι μόνο ως λόγος της εξουσίας αλλά και ως λόγος της αλήθειας, ως λόγος της επιστήμης. Ο Κλοντ Λεφόρ στο γνωστό δοκίμιό του για το θεολογικο-πολιτικό λέει ότι η διαφορά που έχει η αντιπροσωπευτική δημοκρατία σε σχέση με τα αυταρχικά καθεστώτα του Μεσαίωνα είναι ότι αυτά τα καθεστώτα –όπως τα βλέπουμε στην ανάλυση του Δάντη για τον αυτοκράτορα- συγκεντρώνουν στο πρόσωπο του πολιτικού άρχοντα, το λόγο της αλήθειας, το νόμο και την εξουσία. Αυτό το σχήμα, η μη διάκριση μεταξύ του λόγου της επιστήμης, του νόμου και της εξουσίας, είναι ο πυρήνας της αυταρχικής συντηρητικής πολιτικής από το Μεσαίωνα, που συναντήσαμε ξανά στο ναζισμό, στο φασισμό και σε όλα τα συντηρητικά, αυταρχικά καθεστώτα και επανήλθε στο σήμερα. Αυτό που είδαμε στον τρόπο άσκησης της εξουσίας ήταν μια προσπάθεια εμπέδωσης και ενίσχυσης του πυρήνα της συντηρητικής αντίληψης για τη διακυβέρνηση, την πολιτική, την εξουσία, η οποία ποτέ δεν χάθηκε. Και δεν έχουν κανένα ενδοιασμό ή όριο στον τρόπο που την ασκούν, αφού νιώθουν δικαιούχοι της εξουσίας. Αυτό το είδαμε και κατά τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, οπότε αποδείχθηκε, για μια ακόμα φορά, πόσο αυταρχική είναι η αντίληψη της ελληνικής δεξιάς, καθώς τους εξόργισε το γεγονός ότι κάποιος άλλος βρίσκεται στην εξουσία από το αντίπαλο στρατόπεδο. Θεωρούν ότι η εξουσία είναι το χωράφι τους και κανείς δεν δικαιούται να το πατήσει.

Ποιοτικές διακρίσεις στην αποδοχή της κυβερνητικής πολιτικής

Στην κοινωνία δεν καταγράφηκε, ακόμα, κάποια αντίρρηση και έδωσε το περιθώριο στην πολιτική εξουσία να το μετασχηματίσει σε «συναίνεση». Έχει βάθος αυτή η στάση; Θα ξαναέρθει η κοινωνία σε ένα σημείο που θα στοχαστεί πάνω στις αρχές που ανάφερες;
Καταρχάς υπήρξε αποδοχή σε γενικές γραμμές, αλλά πρέπει να δούμε τις ποιότητές της. Δεν ήταν ο ίδιος τρόπος αποδοχής, για παράδειγμα, από δεξιούς που περιμένουν το κράτος-πατέρα και το κράτος-αστυνόμο και το επιδιώκουν, μάλιστα, ή από κόσμο που με τη δεκτική του στάση έδειξε υπευθυνότητα ως μορφή αλληλεγγύης και κοινωνικής ευθύνης σε αυτές τις συνθήκες. Αυτές οι στάσεις δεν είναι πολύ εύκολο να διακριθούν, αλλά νομίζω ότι μπορούμε να κάνουμε αυτή την ποιοτική διάκριση και να μελετήσουμε γιατί κόσμος που δεν ανήκει στη δεξιά συμμορφώθηκε, γιατί υποστήριζε την αυστηρή τήρηση των μέτρων και πώς αυτή η διάθεση διακρίνεται από τους φορείς της δεξιάς. Νομίζω ότι πρέπει να κάνουμε αυτούς τους ποιοτικούς διαχωρισμούς, για να μην νομίσουμε ότι η πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας έχει ασπαστεί αυτή την πολιτική αντίληψη.

Βλέπουμε να περικόπτονται, ωστόσο, θεμελιώδεις δημοκρατικές ελευθερίες, όπως είναι το δικαίωμα του συναθροίζεσθαι, που ξεκίνησε από τις πλατείες εν μέσω πανδημίας και ολοκληρώθηκε με το νόμο για τις διαδηλώσεις, και να επιβάλλεται η αστυνομοκρατία. Αυτές οι κινήσεις φαίνεται να έχουν δημοσκοπική, τουλάχιστον, αποδοχή. Πώς το ερμηνεύεις;
Είναι σαφές ένα ερώτημα τι εκφράζουν οι δημοσκοπήσεις, αλλά για τη συζήτησή μας δεν θα αμφισβητήσω ότι υπάρχει μια σημαντική μερίδα της ελληνικής κοινωνίας, που αποδέχεται και επιδοκιμάζει αυτές τις πολιτικές, διότι είναι η άλλη όψη του νομίσματος, όπως είπα, της δεξιάς, αυταρχικής, συντηρητικής και εν τέλει αντιδημοκρατικής αντίληψης για το τι σημαίνει πολιτική. Η αποδοχή τέτοιων αυταρχικών πολιτικών, όπως είναι η αστυνομική βία, είναι το θεμέλιο μη δημοκρατικών πολιτικών αντιλήψεων και δυστυχώς υπάρχει μια σημαντική μερίδα σε αυτή την κοινωνία, που βρίσκεται σε αυτό το στρατόπεδο. Δεν νομίζω όμως ότι είναι κατ’ ανάγκη πλειοψηφικό ή συνολικό. Αυτό που προσφέρει αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση είναι το δόγμα νόμος-τάξη και το «κράτος είναι δικό μας». Γι’ αυτό και τα σκάνδαλα της κυβέρνησης, όπως για παράδειγμα η χρηματοδότηση των ΜΜΕ, δεν προκαλούν την αποδοκιμασία. Αντίθετα, στέλνουν το μήνυμα «έχουμε ξανά τον έλεγχο». Υπάρχει, όμως, και μια άλλη γκρίζα ζώνη, πέρα από τη δεξιά παράταξη στη χώρα που είναι μεγάλη και ισχυρή –αν και δεν πιστεύω ότι είναι πλειοψηφική- και αφορά μια μερίδα της ελληνικής κοινωνίας που ζει τη συνθήκη της επισφάλειας (εργασιακή και πλέον και υγειονομική) με την καταστολή να λειτουργεί σαν καταπραϋντικό. Γι’ αυτό δεν θα αντιδράσει από όσα συμβαίνουν, καθώς πλήττεται ισχυρά από την επισφάλεια και αναζητά ασφάλεια.

Επιφανειακή ηγεμόνευση

Ο ακροδεξιός λόγος είναι και πάλι στο προσκήνιο. Βλέπουμε την κυβέρνηση να εφαρμόζει ανερυθρίαστα επαναπροωθήσεις προσφύγων, να έχει ρητορική μίσους, να περνά νόμους που εντείνουν τις ανισότητες. Έτσι, επανεμφανίζονται οι «αγανακτισμένοι κάτοικοι του Αγίου Παντελεήμονα» ή στην Μυτιλήνη πηγαίνουν στις ακτές και αποτρέπουν τις καραβιές προσφύγων να φτάσουν στη στεριά. Μόλις το 2015, η Ελλάδα ήταν η χώρα της αλληλεγγύης, τι μεσολάβησε και υπάρχει αυτή η στροφή;
Θαρρώ πως συμβαίνει η αποκατάσταση μιας επιφανειακής ηγεμονίας. Με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, εκφράστηκαν τα κινήματα και οι κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών –αν και έγιναν πολύ σοβαρά ατοπήματα που δεν είναι της παρούσης να τα αναλύσουμε- πετυχαίνοντας μια μερική ηγεμονία αυτής της μερίδας της ελληνικής κοινωνίας: των κινημάτων, της αλληλεγγύης, του διεθνισμού κ.ο.κ. Αυτό δεν σημαίνει ότι είχαμε μια βαθιά ηγεμονία, πολύ περισσότερο μια εμπεδωμένη επικράτηση στα ήθη και τις αντιλήψεις. Αυτή η μερική επικράτηση, υπέρ των προσφύγων και της αλληλεγγύης, μεταβλήθηκε, πάλι χωρίς να έχουμε μια βαθιά ηγεμονία του αντιμεταναστευτικού, των ακροδεξιών, των ρατσιστών κ.ο.κ. Υπάρχει μια σχετική, υπό αίρεση, επιφανειακή ηγεμόνευση αυτή τη στιγμή, που οπωσδήποτε συνδέεται με την επικράτηση μιας δεξιάς κυβέρνησης, που εξέφερε άλλο λόγο σε αυτό το ακροατήριο, το οποίο ήταν ήδη σε αυτή την κατεύθυνση και περιθωριοποιήθηκε, σε κάποιο βαθμό, από το 2012 όταν ισχυροποιήθηκε, μαζί με τον ΣΥΡΙΖΑ, μια άλλη αντίληψη στην κοινωνία. Τώρα νομιμοποιήθηκε, αποχαλινώνεται και επιδιώκει να εκφραστεί στο δημόσιο χώρο. Ταυτόχρονα, και επανέρχομαι στη γκρίζα ζώνη, που για εμένα είναι σημαντική για την πολιτική επικράτηση της Νέας Δημοκρατίας αυτή τη στιγμή, το ζήτημα της απογοήτευσης από τις πολιτικές μιας άλλης κυβέρνησης από το 2015 και μετά, αλλά και η εμβάθυνση και εμπέδωση της επισφάλειας, δημιουργεί διαθέσεις ανοσοποίησης: όσο γίνεται να προστατευτούμε από το επικίνδυνο, από το άλλο, από το διαφορετικό και να κλειστούμε στο καβούκι μας. Είναι μια αρνητική αντίδραση απέναντι στη συνθήκη της επισφάλειας. Και αυτή φτιάχνει μια διαφορετική εκλογική πελατεία, που δεν περιορίζεται μόνο στο δεξιό ακροατήριο, για τη βαθιά δεξιά κυβέρνηση που έχουμε.

Είναι η κατάσταση που περιγράφεις μη αναστρέψιμη; Είμαστε μπροστά σε ένα νέο κύμα βαθιάς κρίσης, που θα εντείνει την επισφάλεια.
Σίγουρα δεν μπορούμε να κάνουμε προβλέψεις, αλλά δεν πιστεύω ότι είναι μη αναστρέψιμη η κατάσταση. Το θέμα είναι η χρονικότητα, δηλαδή το πόσο γρήγορα θα αντιστραφεί αυτό το κλίμα, αυτή η σχετική ηγεμονία και όχι το αν και το πότε. Δεν έχει να προσφέρει τίποτα σε επίπεδο διαβίωσης ή κοινωνικής ανέλιξης, μιλώντας με νεοφιλελεύθερους και μικροαστικούς όρους, αυτή η κυβέρνηση. Και αυτό θα αποτυπωθεί κάποια στιγμή, όσο και να αντλεί ικανοποίηση η πελατεία της δεξιάς από την αστυνομοκρατία, τον κρατικό αυταρχισμό, την άλωση του κράτους. Η νέα κρίση θα δείξει τα όρια. Δεν έχει τίποτα να προσφέρει η προγραμματική πολιτική της ελληνικής δεξιάς σε αυτό το επίπεδο της οικονομικής ανόρθωσης των πολλών. Ακόμα και ναυαρχίδες της άλλης πολιτικής που επικαλούνται, δηλαδή επενδύσεις όπως είναι το Ελληνικό, είναι μια μεγάλη απάτη όχι μόνο γιατί βασίζεται σε δάνεια, αλλά γιατί δεν έχει να προσφέρει τίποτα στην κοινωνία άπαξ και ολοκληρωθεί. Γι’ αυτό ανάφερα το ζήτημα της χρονικότητας. Θα γίνει το φθινόπωρο; Στο τέλος της θητείας αυτής της κυβέρνησης; Στην απευκταία επόμενη θητεία; Αλλά θα γίνει. Και δεν είναι μια προφητεία, ούτε μια απόλυτη κρίση που αφορά την ελληνική περίπτωση, είναι η διεθνής συνθήκη, με πολύ λίγες εξαιρέσεις, όπως είναι η Γερμανία. Σε όλο τον κόσμο, όλες οι νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις δεν έχουν αλλάξει καθόλου προς το καλύτερο τη διαβίωση, τις απολαβές, την κοινωνική συνθήκη της πλειοψηφίας. Διότι αυτή είναι η πολιτική του νεοφιλελευθερισμού, αυξάνει τις ανισότητες.

Η πανδημία ανέδειξε –πειστικά προς την κοινωνία- την ανάγκη ύπαρξης κοινών αγαθών, όπως είναι η υγεία, η φροντίδα, ακόμα και το νερό. Από τη στιγμή που αυτές οι κυβερνήσεις κινούνται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση, δεν μπορεί να φτάσουμε σε ένα νέο, ισχυρό δίπολο Δεξιάς και Αριστεράς;
Είναι προφανώς ένα πεδίο ηγεμονικού και αντιηγεμονικού αγώνα, αλλά από μόνο του δεν οδηγεί σε ρήξη. Την ίδια ώρα που η κυβέρνηση έλεγε «πλένουμε τα χέρια μας» και επομένως χρειαζόμαστε το νερό ως δημόσιο αγαθό, την ίδια ώρα προωθούσε την ιδιωτικοποίηση των εταιρειών ύδρευσης. Δεν έχουμε όμως μια κοινωνία που είναι ταγμένη στα δημόσια αγαθά, πόσο μάλλον στα κοινά αγαθά. Έχουμε μια κοινωνία που θέλει το κράτος-προστάτη. Άρα δεν είναι αυτονόητος ο αγώνας για την υποστήριξη των δημόσιων αγαθών, ή αν θα δει η κοινωνία τη χειραγώγηση που γίνεται, ώστε η κυβέρνηση να μην στηρίξει ένα κοινωνικό κράτος με δημόσια αγαθά.

Σημαντική μαγιά τα κινήματα βάσης

Απέναντι σε μια ισχυρή δεξιά, χρειάζεται μια ισχυρή αριστερά. Και, προς το παρόν, δεν έχει βρει τα πατήματά της, για να κινητοποιήσει την κοινωνία. Πέρα από τις μεγάλες συγκεντρώσεις για το νόμο ενάντια στις διαδηλώσεις, δεν βλέπουμε η αριστερά να οργανώνει ενωτικές δράσεις, κινήσεις αλληλεγγύης, να φτιάχνει εστίες αντίστασης.
Θεωρώ ότι γίνονται σημαντικές κινητοποιήσεις, όπως για παράδειγμα οι Σταγιάτες για το νερό, που είναι σε τοπικό επίπεδο, αλλά παίρνουν εθνικό χαρακτήρα. Η αντίδραση, όμως, γενικά των κινημάτων και της αριστεράς είναι προβληματική, διότι ο χώρος βρίσκεται σε κρίση, ύστερα από την κυβέρνηση του 2015. Είναι πολλά τα ερωτηματικά για το τι κάνουμε , που πάμε, πώς έχει νόημα να δράσουμε. Είναι μια περίοδος προβληματισμού και σχετικής στασιμότητας και μουδιάσματος, από την οποία όμως νομίζω ότι μπορεί να προκύψει μια ωρίμανση, μια αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση ζητημάτων. Σίγουρα, όμως, δεν υπάρχει ετοιμότητα, γιατί υπάρχει ο προβληματισμός για τα πεπραγμένα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και των κοινωνικών κινημάτων εκείνης της περιόδου. Πάντως δεν πρέπει να αγνοούμε τις μικρές και άμεσες δράσεις, καθώς αυτές έχουν ένα ρίζωμα και είναι ένα σημάδι για το επόμενο στάδιο. Όπως είδαμε και με τις Σταγιάτες, κάνουμε πράγματα και αλλάζουμε όρους ιδιοκτησίας και όρους πολιτικής διαχείρισης και διακυβέρνησης, εδώ και τώρα. Δεν περιμένουμε ούτε από το κεντρικό κράτος, ούτε αρκούμαστε σε μια κεντρική κινητοποίηση με μεγάλα αιτήματα, για να αλλάξει η κοινωνική πραγματικότητα.

Αυτός είναι ο δρόμος; Τα κινήματα βάσης;
Θεωρώ ότι είναι ένα μεγάλο –και σημαντικό- μέρος του δρόμου. Μόνο αυτό δεν αρκεί. Ζούμε σε έθνη κράτη, υπάρχουν κεντρικές κυβερνήσεις και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτό το επίπεδο. Είναι σαφώς προτεραιότητα να φύγει αυτή η κυβέρνηση. Δεν είμαι της άποψης ότι δεν πρέπει να ασχολούμαστε με το κεντρικό πολιτικό σύστημα. Αλλά για μένα ο άλλος δρόμος, άμεσα και μακροπρόθεσμα, είναι με τα κινήματα βάσης, με την αυτοδραστηριότητα της κοινωνίας, χωρίς να περιμένουμε κάποιο μηχανισμό αντιπροσώπευσης να φέρει τις λύσεις. Αυτός είδαμε ότι έχει πολύ σημαντικά όρια, και δεν το είδαμε μόνο στην Ελλάδα, αλλά διεθνώς, τα προηγούμενα χρόνια και στα χρόνια της κρίσης. Το τι μπορεί να κάνει μια προοδευτική κυβέρνηση είναι περιορισμένο, αν δεν υπάρχει τοπικό ρίζωμα και ισχυρή, μαζική, λαϊκή κινητοποίηση, που θα σπρώχνει τα πράγματα σε μια άλλη κατεύθυνση. Σκεφτείτε τι θα γινόταν στη διάρκεια της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, αν υπήρχε αυτή η μαζική κινητοποίηση, που θα ωθούσε τα πράγματα σε μια άλλη κατεύθυνση, και θα επέμενε. Η απουσία αυτού του παράγοντα –για την οποία δεν ευθύνεται η όποια κυβέρνηση, αλλά είναι ευθύνη της κοινωνίας και της αυτοοργάνωσής της- παίζει καταλυτικό ρόλο.

Δύσκολη διαδικασία η συστράτευση της Αριστεράς

Με ένα ισχυρό αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, με μια κυβέρνηση που δείχνει –και αποδεικνύει με τις πολιτικές της- την απέχθειά της προς τις ιδέες της Αριστεράς, δεν θα έπρεπε να υπάρχει πρόσφορο έδαφος για την ενότητα της Αριστεράς στο δρόμο, στη δράση;
Καταρχάς να πω πως το «αντιΣΥΡΙΖΑ μέτωπο» δεν είναι αντιΣΥΡΙΖΑ, αλλά αντιπροοδευτικό, αντιδημοκρατικό. Έχει μια βαθιά ιστορία στην ελληνική κοινωνία, δεν θα ξεριζωθεί από μια κυβέρνηση. Εδώ δεν ξέρουμε αν θα ξεριζωθεί στην επόμενη ή μεθεπόμενη γενιά. Αυτό το μέτωπο, που σε μεγάλο βαθμό είναι και το βαθύ κράτος με μια γκραμσιανή προσέγγιση (δηλαδή με την έννοια ότι δεν ελέγχει μόνον τον κρατικό μηχανισμό, αλλά είναι ο βαθύς πυρήνας των εξουσιαστικών μηχανισμών στην ελληνική κοινωνία) υπήρχε πριν τον ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχει σήμερα και δυστυχώς θα υπάρχει. Δεν είναι επομένως ένα συγκυριακό φαινόμενο. Η ένταση αφορά τη συγκυρία του ριζοσπαστικού λόγου και των πρακτικών.
Σε ό,τι αφορά το πώς θα δημιουργηθεί ένα άλλο μέτωπο, είναι μια δύσκολη διαδικασία η συστράτευση της Αριστεράς, σε επίπεδο διακυβέρνησης, αλλά και σε επίπεδο κινητοποιήσεων. Είναι βαθιές οι ρωγμές και θέλει χρόνο και ωριμότητα να ξεπεραστούν. Δεν πιστεύω ότι κερδίζει αυτός ο αγώνας με μια διαρκή αντιπαράθεση με το χώρο του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα, αλλά και από την άλλη μια σχετική απομάκρυνση από την κομματική ταυτότητα του κόσμου που ανήκει στον ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε να βοηθήσει στο να δημιουργηθεί μια ενότητα.

Και ίσως αυτό ξεκινήσει από τα κινήματα βάσης, σε τοπικό επίπεδο…
Όσα είπα προηγουμένως για την τοπική δράση, τα παρατηρούμε σε παγκόσμιο επίπεδο, από κόσμο που έχει σαφή πολιτική κατεύθυνση. Στρέφεται σε άλλο επίπεδο δράσης αυτή τη στιγμή, που δεν περιορίζεται στο τοπικό. Τώρα ολοκληρώνουμε μια σχετική έρευνα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μελετάμε τις ετεροπολιτικές, διαφορετικές παρεμβάσεις από ομάδες πολιτικών στην αυτοδιοίκηση σε Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία. Και όπως φαίνεται είναι σημαντική η κίνηση σε τοπικό επίπεδο. Για παράδειγμα, στην Ιταλία, αν δούμε το πολιτικό σύστημα υπάρχει πλήρης απογοήτευση. Αν δούμε τι συμβαίνει σε επίπεδο δήμων και κοινωνικής δράσης, εκεί τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά και υπάρχουν κοινωνικά κινήματα που δεν δρουν μόνο για να στηρίξουν, για παράδειγμα, τους πρόσφυγες, αλλά έχουν και πολιτικό σχέδιο. Αυτό δεν θα το διαβάσετε στις εφημερίδες, αλλά είναι ενεργό. Θέλει χρόνο, θέλει δουλειά και κόπο, αλλά συμβαίνει και συμβαίνει παγκόσμια. Γι’ αυτό βλέπουμε κάθε τρεις και λίγο, από εκεί που δεν το περιμένουμε, να υπάρχει μια μαζική κινητοποίηση. Δεν γίνεται από το πουθενά, υπάρχουν ζυμώσεις στο επίπεδο της τοπικής κοινωνίας. Μέσα σε αυτή τη ζοφερή συνθήκη που ζούμε, δεν πρέπει να αγνοούμε αυτή τη δράση στο τοπικό επίπεδο. Δείχνει ότι υπάρχει μια σημαντική μερίδα της κοινωνίας, που είναι ζωντανή, έχει άποψη, έχει θέση, δεν παραιτείται και προσπαθεί να αλλάξει ό,τι συμβαίνει «εδώ και τώρα». Και αυτή είναι μια πολύ σημαντική μαγιά, της όποιας αντιηγεμονικής δύναμης θα προκύψει τα επόμενα χρόνια.