Η νέα κυβερνησιμότητα: εξηγήσεις ειδικών και όχι συναινέσεις

 

Η νεοφιλελεύθερη κυβερνολογική εξηγεί στους πολίτες πώς θα έπρεπε να έχουν ψηφίσει

Η νέα κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας από τις πρώτες μέρες εξυφαίνει έναν ιστό που όλα συνδέονται με όλα: ο εξευγενισμός των Εξαρχείων με την καταστολή, η καταστολή με την καταστολή του πανεπιστημιακού ασύλου, από εκεί, στους «ιεροδιδάσκαλους», στην επιχειρηματικότητα ως νέο θεματικό άξονα στην παιδεία (;) και μπορούμε να συνεχίσουμε για ώρα. Σε μία στιγμή και με μία κίνηση. Ως εκ τούτων επιφορτιζόμαστε με το καθήκον να αντιληφθούμε και να αντιμετωπίσουμε τις κωδικώσεις μιας (όχι και τόσο) νέας κυβερνολογικής (governmentality), που αυτοπαρουσιάζεται σαν την αυταπόδεικτα (κοινά) λογική κυβερνησιμότητα που πρέπει στη χώρα. Κοινά λογική με τη μετατροπή του λαού σε μια οντότητα αταξική και αφηρημένη, που από ανώριμη (το 2012), τώρα ωρίμασε και όχι μόνο επιθυμεί, αλλά αδημονεί για αυτή την κυβερνησιμότητα. Μια κούφια ρητορική μετατροπή που προσεγγίζει φυσικαλιστικά τις αρχές και τους μύθους της νεοφιλελεύθερης εξουσίας. Που θέτει, δηλαδή, το πολιτικό σε μια τροχιά φυσικής εξέλιξης, που υπακούει σε μη ανθρώπινους νόμους και άρα άχρηστο να κριθούν.

Η απλή αναλογική

Παρατηρώντας προσεκτικά κανείς την εξέλιξη αυτής της ύφανσης, φτάνει και στην απλή αναλογική αυτές τις μέρες. Μονομιάς και στην κεντρική πολιτική σκηνή και στην τοπική αυτοδιοίκηση. Η δεύτερη, στην πραγματικότητα, είναι η πλέον σημαντική σε αυτή τη χρονικότητα και το πώς θα κινηθεί η κυβέρνηση θα κρίνει πολλά. Χρόνια επιδίωξη, πάγιο αίτημα, σημαντική αλλαγή. Στόχος της νέας κυβερνησιμότητας είναι η «διόρθωσή» της με τροποποιητικές διατάξεις και παρεμβάσεις. Τι σημαίνει αυτό; Δεν έχει εξηγηθεί ανοιχτά, ακόμη. Εν τούτοις, ο νέος υπουργός Εσωτερικών κ. Θεοδωρικάκος, δήλωσε ότι θα υπάρξει νομοθετική παρέμβαση για τα προβλήματα που προκύπτουν στους ΟΤΑ από την απλή αναλογική. Σε ποια προβλήματα αναφέρεται και πότε προέκυψαν; Θυμίζουμε ότι η θητεία των νέων δημοτικών και περιφερειακών διοικήσεων ξεκινά τον Σεπτέμβρη! Πριν καν τα νέα συμβούλια ορκιστούν, η κυβέρνηση, επιχειρώντας να καταστρατηγήσει το πολιτικό άνοιγμα του ίδιου του κοινωνικού ιστού, μιλάει για προβλήματα ανύπαρκτα που ούτε και αναφέρονται έστω αδρομερώς, για ακυβερνησία που δεν προκύπτει από πουθενά και ουσιαστικά προφητεύει (ή ορθότερα εύχεται). Ο εμπαιγμός είναι κατάδηλος, όμως. Επίσης είναι ενοχλητικά ορατή και μια δυσανεξία στη δημοκρατία από αυτή τη νέα κυβερνησιμότητα.
Μιλώντας σαν προφήτες για προβλήματα που ακόμα δεν έχουν δημιουργηθεί, το μόνο που κάνουν στην κυβέρνηση στ’ αλήθεια, είναι να μεταστοιχειώνουν την πραγμοποίηση ιστορικών κατασκευών σε πράγματα φυσικά («έτσι είναι τα πράγματα»). Και όπως ιστορικά ο νεοφιλελευθερισμός δηλώνει ενάντιος στο μεγάλο κράτος, αλλά μετασχηματίζει τον κρατικό μηχανισμό σε δαιδαλώδες σχήμα, έτσι μειώνει και την πληθυντικότητα, τη συνεργασία, το διαρκές ζητούμενο της περισσότερης δημοκρατίας. Με τον προηγούμενο νόμο, δήμαρχοι και περιφερειάρχες με ποσοστά κοντά στο 20% στον πρώτο γύρο μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα 3/5 των μελών των συμβουλίων τους. Η απλή αναλογική, στο πλήρες βάθος της, μπορεί να δημιουργήσει νέες πολιτικοπολιτισμικές πρακτικές, συνδιαμορφούμενες από πολυφωνικότητα. Δεν τίθεται εδώ, λοιπόν, ζήτημα ακυβερνησίας ή κυβερνησιμότητας, αλλά ζήτημα δημοκρατίας ή νεοφιλελεύθερης κυβερνολογικής. Μια de facto κατάργησή της, δεν θα σημαίνει καν σε αυτή τη συγκυρία απλώς επιστροφή στο δημαρχοκεντρικό/περιφερειαρχοκεντρικό μοντέλο της αδιαφάνειας, του περιορισμού της συμμετοχής, της οριστικής κατάργησης της συναντίληψης και της απόρριψης της συμπερίληψης νέων φωνών, αλλά, εφόσον υπάρχουν και δήμαρχοι και περιφερειάρχες που έχουν εκλεγεί από τον πρώτο γύρο, τη δημιουργία αιρετών δύο ταχυτήτων.

Η επιχειρούμενη αλλοίωση της ψήφου

Ξεχνά, όμως, η κυβέρνηση ότι οι πολίτες έχουν εκφραστεί με την ψήφο τους. Έχουν εκλέξει τα νέα συμβούλια κάτω από δεδομένες συνθήκες και κάθε παρεμβατική αλλοίωση της έκφρασής τους, αποτελεί μια άνευ προηγουμένου αντισυνταγματική νόθευση και αναίρεση της λαϊκής βούλησης. Το ίδιο όμως πράττουν και δήμαρχοι και περιφερειάρχες που δεν αντιδρούν, αλλά συνεργούν κόντρα στη θέληση των πολιτών που υποτίθεται άμεσα εκπροσωπούν.
Είναι αδιανόητο η κυβέρνηση να πιστεύει ότι η κοινωνική συναίνεση προκύπτει από τεχνοκρατισμούς και παίγνια με τα όρια των θεσμών και όχι από την παραγωγή πολιτικής που κρίνεται από τους πολίτες. Η δημοκρατία δεν είναι αγορά και οι θεσμοί δεν είναι επιχειρήσεις. Η μεγάλη διαφορά έγκειται στο ότι οι πολιτειακοί θεσμοί προκρίνουν το διάλογο, ενώ οι τεχνοκράτες, συνήθως, εξηγούν. Ούτε οι δήμοι, ούτε οι περιφέρειες, ούτε τα πανεπιστήμια λειτουργούν με εξηγήσεις ειδικών, αλλά με διακίνηση ιδεών. Ο κοινωνιολόγος Πιερ Μπουρντιέ είχε γράψει στο βιβλίο του, Πράξεις Αντίστασης: Κατά της τυραννίας της Αγοράς: «[…] το διακύβευμα είναι να ανακτήσουμε τη δημοκρατία από την τεχνοκρατία».
Όπως φαίνεται, αυτό συμβαίνει και τώρα και οι πολίτες ακούνε την κυβέρνηση να τους εξηγεί πώς θα έπρεπε να έχουν ψηφίσει για τις γειτονιές τους, για τους άμεσους εκπροσώπους τους, για τα ειδικά τοπικά θέματά τους και προβληματισμούς τους.

Νίκος Δασκαλόπουλος