Η νεολαία της Αριστεράς και ο πολιτισμός

trikkas_1

Από την ανατίναξη μιας λέσχης, στην επαρχία. Λαμπράκισσες μαζεύουν τα βιβλία και προσπαθούν να ξαναστήσουν, όπως-όπως, τη βιβλιοθήκη.

 

Οι αριστερές νεολαίες με τη δράση τους έφερναν στο προσκήνιο και μάχονταν για  έναν άλλο πολιτισμό για τη νέα γενιά. Πολιτισμό που απορρίπτει την εγωπάθεια, την απληστία, τον ανταγωνισμό, το φυλετικό μίσος, την αδιαφορία για τον συνάνθρωπο. Αυτόν τον πολιτιστικό, εν τέλει, προσανατολισμό, την οργανωτική του στήριξη, τους τομείς που παρεμβαίνει, τη συνάντησή του κυρίως με τις ιδέες του Αντόνιο Γκράμσι για την ηγεμονία και τους όρους που αυτή επιτυγχάνεται, ανέπτυξε με το μεγαλύτερο μέρος της παρέμβασής του στο τριήμερο συνέδριο για τη νεολαία της ΕΔΑ ο Τάσος Τρίκκας. Ο δημοσιογράφος Τάσος Τρίκκας υπήρξε στέλεχος της Νεολαίας της ΕΔΑ, της ΔΝΛ, της ΕΔΑ, του ΚΚΕ Εσωτερικού και του Συνασπισμού. Είναι συγγραφέας του δίτομου έργου για την ΕΔΑ [ΕΔΑ 1951-1967: Το νέο πρόσωπο της Αριστεράς], από τις εκδόσεις Θεμέλιο. Οι εκτενείς αναφορές στο έργο του Γκράμσι, καθώς η πτυχή τής πολιτιστικής δράσης της αριστεράς δεν είναι από τις πιο γνωστές, μετατοπίζει την παρέμβασή του από την πολιτική ιστορία προς τη θεωρία. Γι’ αυτό και η «Εποχή» τη φιλοξενεί στις συναφείς σελίδες της.

 

Του Τάσου Τρίκκα

Ν’ ακούσουμε τι λέει σ΄ ένα κείμενό του ο αξέχαστος Στέφανος Στεφάνου, ο σύντροφός μας που χάσαμε πριν από ένα χρόνο, και να ανακαλύψουμε την εγγύτητα της σκέψης του με τις θεωρητικές επεξεργασίες του Γκράμσι, στις οποίες θα αναφερθούμε αναλυτικά πιο κάτω. Γράφει ο Στέφανος: «Ο πολιτισμός είναι κυρίως η καλλιέργεια και η ηγεμόνευση νέων ιδεών ή νέων μορφών παλαιότερων αλλά ακόμη ισχυρών ανθρωπιστικών ιδεών. Είναι η οικοδόμηση νέων πολύπλοκων συλλογικοτήτων μέσα από έναν καινούργιο προσανατολισμό της υλικής παραγωγής».
Σε προγενέστερη συνέντευξή του ο Στέφανος είχε τονίσει: «Τι επαγγέλθηκε η Αριστερά, όταν πρωτοφάνηκε μέσα στις συνθήκες τού αναπτυσσόμενου καπιταλισμού; Μιαν άλλη κοινωνία. Τι ήταν αυτή; Κυρίως ένας άλλος πολιτισμός, άλλου είδους σχέσεις των ανθρώπων. Τι είναι ο πολιτισμός αν όχι η ποιότητα των σχέσεων των ανθρώπων μεταξύ τους στο πλαίσιο της κοινωνικής ζωής;»
Ένας από τους πρωτεργάτες ο ίδιος του πολιτιστικού κινήματος της νεολαίας, με πλούσιες βιωματικές εμπειρίες απ’ αυτό, ο Στέφανος μας δίνει μια αδρή περιγραφή του: «Στους σκοπούς της ΕΠΟΝ στην κατοχή», λέει, «‘ήταν και η δημιουργία ενός νέου ελληνικού πολιτισμού. Αφιέρωνε τη μισή της δραστηριότητα στο στήσιμο των σχολείων που ήταν κατεστραμμένα, θεάτρων, βιβλιοθηκών. Μεγάλο μέρος των δραστηριοτήτων της ΝΕΔΑ και της ΔΝΛ κάλυπταν οι πολιτιστικές εκδηλώσεις». Και ο Στέφανος παρουσιάζει χωρίς υπερβολές και εξωραϊσμούς, με τρόπο λιτό και άμεσο, τις οργανώσεις της νεολαίας προβάλλοντας τα ουσιαστικά τους χαρακτηριστικά. «Αν το νέο τραγούδι της δεκαετίας του ‘60», συνεχίζει, «διαδόθηκε σε όλη την Ελλάδα, αυτό δεν έγινε από τα μέσα μετάδοσης, αφού υπήρχε μόνο το κρατικό ραδιόφωνο, όπου τα τραγούδια περνούσαν από ψιλό κόσκινο. Η εξάπλωση του τραγουδιού, που πιστεύω ότι είναι ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα της μεταπολεμικής Ελλάδας, έγινε με όχημα τις πολιτικές οργανώσεις. Η νεολαία πήρε πάνω της αυτά τα τραγούδια και τα πήγε ως τα σύνορα. Ραδιόφωνα και πικ-απ δεν υπήρχαν. Τα πήγε η φωνή…» Καταλύτης γίνεται στην πολιτική και την πολιτισμική δράση η παρέμβαση της ανθρώπινης φωνής. Το χωνί που εμψυχώνει στο σκοτάδι της κατοχής και το ΕΠΟΝίτικο έμπρακτο, λεβέντικο σύνθημα «πολεμάμε και τραγουδάμε» σφραγίζουν την εποχή. Το τραγούδι, ο χορός, το ξεφάντωμα είναι γνωρίσματα της νιότης(…)

Η «συνάντηση» με τη σκέψη του Γκράμσι

 

trikkas_2

Δυναμικές και μαζικές κινητοποιήσεις με σημαία το σύνθημα για 15% του κρατικού προϋπολογισμού για την παιδεία.
Δεν εντάχθηκε το τραγούδι, ο πολιτισμός, στο οπλοστάσιο των νέων αγωνιστών ύστερα από θεωρητικές επεξεργασίες. Ο Στέφανος και οι σύντροφοί του δεν είχαν τότε τη δυνατότητα να διαβάσουν Γκράμσι. Τα κίνητρά τους, τα ερεθίσματα της κοινωνικής πραγματικότητας, η επιθυμία τους να κάνουν καλύτερο τον κόσμο, οι ίδιες οι εμπειρίες του αγώνα τούς οδηγούσαν σε μια προσέγγιση του πολιτισμού μέσα από τη διαδικασία της πράξης -και μην ξεχνάμε ότι «φιλοσοφία της πράξης» αποκαλούσε το μαρξισμό ο Γκράμσι, ο βαθύς στοχαστής των ζητημάτων της επαναστατικής δράσης και της σχέσης της με τον πολιτισμό.
Και δεν ήταν μόνο το τραγούδι: Ο Στέφανος συνεχίζει στη συνέντευξή του: «Θέλω», λέει,  « να υποστηρίξω ότι το κίνημα για μια νέα παιδεία ήταν τότε -και προφανώς εξακολουθεί να είναι- ο ισχυρός πυρήνας του κινήματος της κοινωνικής αλλαγής που επαγγέλλεται ένα νέο πολιτισμό. Της αλλαγής που θέτει εκ νέου τα παλαιά και μόνιμα αιτήματα της ελευθερίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης… Αφετέρου, το κίνημα για την Παιδεία αναπτύσσεται σ’ ένα περιβάλλον που όχι μόνο δονείται από τις δημοκρατικές διεκδικήσεις των πολιτών, αλλά και χαρακτηρίζεται από τους πρώτους παλμούς νέων πολιτισμικών αναζητήσεων: Αναφέρω ως τίτλους μόνο, εκτός από το «νέο λαϊκό τραγούδι», τη διεύρυνση του κοινού που διαβάζει και ακούει «υψηλή ποίηση», το νέο κινηματογράφο, τα πρώτα βήματα μικρών θεατρικών σκηνών, διεσπαρμένων στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο. Την πληθώρα περιοδικών εντύπων νεολαίας με ευρύτερες πολιτικές και πολιτιστικές αναζητήσεις, φοιτητικών κυρίως αλλά και άλλων ευρύτερου περιεχομένου περιφερειακών εντύπων, όπως το «Αίθριο» του Πειραιά, το «Φως» της Ελευσίνας, η «Δημοκρατική Γενιά» της Λάρισας».

Οι Λέσχες Πολιτισμού

trikkas_3

Με τον καιρό το πολιτισμικό κίνημα της νεολαίας ανεβάζει τον πήχη. Οι Λαμπράκηδες, συνέχεια και καρποφορία της ΝΕΔΑ, ανοίγουν 200 Λέσχες Πολιτισμού σ’ όλη τη χώρα. Να ακούσουμε και πάλι τον Στέφανο να μιλάει για μια απ’ αυτές: «Οι νέοι πήραν στα χέρια τους το κίνημα του πολιτισμού. Στους Αραχωμίτες, ένα χωριό του Κιλκίς στην επιτηρούμενη ζώνη, το 1964, πέντε παιδιά σ’ ένα χωριό 180 κατοίκων έφτιαξαν Λέσχη της Νεολαίας Λαμπράκη. Τους την έκαψαν δύο φορές, κι αυτοί την έφτιαξαν από την αρχή άλλες τόσες. Έφτιαξαν βιβλιοθήκη, έδιναν θεατρικές παραστάσεις, άκουγαν μουσική. Μάζεψαν τη νεολαία του χωριού».
Δεν είναι μόνο οι Λέσχες της Νεολαίας. Το βιβλίο, απρόσιτο ως τότε για τη μεγάλη πλειοψηφία των νέων, γίνεται τώρα προσιτό. Η μεγάλη εκστρατεία για το βιβλίο συγκεντρώνει 50.000 τόμους που μοιράζονται στις Λέσχες της σ’ όλη την Ελλάδα. Οι Λαμπράκηδες στρώνουν δρόμους στα χωριά, φτιάχνουν πλατείες, φυτεύουν δέντρα, εξωραΐζουν τον τόπο όπου ζουν και εργάζονται. Ένας αέρας πολιτισμού φυσάει στις τοπικές κοινωνίες της υπαίθρου, από τον οποίο ωφελείται όλος ο πληθυσμός. Το παράδειγμα των νέων κινητοποιεί και τους μεγαλύτερους. Ζωντανεύει το ενδιαφέρον τους για τα προβλήματα του τόπου τους, και αυτοί συμμετέχουν μαζί με τη νεολαία στις συλλογικές προσπάθειες. Οι πιο ηλικιωμένοι διατηρούν μνήμες από τη λαϊκή αυτοδιοίκηση στις ελεύθερες περιοχές, στην κατοχή. Οι μνήμες αφυπνίζονται. Τα αυτονόητα της καθημερινότητας γίνονται κίνητρα για στοχασμό και δράση. Η αυτενέργεια των πολιτών ανυψώνει το επίπεδο της αυτοπεποίθησης, της εμπιστοσύνης στον εαυτό τους και μαζί τους έρχεται και η επιθυμία να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους. Το πολιτιστικό κίνημα της νεολαίας ευαισθητοποιεί, διεγείρει, διαμορφώνει συνειδήσεις. Κάνει πολιτική, με τον ξεχωριστό δικό του τρόπο  – με τη διάδοση της κουλτούρας της Αριστεράς, στην κοινωνία, με τη μετάδοση σε ευρύτερα κοινωνικά πλαίσια των αξιών της κοινωνικής αλληλεγγύης, της απελευθέρωσης του ανθρώπου από τους καταναγκασμούς της εκμετάλλευσης και της καταστολής. Το πολιτιστικό κίνημα ανοίγει και πλαταίνει το δρόμο για το «κλασικό», παραδοσιακό πολιτικό κίνημα -το μοίρασμα των προκηρύξεων και των ψηφοδελτίων, τη στρατολογία νέων μελών. Κάθε πλευρά -πολιτιστικό κίνημα και πολιτική οργάνωση- διατηρεί τον αυτοτελή και ιδιαίτερο χαρακτήρα της.

Από την παράνομη στην ανοιχτή δράση

Αλλά να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Να πάμε στο 1953, στους «Μαγιάτες», που υπήρξαν η «μαγιά» για να «πιάσει» το ζυμάρι της μυστικής, παράνομης οργάνωσης της αριστερής νεολαίας στο πλατύ πλαίσιο της δημόσιας, ανοιχτής πολιτικής δράσης, να φτάσει τις μεγάλες μάζες της νεολαίας. «Μαγιάτες» αποκλήθηκαν από τους εξόριστους του Αη-Στράτη οι νέοι που τόλμησαν την πρωτομαγιά εκείνου του χρόνου να αψηφήσουν την τρομοκρατία και να φωνάξουν δημοκρατικά, ταξικά συνθήματα μέσα στον ίδιο τον εντατικά φρουρούμενο χώρο, όπου οι πράκτορες της εργοδοσίας, οι γνωστοί Μακρήδες, για να τηρήσουν τα προσχήματα είχαν οργανώσει συγκέντρωση για την Πρωτομαγιά. Ακολούθησαν ομαδικές συλλήψεις -η αστυνομία βρισκόταν από την αρχή μέσα στο χώρο της συγκέντρωσης. Και την επομένη φόρτωσε 12 από τους συλληφθέντες νεολαίους διαδηλωτές στο πλοίο της γραμμής, για να τους στείλει εξορία. Εκεί οι άλλοι εξόριστοι που τους υποδέχτηκαν, τους έδωσαν την ονομασία «Μαγιάτες», που τους έμεινε. Οι Μαγιάτες ήταν οργανωμένοι οι περισσότεροι στην παράνομη ΕΠΟΝ.
Στη ρημαγμένη από την κατοχή και τον εμφύλιο Ελλάδα πολλές ήταν οι αλλαγές. Μεγάλες ρηγματώσεις της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας είχαν έρθει στην επιφάνεια στη δεκαετία του 1950. Η εγκαθίδρυση και η απόλυτη επικράτηση της επίσημης ιδεολογίας του κράτους, των νικητών, του αντικομμουνισμού, αποτελεί βασικό όρο για την ανασυγκρότηση και σταθεροποίηση του αστικού πολιτικού συστήματος. Ενώ η ήττα της Αριστεράς στον εμφύλιο μετέβαλε εις βάρος της τους συσχετισμούς δύναμης, δεν εξάλειψε ωστόσο το διπολισμό που χαρακτηρίζει τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό. Κράτος και παρακράτος ενοποιούνται στην επιδίωξη της ματαίωσης κάθε εκδημοκρατισμού και της εξάλειψης κάθε εντυπώματος που είχαν χαράξει βαθιά σε μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού οι εμπειρίες του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα στην κατοχή. Το κράτος και το παρακράτος των νικητών οργανώνουν εκστρατεία «αποεαμοποίησης», όπως εύστοχα αποκάλεσε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς τις συστηματικές προσπάθειες για την εκρίζωση του νέου λαϊκού φρονήματος, που δημιουργήθηκε τα χρόνια της κατοχής και της αντίστασης (…) Στόχος, ο αποκλεισμός της Αριστεράς από το δημόσιο βίο και τις κοινωνικές εξελίξεις.

Οι νικητές συναντούν την αντίσταση των ηττημένων

Αλλά η παράταξη των νικητών του εμφυλίου συναντά απρόσμενη ισχυρή αντίσταση από την πλευρά του κόσμου των νικημένων: Οι πρώτες μετεμφυλιακές εκλογές του Μαρτίου του 1950 με τα υψηλά ποσοστά που συγκέντρωσαν η Δημοκρατική Παράταξη και η ΕΠΕΚ, προκαλούν έκπληξη.
Όταν έδινε τη συνέντευξη που αναφέραμε, ο Στέφανος Στεφάνου, όπως και οι άλλοι συναγωνιστές του, είχαν ανακαλύψει στην καθημερινή δράση τη σημασία του πολιτισμού, που εισδύει σ’ όλα τα κύτταρα της κοινωνίας, μπολιάζει σ΄αυτά το καινούργιο και αντιπαρατίθεται στο παλιό. Την πολυδιάστατη δράση, που φέρνει μια καινούργια αντίληψη για την άσκηση της πολιτικής.
Οι ιστορικές συνθήκες και οι ωθήσεις της συγκυρίας είχαν εξοικειώσει, για να μην πούμε είχαν εθίσει, την ελληνική Αριστερά στη μονόπλευρη πολιτική στρατηγική της μετωπικής αναμέτρησης για την κατάληψη των δικών της «Χειμερινών Ανακτόρων». Η μετεμφυλιακή πραγματικότητα είναι που διαμόρφωσε τους όρους για τη χάραξη μιας άλλης στρατηγικής. Υποχρέωσε την Αριστερά να ψηλαφήσει τους δρόμους μιας διαφορετικής αναμέτρησης με τον αντίπαλο, μέσα στο πλαίσιο μιας φαλκιδευμένης, έστω, αναιμικής κοινοβουλευτικής αστικής δημοκρατίας. Το «παιχνίδι» άλλαξε και η ταξική και πολιτική πάλη θα διεξάγονταν σ’ ένα πεδίο διαφορετικό από πριν, και με διαφορετικά μέσα.
Ο Αντόνιο Γκράμσι είχε συλλάβει και αναπτύξει τη διάκριση ανάμεσα στον «πόλεμο θέσεων» και τον «πόλεμο κινήσεων». «Στην Ανατολή», εξηγεί ο ιταλός μαρξιστής στοχαστής  -και ήταν φανερό ότι όταν έλεγε Ανατολή είχε στο νου του την τσαρική Ρωσία- «το κράτος ήταν το παν, η κοινωνία των πολιτών ήταν αρχέγονη και άμορφη. Στη Δύση υπάρχει ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία των πολιτών μια σχέση αντιστοιχίας. Με την εκδήλωση κραδασμών στο κράτος γίνεται αμέσως αντιληπτή η ύπαρξη μιας ισχυρής δομής της κοινωνίας των πολιτών. Το κράτος είναι ένα προχωρημένο χαράκωμα, που πίσω του στέκεται μια σειρά από οχυρώματα και κρύπτες»: Οι θεσμοί, η παιδεία, το δίκαιο, η στρατιωτική θητεία… Με την ανάδειξη των εννοιών των δύο «πολέμων» δεν προτείνονται δύο σχήματα πολιτικής στρατηγικής. Πρόκειται για δύο βαθύτατα διαφορετικές καταστάσεις.

Ενας πόλεμος θέσεων

Στον πόλεμο θέσεων πραγματοποιείται μια πολιτισμική σύγκρουση, όπου η νεολαία, ο λαός δημιουργούν μια νέα κουλτούρα με τις δικές τους αξίες, που αντιπαρατίθεται στην κυρίαρχη ιδεολογία. Η νέα ιδεολογία βαθαίνει την ταξική συνείδηση, διαπαιδαγωγεί με ριζοσπαστικό πνεύμα ιστορικής πρωτοβουλίας τις μάζες, συμβάλλει στην οργάνωσή τους. Αντίθετα, ο «κοινός νους» που οικοδομεί η κυρίαρχη ιδεολογία,  βασίζεται στις περιορισμένες εμπειρίες από ένα τμήμα της κοινωνίας το οποίο βιώνει το μεμονωμένο άτομο και τις διαπλάθει σ΄ ένα ομογενοποιημένο σύνολο που παρουσιάζεται ως status quo της ζωής: «Έτσι είναι τα πράγματα, δεν αλλάζουν».
«Η σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη», είχε πει ο Λένιν, «δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από την έκρηξη της μαζικής πάλης όλων των καταπιεζόμενων και όλων των δυσαρεστημένων. Όποιος περιμένει μια «καθαρή» επανάσταση, δεν θα την δει ποτέ. Ένα μέρος της μικροαστικής τάξης και των καθυστερημένων εργατών θα συμμετάσχουν αναπόφευκτα σ’ αυτήν (χωρίς μια τέτοια συμμετοχή είναι αδύνατη η μαζική πάλη) και θα φέρουν στο κίνημα, όχι λιγότερο αναπόφευκτα, τις προκαταλήψεις τους, τις αντιδραστικές τους φαντασιώσεις, τις αδυναμίες και τις πλάνες τους». Αυτές οι προκαταλήψεις, οι φαντασιώσεις, οι πλάνες αντανακλούν την κοσμοαντίληψη που υποβάλλεται και επιβάλλεται στις υποτελείς τάξεις από την κυρίαρχη τάξη. Εδώ συγκεντρώνει ο Γκράμσι την προσοχή του. Από μύρια κανάλια φτάνει στις υποτελείς τάξεις η κυρίαρχη ιδεολογία. Το σχολείο, η στρατιωτική θητεία, η εκκλησία, οι τοπικοί θεσμοί και οι καθιερωμένοι τρόποι συμπεριφοράς, τα καθημερινά γεγονότα στις μικρές κοινωνίες, οι τοπικές εφημερίδες και φυσικά οι μεγάλες, τα ΜΜΕ που δεν είχαν ακόμη αποκτήσει τη γιγαντιαία, τερατώδη δύναμη που έχουν σήμερα. Όλα αυτά είναι η κοινωνία των πολιτών στη γλώσσα της γκραμσιανής αντίληψης, όλα αυτά συγκροτούν το πεδίο όπου διαμορφώνεται η ταξική ηγεμονία.

Η μάχη για την ηγεμονία

Αλλά να εξηγήσουμε -να αφήσουμε τον Γκράμσι να εξηγήσει- τι ακριβώς είναι η ηγεμονία. Ο Γκράμσι ξεχωρίζει στην κυριαρχία μιας «βασικής» κοινωνικής τάξης το στοιχείο της βίας και του καταναγκασμού από τη μιά, και, από την άλλη, το στοιχείο της συναίνεσης, της αποδοχής δηλαδή με επίγνωση ή ανεπίγνωτα από τους αρχόμενους της υποτελής τάξης, των ιδεών και των αξιών, της κοσμοαντίληψης της άρχουσας τάξης. Με το ζεύγμα επιβολή-συναίνεση κατακτά την ηγεμονία και στηρίζει, κατά τον ιταλό μαρξιστή, την ταξική κυριαρχία. Η συναίνεση αποσπάται και εξασφαλίζεται από την άρχουσα τάξη στο έδαφος της κοινωνίας των πολιτών, τις συνιστώσες της οποίας – σχολείο, στρατιωτική θητεία κλπ. αναφέραμε πιο πριν. Από τη δική τους πλευρά οι αρχόμενοι, οι υποτελείς τάξεις αγωνίζονται για την «αντι-ηγεμονία», για την καταστροφή δηλαδή της κυρίαρχης ιδεολογίας και την αντικατάστασή της από τη δική τους κοσμοαντίληψη.
Η κυριαρχία διά της βίαιης επιβολής και η κυριαρχία με τη συναίνεση δεν αποτελούν δύο διαφορετικά «παραδείγματα» ούτε δύο σχήματα πολιτικής στρατηγικής που αντιπαρατίθενται. Πρόκειται απλώς για δύο ξέχωρες στιγμές της πάλης των τάξεων, της στιγμής όπου αυτή συμπυκνώνεται στην οικονομική-πολιτική σύγκρουση και της στιγμής όπου εκδιπλώνεται στην πολιτισμική και ηθικοπολιτική αναμέτρηση ανάμεσα σε κυρίαρχους και κυριαρχούμενους.
Αλλά ιδιαίτερα σημαντική πτυχή των επεργασιών του Γκράμσι για την ηγεμονία είναι η αντίληψη ότι αυτή αποτελεί μια σχέση αντιστρέψιμη. Οι αρχόμενοι, οι υποτελείς τάξεις μπορούν και οφείλουν να διεξαγάγουν αγώνα για την αποσύνθεση, για την καταστροφή της ηγεμονίας της αντίπαλης κυρίαρχης τάξης, ώστε να πάρουν αυτοί τη θέση της ηγεμονικής δύναμης, πριν ακόμα πάρουν την εξουσία. Είναι ο αγώνας για την αντιηγεμονία των συμμαχικών εξουσιαζόμενων τάξεων. Και το πεδίο διεξαγωγής τού αγώνα αυτού είναι η κοινωνία των πολιτών -το σύνολο, το πλέγμα δηλαδή των κοινωνικών πρακτικών και των θεσμών εκτός του κράτους και των μηχανισμών του. Σ’ αυτή την αρένα της κοινωνίας των πολιτών, όπου το πολιτιστικό στοιχείο είναι εξαιρετικά σημαντικό, οι υποτελείς τάξεις διεξάγουν πόλεμο θέσεων εναντίον της ηγεμονίας της κυρίαρχης τάξης (…)
Στην ταξική κοινωνία, ο πολιτισμός αναπτύσσεται ερήμην ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας, το οποίο στερείται από τη χαρά της καλλιτεχνικής δημιουργίας, από την πρόσβαση σε πολιτισμικά αγαθά, τα οποία έχουν εμπορευματοποιηθεί και ενσωματωθεί στην αγορά. Ο αγώνας του κόσμου τής μισθωτής εργασίας και των συμμάχων του κοινωνικών ομάδων αποβλέπει στη γέννηση μιας νέας κουλτούρας, θεμελιωμένης σε μια διαφορετική θεώρηση του κόσμου, σε μιαν άλλη κοσμοαντίληψη. Το πεδίο του πολιτισμού είναι καίριο μέτωπο της πάλης για την αντιηγεμονία.