H oικολογική πολιτική των άλλων και η δική μας

Tου Στάθη Λουκά

Ο τίτλος αυτού του σχολίου δεν είναι τυχαίος. Οφείλεται στο ότι, ανασκαλεύοντας τα αρχεία, τράβηξε την προσοχή μου ένα άρθρο επαναδημοσιευμένο το 2010, από το Manifesto – Le Monde diplomatique, με τον τίτλο «Η δική τους οικολογία και η δική μας». Το άρθρο αυτό είναι γραμμένο το 1974 από τον γάλλο φιλόσοφο André Gorz. Στο άρθρο –όπου παρουσιάζει μια κριτική της καταναλωτικής αντίληψης, σαν μοναδικό κριτήριο, και της ανάπτυξης, σαν μεγέθυνση, καθώς και τα αδιέξοδα που προκύπτουν, κοινωνικές ανισότητες, κ.λπ.– προέβλεψε προφητικά τη χρησιμοποίηση της οικολογίας από τη μεριά της βιομηχανίας, του χρηματιστηριακού κεφαλαίου και σε τελευταία ανάλυση του καπιταλισμού προς ίδιον όφελος. H τάση αυτή του κεφαλαίου προς εναγκαλισμό της οικολογίας αρχίζει να διαγράφεται τις δεκαετίες του νέου αιώνα, όταν σε επίπεδο διεθνών οργανισμών (ΟΗΕ κ.λπ.) εκτιμάται επιστημονικά ότι το ενεργειακό πρότυπο είναι επιζήμιο για τις φυσικές ισορροπίες και συνεπώς για την ανθρώπινη ζωή και όχι μόνον. Επισφραγίζεται δε με τη διεθνή αποδοχή της COP 21 (Παρίσι), που θα προεκταθεί και συμπληρωθεί το προσεχές φθινόπωρο.
Η προφητική αυτή προσέγγιση της κριτικής της μεγέθυνσης επαυξάνεται από τον κορονοϊό. Συμπληρώνεται δε από το γεγονός ότι όχι μόνον το σύγχρονο οικολογικό κίνημα, αλλά και η όποια πληθυντική αριστερά, αλλά και αντιθετικές σε αυτήν πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις, αποδέχονται στον ένα ή τον άλλο βαθμό ότι ο κορονοϊός είναι μια άλλη σελίδα της περιβαλλοντικής κρίσης και συντροφεύει την κλιματική αλλαγή.
Παραμένει, όμως, μετέωρο το ερωτηματικό της άλλης ποιοτικής ανάπτυξης και ποιός θα την διαχειρισθεί. Άλλωστε είναι πια κοινά αποδεκτό ότι η μετά τον κορονοϊό εποχή δεν μπορεί να είναι μια απλή επιστροφή στο παρελθόν. Ιδίως σε ό,τι σχετίζεται με τις διάφορες σελίδες της περιβαλλοντικής κρίσης.
Από αυτή τη σκοπιά, η ψήφιση από τον ΣΥΡΙΖΑ στη Βουλή της συμφωνίας για το λεγόμενο αγωγό φυσικού αερίου Εast Μed, δεν αποτελεί απάντηση. Αφήνω στην άκρη το γεωπολιτικό επιχείρημα –σαθρό, όπως αποδεικνύει και η συνέντευξη του γγ του ΝΑΤΟ, στη Repubblica της 13ης Μαΐου, στην οποία αξιολογεί θετικά την παρουσία της Τουρκίας και δηλώνει ότι την στηρίζει στη Συρία και στη Λιβύη– που μπορεί κανείς, κατά κάποιον τρόπο, να το κατανοήσει.
Αγνοείται σοβαρή οικονομική και ενεργειακή αρθρογραφία, που αμφισβητεί την ανταγωνιστικότητα αυτού του αγωγού, που δύσκολα θα είναι παραγωγικός πριν το 2030. Τότε το κόστος παραγωγής του πιο διαδεδομένου στοιχείου της φύσης, δηλαδή του υδρογόνου, θα είναι ανταγωνιστικό και θα συμβάλει σημαντικά στην επίτευξη του στόχου της κλιματικής ουδετερότητας για το 2050, ενώ ήδη προωθείται το βιομεθάνιο. Μοιάζει, δηλαδή, σαν την κατασκευή λιγνιτικών μονάδων παραμονές του πρωτοκόλλου του Κιότο ή σύγχρονα με το CΟΡ 21.
Πέρα απ’ αυτά, ο αγωγός αυτός δεν εμπεριέχεται στον ενεργειακό σχεδιασμό, για το 2050, της χώρας στην οποία υποτίθεται θα καταλήξει, δηλαδή της Ιταλίας. Σύμφωνα δε με το ιταλικό νομοθετικό διάταγμα για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων του κορονοϊού, επιδοτείται η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων –κατά δύο τάξεις– με το 110 % του κόστους. Η οποία επιδότηση στοχεύει στη μη χρήση του φυσικού αερίου στη θέρμανση και στην ενίσχυση της βιομηχανίας της οικοδομής.
Το πρόβλημα είναι ότι ο κορονοϊός είναι όντως άλλη μια σελίδα της οικολογικής αντίθεσης –δύσκολα την κατανοεί πλήρως, σε όλες τις διαστάσεις ο ΣΥΡΙΖΑ σαν υποκειμενικότητα– η οποία θεωρεί τη φύση σαν μέσο για μια συγκεκριμένη ανάπτυξη. Αν συνεχισθεί, μπορεί να συμβάλει να συμπέσει ένας νέος κορονοϊός με τις καταστροφικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.