Η παλιά αξέχαστη δεξιά

Ου πολλού δέω χάριν έχειν τω κ. Πέτσα, γιατί μας έκανε να νιώσουμε ξανά σαν έφηβοι της δεκαετίας 1950, που βιώνουν την παλιά, ανόθευτη και αφτιασίδωτη δεξιά. Τη δεξιά που έχει επικρατήσει στην εμφύλια αναμέτρηση και με τον αέρα του νικητή θεωρεί εθνικό ό,τι είναι δεξιό και καλό για τα «δικά μας παιδιά» (όχι με την έννοια που πήρε αργότερα ο όρος σαν προϋπόθεση για το βόλεμα, αλλά με την έννοια των «παιδιών» που δεν έχουν διάθεση για παιχνίδια, γιατί τους απασχολεί η εξαργύρωση με κάθε τρόπο των υπηρεσιών που προσέφεραν, παντός είδους υπηρεσιών, για την πολυπόθητη νίκη).

Σκίτσο του Χ. Πικριδά

Στη λογική των μυστικών κονδυλίων

Ο κ. Πέτσας μας εξήγησε με λίγα λόγια και αρκετά έργα πως η κυβέρνηση της ΝΔ έχει το δικαίωμα να μοιράζει όπου θέλει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε μέσα ενημέρωσης, χωρίς να νιώθει την υποχρέωση να δώσει λογαριασμό τι έδωσε στον καθένα. Είναι λεφτά που δίνονται για το καλό της πατρίδας, που τυχαίνει να ταυτίζεται με το καλό της παράταξης που κυβερνά. Αυτή η ταύτιση βρίσκεται στον πυρήνα της λογικής των μυστικών κονδυλίων. Και της πολιτικής στρατηγικής στην οποία κάθε φορά εξελίσσεται αυτή η λογική. Δεν είναι η «απλή» διαπλοκή που συνηθίσαμε να λέμε και να βιώνουμε στις δεκαετίες προ και μετά το 2000. Δεν τα βρίσκουν «απλώς» κάποιοι που διαθέτουν το δημόσιο χρήμα – δηλαδή το δικό σας – με κάποιους μεγιστάνες των μίντια, που θέλουν να επωφεληθούν από αυτό με ικανό αντάλλαγμα. Πρόκειται και για την κατασκευή ενός πλέγματος υποτελών κυρίως στην εξουσία, που μπορεί χωρίς αυτή τη σχέση να μην είχαν καν στον ήλιο μοίρα, οι οποίοι εξυπηρετούνται και εξυπηρετούν, όχι μόνο στο πεδίο της προπαγάνδας, αλλά σ’ ένα ευρύτερο πεδίο δημιουργίας σχέσεων εξάρτησης και συνενοχής πολύ βαθύτερο από αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε πελατειακή σχέση.
Μόνο έτσι εξηγείται αυτή η ενδόμυχη διάθεση αποφυγής της δημοσιότητας, της διαφάνειας, που απαιτείται εξ ορισμού στη διαχείριση του δημόσιου χρήματος. Εδώ επιχειρείται, με τη μορφή της ιλαροτραγωδίας, η επανάληψη της εμπειρίας μιας τραγικής περιόδου, με στόχο την ενίσχυση ενός πλέγματος σχέσεων χρήσιμων στην εποχή της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, του διαδικτύου και των σόσιαλ μίντια, με μετόχους που δεν συναλλάσσονται ισότιμα, ώστε να μιλάμε για δια-πλοκή, αλλά συνδέονται με σχέση υπαγωγής στην εξουσία. Κι αν διανοηθούν κάποιοι να σηκώσουν κεφάλι, μπορεί να πεταχτούν στο ρείθρο της εθνικής οδού.

Απλή και καθαρή δεξιά

Αυτή τη δεξιά μας θύμισε ο κ. Πέτσας με την άρνησή του να δώσει στη δημοσιότητα τα ποσά που μοιράστηκαν για την ενημέρωσή μας στα θέματα του κορονοϊού, αν και με ΠΝΠ είναι νομοθετικά κατοχυρωμένη η υποχρέωση των μέσων να την παρέχουν δωρεάν. Τη δεξιά που δεν χρειαζόταν το μεταρρυθμιστικό περιτύλιγμα ή το εκσυγχρονιστικό προκάλυμμα από τα περισσεύματα του σημιτισμού, τη δεξιά που εδικαιούτο ακόμα και να μην ομιλεί, να ενεργεί στη σκιά, γιατί επιτελούσε θεάρεστο και εθνωφελές έργο με μια άνωθεν ανάθεση πολύ πέραν της πολιτικής νομιμοποίησης. Την απλή και καθαρή δεξιά, που εκ της φύσεώς της μπορεί να αποφασίζει ποιος δεν δικαιούται να περιληφθεί στη μοιρασιά, όχι με απόφαση κάποιου θεσμικού οργάνου, του ΕΣΡ ή της ΕΣΗΕΑ π.χ., αλλά κατά τη δική της κρίση, που είναι ορθή επειδή είναι δική της. Που μπορεί να ανέχεται έννοιες όπως διαφάνεια και ισονομία, προκειμένου να προσεγγιστούν ψηφοφόροι του «μεσαίου χώρου», όχι όμως και να δέχεται την…κατάχρησή τους σε βάρος των συμφερόντων της παράταξης.
Κατά σύμπτωση, που μόνο σύμπτωση δεν ήταν, τις ίδιες μέρες μια άλλη υπουργός, κ. Κεραμέως, αναβίωνε κι αυτή τις αναμνήσεις μας από τη δεκαετία του 1950. Η επιμονή της να επαναφέρει, παρά την κατακραυγή, την αναγραφή της «διαγωγής» στους τίτλους σπουδών, την οδήγησε να καταφύγει σε μια επιχειρηματολογία, που μας βάζει με την όπισθεν στη μηχανή του χρόνου διαγράφοντας από το πεδίο της συζήτησης οτιδήποτε έχει παρεμβληθεί από τη δεκαετία 1950 ως τη δεκαετία 2020.

Η παιδαγωγική του τρόμου

Κατ’ αρχάς, δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε συσσώρευση εμπειρίας και αποτίμηση τόσο της περιόδου με αναγραφή της «διαγωγής» όσο και χωρίς αυτήν. Πόσο καλύτερα ή πόσο χειρότερα έγιναν τα παιδιά μας με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο; Υστερα, τι μπορεί να σημαίνει για τον χαρακτήρα ή για τη συμπεριφορά ενός ώριμου νέου, που βγαίνει στην αγορά εργασίας ας πούμε, η αναγραφή μιας μη «κοσμιωτάτης» διαγωγής για την εποχή που μόλις έκλεινε τα δεκαέξι ή τα δεκαεφτά; Ούτε καν με τη λογική του ποινικού μητρώου δεν μπορεί να υποστηριχτεί, καθώς ακόμα κι αυτό αφορά ενήλικους και όχι όλα τα αδικήματα. Είναι πολύ περισσότερα και σημαντικότερα εκείνα που θα μπορούσαν να βελτιώσουν, να αλλάξουν τη συμπεριφορά ενός νέου παιδιού από το φόβο της αναγραφής της διαγωγής. Και είναι αμέτρητα τα παραδείγματα μαθητών που η συμπεριφορά τους και η σχέση τους με τη μάθηση άλλαξαν άρδην ακριβώς σ’ αυτή την κρίσιμη μεταβατική ηλικία από την εφηβεία στη μετεφηβεία, ώστε καθιστούν αδιανόητη το στιγματισμό του οποιουδήποτε νέου μ’ ένα χαρακτηρισμό που δεν έχει καμιά σχέση με την πραγματικότητά του.
Η απελπισμένη αναζήτηση επιχειρημάτων οδήγησε ακόμα και τον κ. Μητσοτάκη να ισχυριστεί ότι, δεν χάθηκε κι ο κόσμος, στο απολυτήριο καταγράφεται και η βαθμολογία και συνοδεύει τον άνθρωπο εφ’ όρου ζωής χωρίς κανένα πρόβλημα . Σοβαρό επιχείρημα! Δεν έχει ακούσει πρώτα απ’ όλα ο πρωθυπουργός ότι και η βαθμολογία έχει αμφισβητηθεί με τη σημερινή μορφή και ότι εφαρμόζεται και άλλου τύπου αξιολόγηση; Δεν αντιλαμβάνεται ότι ανάμεσα σε μια βαθμολογία που, ας πούμε, πιστοποιεί τις γνώσεις μια συγκεκριμένη στιγμή και μια αξιολόγηση της συμπεριφοράς που σε συνοδεύει διά βίου σαν πεπρωμένο υπάρχει τεράστια διαφορά; Τι νόημα έχει μια παγωμένη στιγμιαία φωτογραφία να χαρακτηρίζει μια ζωή έναν άνθρωπο, που το μόνο βέβαιο είναι ότι κάθε μέρα αλλάζει; Για να τα καταλάβει όλα αυτά κάποιος, πρέπει με το στανιό να μεταφερθεί εξήντα χρόνια πίσω, για να μπορέσει να συντονιστεί με μια δεξιά που δεν ξεχνά τι σημαίνει συντήρηση, αντίδραση και οπισθοδρόμηση. Και το δείχνει σε κάθε ευκαιρία.

Χ.Γεωργούλας