Η παρέλαση είναι το πιο ανόητο από όλα τα περπατήματα

Του Θωμά Τσαλαπάτη

Οι παρελάσεις, μαζί με την καθαρεύουσα στα πτυχία, τις θρησκευτικές εικόνες στα σχολεία και μια σειρά άλλα κατάλοιπα αποτελούν τη θεσμοποιημένη σαπίλα της καθημερινότητάς μας. Φαντάσματα από έναν αιώνα που πέρασε κουβαλώντας στο σώμα του στίγματα σαν το συγκεκριμένο. Να μας θυμίζουν όχι μόνο τις επετείους που εορτάζουν αλλά κυρίως –πια- τη χρήση τους από το εκάστοτε καθεστώς. Τον ρόλο του στρατού και της πειθάρχησης στα μεταπολεμικά χρόνια, την σχολική καταπίεση, τις ρατσιστικές υστερίες γονιών και κοινωνιών γύρω από σημαιοφόρους κτλ. Ο μιλιταριστικός θεσμός λούνα παρκ για κάθε κομψευόμενο στρατόκαβλο έχει ένα ακόμα ξεχωριστό χαρακτηριστικό πέρα από την αντιδραστικότητα, την οπισθοδρόμηση. Είναι ακατανόητα πολυέξοδος. Η άνευ πρακτικού αποτελέσματος κρατική σπατάλη σε περιόδους κρίσης δεν είναι απλώς ηλίθια είναι και πατριωτικά επιβλαβής. Ας σκεφτούμε σε πόσα νοσοκομεία αντιστοιχούν οι πτήσεις των αεροπλάνων πάνω από τα κεφάλι μας. Βέβαια, ένα βασικό σημείο εδώ είναι πως η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ μέσα στη φοβικότητά της δεν έπραξε το αυτονόητο, την κατάργηση δηλαδή των παρελάσεων και ακόμα περισσότερο συγκυβέρνησε με τον καρνάβαλο- ενσαρκωτή της πατριδοκάπηλης παράτας τον Πάνο τον Καμμένο. Αν το αυτονόητο είχε γίνει πριν από τέσσερα χρόνια σήμερα θα μιλούσαμε διαφορετικά.

Για εναγκαλισμό των κοινοτοπιών

Η παρέλαση είναι ένα απολύτως αυστηρό κέλυφος που προσπαθεί να συγκρατήσει κάτι το συγκεχυμένο. Έναν εθνικισμό που αρέσκεται να περιγράφει τον εαυτό του ως πατριωτισμό, ένα μίσος απέναντι σε οποιονδήποτε άλλο που προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ως κληρονομημένη ανωτερότητα. Ένα συγκεχυμένο συναίσθημα που δεν βρίσκει που να εκτονωθεί πέρα από τις παρελάσεις, τη σημαία στο μπαλκόνι, ή τον καθημερινό ρατσισμό και τα μεγάλα λόγια του καφενείου. Μια ιστορία μισοδιαβασμένη, πολυσκιασμένη, περισσότερο αφήγηση και λιγότερο τεκμήριο, μια διάθεση για εναγκαλισμό των κοινοτοπιών που μας συγκροτούν ως δοξασίες.
Το συγκεχυμένο του πράγματος περιγράφηκε εξαιρετικά από τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας. Η υφυπουργός Δόμνα Μιχαηλίδου προέβαλε στο ανοιχτό σύμβολο της επετείου τη σημασία του εθελοντισμού: «Χρόνια πολλά! Σήμερα η εθνική μας εορτή μας θυμίζει όσο ποτέ τις αξίες της κοινωνικής προσφοράς και του εθελοντισμού…» ενώ χρησιμοποίησε στην ίδια ανάρτηση ως #hastag των Άλμπερτ Αινστάιν (τι πρόβλημα έχετε, όλοι συμπαθούν τον Αινστάιν). Την ίδια στιγμή, η υπουργός Παιδείας (αφού πρώτα πρόλαβε να κάνει λάθος στην ημερομηνία έναρξης του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου) είδε πίσω από την επέτειο τη συντριβή των δυνάμεων του λαϊκισμού: «στις μέρες μας, οι ακραίες φωνές του λαϊκισμού επιδιώκουν να δυναμώσουν, που ο ατομικισμός και η αποξένωση μαστίζουν την ανθρωπότητα, είναι πιο κρίσιμο από ποτέ να αναβιώσουμε αξίες, όπως η αυταπάρνηση, ο αλτρουισμός και η αλληλεγγύη, που μας επιτρέπουν, σήμερα, να ζούμε σε μία ελεύθερη, δημοκρατική χώρα». Ενώ η ΔΑΠ-ΝΔΦΚ ανέβασε την πασίγνωστη φωτογραφία από την Ίβο Τζίμα όπου οι στρατιώτες αντί της αμερικανικής σημαίας υψώνουν την ελληνική (γιατί αντίθετα από τον Αινστάιν κανείς δεν συμπαθεί τους Ιάπωνες). Και βεβαίως -για να μην ξεχνούμε την μιλιταριστική μας εμμονή και την εθνικιστική μας τύφλωση-μαθητές στην Κατερινή φώναξαν την ώρα της παρέλασης το σύνθημα «Κατσίφα ζεις εσύ μας οδηγείς».

Ενσάρκωσαν τη γελοιότητα των παρελάσεων

Αυτό ήταν το έδαφος πάνω στο οποίο περπάτησαν τα Silly walks των κοριτσιών στη Νέα Φιλαδέλφεια. Το βάδισμά τους δεν έκανε τίποτα άλλο από το να ενσαρκώσει τη γελοιότητα των παρελάσεων και της πολιτικής σπέκουλας γύρω από αυτή και να της δώσει τον πραγματικό της βηματισμό. Όχι από λάθος ή από βιασύνη όπως τα silly walks των δηλώσεων των υπουργών αλλά δημιουργώντας μια μεταφορά με σκοπό την απόλυτη κυριολεξία. Να περιγράψει με τον πιο εξωστρεφή τρόπο το παράλογο του θεσμού και την υποκρισία γύρω από αυτόν. Η θύελλα των αντιδράσεων (από κάγκουρες που χρησιμοποιούν μόνο κεφαλαία στον γραπτό και τον προφορικό λόγο μέχρι Βούρους και πεζογραφούντες που αποφάσισαν πως άμα είναι να συνεργαστείς με τη συντήρηση καλό είναι να βουτήξεις μέχρι το λαιμό) έδειξε το πόσο απαραίτητη ήταν η παρέμβαση αυτή. Με το θάρρος του χαμόγελου και τη βία του πιο αποκαλυπτικού γέλιου, την ανωτερότητα της χαράς, τη συστράτευση μιας παρέας. Φέρνοντας στην επιφάνεια το ξεχασμένο πυρήνα του κωμικού φαινομένου στην πιο επείγουσα μορφή του: αυτή της ανατροπής.

http://tsalapatis.blogspot.com/