Η πατριαρχία σκοτώνει, όχι το πάθος…

 

Ακόμα μία γυναίκα σκοτώθηκε το προηγούμενο διάστημα, ακριβώς επειδή ήταν γυναίκα. Η 24χρονη Ερατώ δολοφονήθηκε στη Λέσβο από το σύζυγό της, επειδή του είχε ζητήσει διαζύγιο. Πρόκειται για την όγδοη γυναικοκτονία στην Ελλάδα από τις αρχές του χρόνου και παρόλα αυτά στο δημόσιο λόγο ακόμα δεν έχει καθιερωθεί ούτε έστω ο όρος που αποδίδει την έμφυλη διάσταση και τα αίτια του εγκλήματος.
Έτσι, για μια ακόμα φορά, το περιστατικό είδε το φως της δημοσιότητας υπό τίτλους όπως «το πάθος όπλισε το χέρι του», «έγκλημα πάθους στη Λέσβο», «φονικό στη Μυτιλήνη –τη ζήλευε, τσακώνονταν συνέχεια». Το πρόβλημα με αυτή την καταγραφή του γεγονότος είναι, πρώτον, ότι αποκρύπτει το πατριαρχικό πλαίσιο στο οποίο, και λόγω του οποίου, πραγματοποιείται. Δεύτερον, η οπτική γωνία είναι αποκλειστικά από την πλευρά του δράστη. «Το τελευταίο διάστημα καταγράφεται ένα υψηλό ποσοστό γυναικοκτονιών, το οποίο προσελκύει το έντονο ενδιαφέρον της κοινωνίας και των ΜΜΕ. Παρ’ όλα αυτά, πολλά μέσα συνεχίζουν να παρουσιάζουν με λανθασμένο τρόπο τα περιστατικά, μιλώντας για οικογενειακή τραγωδία, έγκλημα πάθους κτλ. Η ζωή μιας γυναίκας, όμως, δεν μπορεί να μετριέται με βάση τι ένιωθε ο σύζυγος και δολοφόνος της. Το ζήτημα είναι ότι χάθηκε μια ζωή, μια γυναικεία ζωή, επειδή ήταν η σύζυγος, η ερωμένη ή κόρη κάποιου που τις έβλεπε σαν ιδιοκτησία του επειδή ήταν γυναίκες. Γι’ αυτό πρέπει να μιλάμε για γυναικοκτονίες. Το να μην καταγράφονται έτσι αυτά τα περιστατικά, συμβάλλει κι αυτό στη διαιώνιση του φαινομένου», εξηγεί στην «Εποχή» η Σίσσυ Βωβού, μέλος της φεμινιστικής ομάδας «Το Μωβ».

Το ζήτημα της σωστής αποτύπωσης

Η αποφυγή καταγραφής των περιστατικών ως γυναικοκτονίες δημιουργεί πρόβλημα επίσης και στην αποτύπωση αυξητικών ή μη τάσεων. Έτσι, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε αν υπάρχει έξαρση του φαινομένου. «Σε άλλες χώρες η ορολογία της γυναικοκτονίας είναι γνωστή και διαδεδομένη, καθώς επιτρέπει να διαχωριστούν οι δολοφονίες που έχουν έμφυλα κίνητρα. Γενικά θα πρέπει να υπάρξει προσοχή, ώστε να αποδίδεται ο όρος εκεί που πρέπει. Για την ώρα δεν μπορούμε να ξέρουμε αν υπάρχει αύξηση του φαινομένου στην Ελλάδα ή όχι, αφού μόνο τα τελευταία χρόνια υπάρχει καταγραφή του όπως πρέπει, άρα δεν μπορούμε να βγάλουμε ασφαλές συμπέρασμα. Δεδομένου, βέβαια, ότι η πατριαρχία είναι ένα πολύ παλιό φαινόμενο, θεωρώ ότι και πριν και τώρα τελούνται τέτοια εγκλήματα. Είναι θετικό γεγονός ότι τώρα συζητιούνται, είναι αρνητικό ότι συνεχίζουν να υφίστανται», επισημαίνει η Ειρήνη Αγαθοπούλου, πρόεδρος του Κέντρου Ερευνών για Θέματα Ισότητας (ΚΕΘΙ).
Βάσει των διεθνών στοιχείων, γίνεται φανερό ότι το ζήτημα των γυναικοκτονιών είναι βαθιά ριζωμένο στην καθημερινότητα όλων των χωρών, με κατά μέσο όρο 137 γυναικοκτονίες από συζύγους και μέλη οικογένειας, σύμφωνα με στοιχεία του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα (UNODC). Ενώ, βάσει στοιχείων του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου για την Ισότητα των Φύλων (EIGE), στη Βρετανία κάθε τρεις μέρες δολοφονείται μία γυναίκα. Στη Σουηδία, κάθε δέκα μέρες κακοποιείται μέχρι θανάτου από το σύζυγο ή σύντροφό της. Στην Ισπανία, μία γυναίκα δολοφονείται κάθε τέσσερις μέρες.
Στην περίπτωση της Ελλάδας θεωρείται πιθανό να υπάρχει κάποια κλιμάκωση του φαινομένου, λόγω της κρίσης. «Δεν έχουμε διαχρονικά στοιχεία για το ζήτημα για να πούμε αν υπάρχει αύξηση, αλλά υπάρχει η υπόθεση ότι μέσα στην περίοδο της γενικευμένης οικονομικής κρίσης, κάποιες πλευρές των ανισοτήτων εκδηλώνονται με μεγαλύτερη ένταση και πιθανά να έχει επηρεάσει και τα περιστατικά έμφυλης βίας. Αυτό, όμως, δεν μπορούμε να το πούμε με ασφάλεια, γιατί και παλαιότερα συνέβαιναν αυτά τα εγκλήματα, αλλά δεν γίνονταν γνωστά με αυτό το πρόσημο», σημειώνει η Αλίκη Κοσυφολόγου, διδάκτορας πολιτική επιστήμονας.
«Σημαντικό πάντως είναι», όπως συμπληρώνει η ίδια, «ότι πια γίνονται πιο ορατά, λόγω του ισχυρού φεμινιστικού κινήματος», με αποτέλεσμα οι επιζήσασες έμφυλης βίας να καταγγείλουν τη βία. «Η κοινωνική ντροπή αφορά και μια βαθιά ψυχολογική ντροπή. Κανείς και καμία δε μπορεί να ομολογήσει εύκολα ότι κακοποιείται, καθώς είναι ντροπιαστικό να σε εξευτελίζει ή να σε χτυπά ή να σε περιορίζει ο ίδιος σου ο σύντροφος. Ωστόσο, οι γυναίκες μιλούν πιο εύκολα γι’ αυτό σε σχέση με παλιότερα, καθώς έχει υπάρξει μια κοινωνική  μετατόπιση  και ευαισθητοποίηση στο ζήτημα της έμφυλης βίας μέσα από τις καμπάνιες της Γενικής Γραμματείας Ισότητας των Φύλων, αλλά και μέσα από τη δουλειά κοινωνικών κινημάτων και θεσμών. Σήμερα οι γυναίκες έχουν που να απευθυνθούν όταν κακοποιούνται. Η ύπαρξη κ μόνο των παρεχομένων υπηρεσιών από το κράτος αλλάζει τις αντιλήψεις γύρω από το θέμα», περιγράφουν στην «Εποχή» ειδικές από το συμβουλευτικό κέντρο Αθήνας.

Ο μύθος του φιλήσυχου οικογενειάρχη

Η ενημέρωση για τα ζητήματα της έμφυλης βίας και η ύπαρξη δομών όπου μπορούν απευθυνθούν τα θύματα κρίνονται καίριας σημασίας και για το ζήτημα των γυναικοκτονιών, καθώς «κανείς δεν φτάνει να δολοφονήσει έναν άνθρωπο από τη μία μέρα στην άλλη. Υπάρχει ένα πλαίσιο και μία κατάσταση που καλλιεργείται και καταλήγει σε αυτό το σημείο. Οι άνθρωποι, λοιπόν, που δολοφονούν τις συντρόφισσές τους, καταλήγουν εκεί συνήθως μέσα από μια συνθήκη γεμάτη βία, μια κακοποιητική σχέση», τονίζει η Αλίκη Κοσυφολόγου.
«Το  κεντρικό στοιχείο στην κακοποιητική σχέση είναι ένα ευρύτερο μοτίβο πειθαναγκαστικού ελέγχου, που είναι και το κύριο κίνητρο της βίας. Τι σημαίνει πειθαναγκαστικός έλεγχος; Το να θέλεις ο άλλος να κάνει κάτι που δεν θέλει. Η βία είναι μια τακτική του ενός συντρόφου, προκειμένου να έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο στις οικογενειακές αποφάσεις, τον έλεγχο και την κυριαρχία. Εκτός από τη σωματική βία, άλλες μορφές συμμόρφωσης είναι οι απειλές, οι εκφοβισμοί, η απομόνωση, η λεκτική βία, ο οικονομικός περιορισμός αν η γυναίκα δεν συμμορφωθεί με αυτό που θέλει ο δράστης», μεταφέρουν οι ειδικές από την εμπειρία τους στο συμβουλευτικό κέντρο. Τα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας σχέσης είναι, όπως συμπληρώνουν, είναι η ασυμμετρία στη σχέση, όπου το ένα μέλος έχει υψηλή κυριαρχία και είναι κατά καιρούς βίαιο, ενώ το άλλο μέλος έχει μόνο το ρόλο του υποδεέστερου και ο φόβος από το ένα μέλος ως απόκριση της υψηλής επιθετικότητας και του θυμού του άλλου μέλους.
Ο μύθος, λοιπόν, που συχνά συναντάται όταν καταγράφονται οι γυναικοκτονίες (σαν εγκλήματα «αγάπης» βέβαια), ότι ο δράστης ήταν ένας φιλήσυχος οικογενειάρχης και όλοι έπεσαν από τα σύννεφα, βάσει της καταγεγραμμένης εμπειρίας είναι εντελώς αστήριχτος. Η γυναικοκτονία είναι ένα έγκλημα προδιαγεγραμμένης πορείας της έμφυλης βίας που μπορεί να καταλήξει εκεί.

Ο μύθος του ψυχοπαθούς δολοφόνου

Παράλληλα, όμως, με το μύθο του φιλήσυχου οικογενειάρχη συναντάται και ο μύθος του ψυχοπαθούς τέρατος, που επίσης από την πλευρά του αποπολιτικοποιεί τα αίτια των γυναικοκτονιών, που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τον κοινωνικό ρόλο των γυναικών και την πατριαρχική δομή της κοινωνίας. «Ο ρόλος που ακόμα έχει η γυναίκα, είναι ότι πρέπει να είναι υπάκουη, ότι είναι μορφή ιδιοκτησίας του άνδρα, ότι πρέπει να μείνει στη σφαίρα του οίκου κτλ. Ρόλο στον οποίο πρώτα απ’ όλα πρέπει να αντισταθούμε εμείς και να μην εμπεδώνουμε αυτές τις πατριαρχικές αντιλήψεις», τονίζει η Σίσσυ Βωβού.
Αυτές οι αιτιακές παράμετροι του εγκλήματος συνήθως αποσιωπούνται. «Ο κυρίαρχος λόγος στην εγκληματολογία τα προηγούμενα χρόνια έχει συμβάλλει καθοριστικά στη δημιουργία στερεοτυπικών αντιλήψεων για τους δολοφόνους γυναικών, που απολιτικοποιεί τη διάσταση αυτών των εγκλημάτων. Προσπαθεί, δηλαδή, να αφαιρέσει το σεξιστικό τους χαρακτήρα, αποδίδοντας αυτές τις πράξεις σε κάποια διαταραγμένη προσωπική συγκρότηση, ψυχοπάθεια κτλ, σαν να πρόκειται για κάποια μεμονωμένα περιστατικά», εξηγεί η Αλίκη Κοσυφολόγου.

Ευθύνη όλων μας

Ζητούμενο, βέβαια, πέραν της σωστής καταγραφής αυτών των εγκλημάτων, που είναι το πρώτο βήμα, είναι η καταπολέμησή τους. «Το φαινόμενο είναι πολυεπίπεδο και αυτό θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν για την αντιμετώπισή του. Έχουν γίνει αρκετά θετικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, όπως ο νόμος που ψηφίστηκε το προηγούμενο διάστημα, για την ουσιαστική ισότητα των φύλων. Αυτός περιέχει διατάξεις, με τις οποίες υποχρεωτικά η διάσταση του φύλου θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν σε όλες τις πολιτικές και οριζόντια στους προϋπολογισμούς των υπουργείων. Ένα σημαντικό μέτρο επίσης αφορά στη λειτουργία του ΟΑΕΔ, όπου πλέον σε όλες τις προκηρύξεις, ο εργοδότης δεν μπορεί να δει το φύλο και την ηλικία του ενδιαφερόμενου για τη θέση, γεγονός που αύξησε την πρόσληψη των γυναικών», σημειώνει η πρόεδρος του ΚΕΘΙ.
Αντίστοιχα, η Σίσσυ Βωβού επισημαίνει τη σημασία των 62 συμβουλευτικών κέντρων και περίπου 20 ξενώνων γυναικών που προσφέρονται από την πολιτεία, τονίζοντας όμως την ανάγκη να πολλαπλασιαστούν, αλλά και να αλλάξει η γραφειοκρατική λειτουργία τους και να γίνει η δουλειά τους πιο εξωστρεφής, ώστε να υπάρξει μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση και ενημέρωση για το ζήτημα. «Επίσης, δεν υπάρχει πουθενά στην Ελλάδα ένα σπίτι γυναικών. Κανένας δήμος δεν μας έχει παραχωρήσει χώρο για αυτό το λόγο, ενώ κανονικά θα έπρεπε να υπάρχει σε κάθε πόλη, όπως συμβαίνει στην Ευρώπη. Τέλος να πούμε ότι η πολιτεία δεν δίνει ούτε ένα ευρώ για τη βία κατά των γυναικών, ούτε για τα δικαστικά έξοδα που έχουν, ούτε για να καλύψουν τα προς το ζην όταν αποφασίσουν να φύγουν από το κακοποιητικό πλαίσιο, γεγονός που σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί ανασταλτικά στη διαφυγή τους».
Η λήψη μέτρων, όμως, από την πολιτεία δεν αρκεί για την αντιμετώπιση του φαινομένου, καθώς, όπως τονίζει η Αλίκη Κοσυφολόγου, «Το νομοθετικό πλαίσιο είναι αρκετά καλό στην Ελλάδα, δεν είναι μόνο θέμα της πολιτείας, γιατί οι γυναικοκτονίες είναι φαινόμενο δομικό και πολυεπίπεδο. Συνολικά η κοινωνία πρέπει να αντιμετωπίσει αυτές τις εκδηλώσεις έμφυλης βίας, που πηγάζει από την πατριαρχική της δομή. Έτσι θα πρέπει να μιλήσουμε για αντισεξιστική εκπαίδευση, φεμινιστική πολιτική κουλτούρα και αντίληψη που να υπερβαίνει τα έμφυλα στερεότυπα και προκαταλήψεις. Υπάρχει συλλογική ευθύνη για το ζήτημα».

Τζέλα Αλιπράντη

 

Ιστορική νίκη ο νέος ορισμός για το βιασμό

«Η νέα διάταξη, λοιπόν, θα έχει ως εξής: στην παράγραφο 5 “Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1, επιχειρεί γενετήσια πράξη χωρίς τη συναίνεση του παθόντος, τιμωρείται με κάθειρξη ως δέκα έτη”», ανακοίνωσε στην Ολομέλεια της Βουλής ο υπουργός Δικαιοσύνης, Μιχάλης Καλογήρου, κατά την ψήφιση του νέου Ποινικού Κώδικα, ανατρέποντας τελευταία στιγμή την κοινωνική οργή που είχε ξεσπάσει για το ζήτημα.
«Η τροποποίηση συνιστά ιστορική νίκη του γυναικείου κινήματος και του κινήματος ανθρώπινων δικαιωμάτων! Η νέα αυτή διατύπωση ενσωματώνει την έννοια της συναίνεσης στον ορισμό του βιασμού, όπως τέθηκε καθολικά ως αίτημα στη διάρκεια της δημόσιας διαβούλευσης, από όλες τις συλλογικότητες και φορείς ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του γυναικείου κινήματος και αρμόδιων μερών» και όπως έχει υποχρέωση η πολιτεία βάσει της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης που έχει υπογράψει, τονίζει σε ανακοίνωσή της η Διεθνής Αμνηστία.
Μετά από τις έντονες αντιδράσεις τόσο των κοινωνικών φορέων, όσο και βουλευτών και βουλευτριών του ΣΥΡΙΖΑ, το υπουργείο τελικά υιοθέτησε το αυτονόητο, πως όταν δεν υπάρχει συναίνεση, είναι βιασμός.
Υπενθυμίζεται ότι η αρχική πρόταση αποτελούσε οπισθοδρόμηση, καθώς «ο βιασμός οριζόταν με βάση τη βία και όχι με την απουσία συναίνεσης. Το βασικό δικαίωμα που πλήττεται κατά τον βιασμό είναι η σεξουαλική αυτονομία και η σωματική ακεραιότητα του ατόμου, όχι μόνο το δικαίωμα στη ζωή. Εστιάζοντας το βιασμό μόνο στη βία, μια σειρά εγκλημάτων βιασμού, όπου δεν φαίνεται ή δεν υπάρχει η απειλή σωματικής βίας, δεν μπορούν να εκδιώχθονταν, όπως για παράδειγμα βιασμός υπό οικονομικό εκβιασμό, συναισθηματικό εκβιασμό, απειλή απόλυσης, μη συνείδησης του θύματος, μέθης θύματος ή πάγωματος του θύματος», υπενθυμίζει η Ειρήνη Γαϊτάνου, υπεύθυνη εκστρατειών του ελληνικού τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας.
Ενώ το πιο προβληματικό, και εξοργιστικό, σημείο εκείνου του ορισμού αποτελούσε η παράγραφος 5, όπου ο βιασμός μετά από απειλή κάποιας άλλης παράνομης πράξης (πέραν της απειλής κατά της ζωής δηλαδή) θεωρείτο πλημμέλημα και είχε ποινή έως τρία έτη, σαν να υπάρχει διαβάθμιση σε πολύ και ολίγον βιασμό.
«Χαιρετίζουμε την απόφαση του υπουργείου Δικαιοσύνης, έστω και την ύστατη στιγμή, να προβεί στον ορισμό του βιασμού με βάση τη συναίνεση. Υπάρχουν ελλείμματα και ανεπάρκειες στη συγκεκριμένη διατύπωση που σχετίζονται με την απουσία ορισμού ενός φάσματος επιβαρυντικών περιστάσεων σε περιπτώσεις βιασμού, όπως επίσης και με την απουσία ενός σαφούς ορισμού της πράξης του βιασμού, όπως αυτή ορίζεται στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης. Εάν το υπουργείο δεν είχε προβεί στην αλλαγή αυτή την ύστατη στιγμή υπό την πίεση του κινήματος και του γενικού κοινού αισθήματος, θα μπορούσε να είχε καταλήξει σε μία πιο συνεκτική διατύπωση με επίκεντρο τη συναίνεση, έτσι όπως υιοθετείται στα νομοθετικά πλαίσια άλλων ευρωπαϊκών χωρών», επισημαίνει στην ανακοίνωσή της η Διεθνής Αμνηστία.
Ενώ τονίζει πως «αυτό που καλείται να κάνει τώρα η κυβέρνηση, είναι να γίνει κατανοητή από όλα τα αρμόδια μέρη η συγκεκριμένη σημασία και εφαρμογή αυτής της αλλαγής, με οδηγίες προς τους δικαστικούς λειτουργούς, εισαγγελείς, δικηγορικούς συλλόγους και όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες», καθώς δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κουλτούρα του βιασμού και της ατιμωρησίας δεν έχει να κάνει μόνο με τα νομικά όρια, αλλά κυρίως με την κοινωνική αντίληψη.

 

 

Ο σεξισμός στις εκλογές

Η πατριαρχική δομή της κοινωνίας, πέραν της γυναικοκτονίας, αναδείχθηκε επίσης και με αφορμή τις ευρωεκλογές και τις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Ο συνεχόμενος σεξιστικός λόγος του Κ. Μητσοτάκη, που μίλησε για δυνατότητα δουλειάς από το σπίτι μόνο για τις γυναίκες, συνδέοντάς τις απόλυτα και αποκλειστικά με την ανατροφή των παιδιών, και την απόδοση των δουλειών του σπιτιού στις «νοικοκυρές», συμβάλλοντας στη διαιώνιση του κυρίαρχου και ανισότιμου καταμερισμού των κοινωνικών ρόλων. Πιο πριν, το σεξιστικό «αστείο» του Α. Γεωργούλη σε βάρος γυναίκας δημοσιογράφου, «που σε τίποτα δεν εμπόδισε τελικά όχι μόνο την επιλογή του ως υποψηφίου για τις ευρωεκλογές, αλλά και την εκλογή του», όπως επισημαίνει η Σίσσυ Βωβού. Το βαθιά σεξιστικό, ρατσιστικό και ταξικό σχόλιο του Κ. Στεφανίδη, στελέχους της ΝΔ, για την Κ. Κούνεβα, λέγοντας πως αφού πια δεν είναι ευρωβουλεύτρια, να πάει να του καθαρίσει το σπίτι (μέσα στο προεκλογικό κλίμα των επικείμενων εθνικών, ευτυχώς το στέλεχος διαγράφθηκε). Το σχόλιο της Μαρίνας Σταυράκη για το σύζυγό της Γιώργο Πατούλη, νέο περιφερειάρχη Αθήνας, ότι είναι «αφροδισιακό ένας άνδρας να βιδώνει τη λάμπα στο σπίτι», αναπαράγοντας κι αυτή με τη σειρά της το διαχωρισμό των «ανδρικών» και «γυναικείων» δουλειών και ρόλων. Και, βέβαια, αποκορύφωμα όλων των σεξιστικών πρακτικών, το περιστατικό επίθεσης του πρώην αντιδημάρχου Νάξου, Μ. Πολυκρέτη, που άρπαξε από τα μαλλιά και έσυρε υποψήφια δημοτική σύμβουλο άλλης παράταξης, επειδή μοίραζε προεκλογικό υλικό(!).

Το ζήτημα της ισότιμης εκπροσώπησης

Δεν χρειάζονται, όμως, τέτοια ακραία περιστατικά για να γίνει λόγος περί έμφυλης ανισότητας στην πολιτική και στο δημόσιο λόγο. Πρώτο και κύριο δείγμα αποτελεί η ίδια η εκπροσώπηση των γυναικών στα ψηφοδέλτια, παρά και την αύξηση της ποσόστωσης στο 40 από 30%. Στις εκλογές της τοπικής αυτοδιοίκησης αναδείχθηκε μόλις 1 γυναίκα περιφερειάρχης σε σύνολο 13 περιφερειών και 16 γυναίκες δήμαρχοι στους 331 δήμους της χώρας, από σύνολο 128 υποψηφιοτήτων. Αντίστοιχα, το αποτέλεσμα των προηγούμενων εκλογών ήταν 15 γυναίκες δήμαρχοι σε 330 δήμους και 2 γυναίκες περιφερειάρχες.
«Γι’ αυτό όλες οι φεμινιστικές και γυναικείες οργανώσεις επιμέναμε, χωρίς να εισακουστούμε τελικά, ότι η ποσόστωση θα έπρεπε να είναι στο 50%, και μάλιστα της εκλογιμότητας και όχι απλά των υποψηφιοτήτων. Η κοινωνία δεν έχει εκπαιδευτεί ακόμα να ψηφίζει γυναίκες σε ισότιμο βαθμό, ούτε αναδεικνύονται οι γυναίκες υποψήφιες στο ίδιο βαθμό, για αυτό θα πρέπει να ενισχυθεί η ποσόστωση», τονίζει η Σίσσυ Βωβού, σημειώνοντας πως εν γένει στο ζήτημα της εκπροσώπησης η Ελλάδα βρίσκεται πολύ πίσω. «Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το 18,7% γυναικείας εκπροσώπησης στη Βουλή, παρότι ήταν με λίστα. Το ποσοστό όταν ήταν με σταυρό ήταν 22%. Αυτό δείχνει την παρέμβαση των κομματικών ηγεσιών και γραφειοκρατιών στο ζήτημα σε όλα τα κόμματα».
Το ΚΕΘΙ και η Γενική Γραμματεία Ισότητας Φύλων είχαν εκπονήσει καμπάνια σχετικά με την εκπροσώπηση των γυναικών στις εκλογές, όπου μάλιστα μία από τις συμμετέχουσες κατάφερε να εκλεγεί δήμαρχος. «Μαζί με τη γενική γραμματεία έχουμε προχωρήσει σε διάφορα σεμινάρια, παραμένει όμως το ζήτημα της ποσόστωσης, που αντί 50% πήγε στο 40. Πρέπει να δούμε πόσο τελικά ωφέλησε αυτό στην εκλογή των γυναικών, αλλά και κατά πόσο οι γυναίκες που εκλέγονται, αν οι ίδιες υπερασπίζονται τα ζητήματα της ισότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι ευρωεκλογές, που σε σύνολο 21 βουλευτών μόνο 6 είναι γυναίκες και καμία από αυτές δεν έχει δείξει στο παρελθόν έργο στην προώθηση των θεμάτων ισότητας φύλου», σημειώνει η Ειρήνη Αγαθοπούλου.