Η Πορτογαλία και το ευρωπαϊκό περιβάλλον

portogalia

Του Γκοφρέντο Αντινόλφι*

Για την Πορτογαλία γίνονται ελάχιστες συζητήσεις, και, πράγματι, είναι μια μικρή χώρα στην οποία σπάνια συμβαίνει κάτι σημαντικό. Στην ουσία οι ειδήσεις από το δυτικό άκρο της Ευρώπης είναι λίγες, ακόμη και όταν θα άξιζε να τους δοθεί μεγαλύτερη σημασία. Η πολιτική εμπειρία που βιώνει η Λισαβόνα είναι δυνητικά προάγγελος διδαγμάτων για την πολιτική θεωρία και για την πολιτειολογία, για μια Ευρώπη λίγο πριν την κατάρρευση και, τέλος αλλά εξίσου σημαντικό, για την ίδια την ιδέα της δημοκρατίας.
Η κυβέρνηση του Αντόνιο Κόστα είναι μια μονοκομματική κυβέρνηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος που μπορεί να υπολογίζει στην κοινοβουλευτική στήριξη του Πορτογαλικού Κομμουνιστικού Κόμματος και του Μπλόκου της Αριστεράς. Η απουσία μιας καθαρής και ξάστερης πλειοψηφίας στις εκλογές του 2015 οφείλεται στο, έστω και με κάποιες διορθώσεις,αναλογικό εκλογικό σύστημα. Όπως κατά παράδοση συμβαίνει στα κοινοβουλευτικά συστήματα, η πλειοψηφία βρέθηκε στο εθνικό κοινοβούλιο και οι Πορτογάλοι βρέθηκαν με έναν πρωθυπουργό μη εκλεγμένο απευθείας από το λαό. Ο νικητής, όντως, ήταν ο υποψήφιος της κεντροδεξιάς, Πέδρο Πάσος Κοέλιο, και αν η καταμέτρηση των ψήφων γινόταν με πλειοψηφικό σύστημα θα συνέχιζε να κυβερνά τη χώρα για άλλα τέσσερα χρόνια.

Η πορτογαλική αλήθεια

Σύμφωνα με το κοινό ρεφρέν, ένα zeitgeist που είναι δύσκολο να το θίξει κανείς, ακόμη και απέναντι σε πραγματικά γεγονότα, η άμεση ή σχεδόν άμεση εκλογή του πρωθυπουργού εγγυάται μεγαλύτερα επίπεδα ισοτιμίας μεταξύ πολιτικής ελίτ και πολιτών, ακριβώς επειδή δεν υπάρχει παραποίηση της γενικής βούλησης εκ μέρους των κομμάτων. Σύμφωνα μ’ αυτή την άποψη, μια καθαρή πλειοψηφία θα έπρεπε να είναι και συνώνυμη με την αποτελεσματικότητα, γιατί «από το ίδιο βράδυ των εκλογών, λίγο μετά το κλείσιμο της κάλπης, είναι ήδη γνωστό ποιος θα έχει την ευθύνη να κυβερνήσει». Τέλος, είναι αποτελεσματικότερη. γιατί οι συνασπισμοί είναι συνδεδεμένοι με την αστάθεια, ως θύματα του κομματικού πατριωτισμού των κομμάτων που τους απαρτίζουν και επομένως είναι ανίκανοι να «κάνουν μεταρρυθμίσεις».
Αυτό που μας λέει η πορτογαλική εμπειρία είναι αντίθετο, μέχρι στιγμής, με αυτή τη λογική. Έπειτα από ένα χρόνο, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ξεκάθαρα ότι η στήριξη της κοινής γνώμης στην κυβέρνηση Κόστα είναι σε σταθερή και εκθετική αύξηση. Αν το Γενάρη του 2016 η διαφορά μεταξύ των πόλων της δεξιάς και της αριστεράς ήταν λίγο μικρότερη από το 10%, πρόσφατες δημοσκοπήσεις μας δείχνουν ότι αυτή η διαφορά ανέβηκε στο 27%! Όλοι οι οικονομικοί δείκτες είναι θετικοί και, μάλιστα, η ευρωπαϊκή επιτροπή αναθεωρεί προς τα πάνω τις προβλέψεις αύξησης του ΑΕΠ και, επομένως, αναθεωρεί τις προβλέψεις για το έλλειμμα. Αυξάνονται οι μέρες διακοπών, αυξάνονται οι επενδύσεις στο κοινωνικό κράτος, αυξάνεται ο κατώτερος μισθός και μειώνεται η ανεργία, χωρίς να ξεκινήσει μια σύγκρουση στο εσωτερικό της πλειοψηφίας, αλλά ούτε και με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τι σημαίνει τελικά

Η Πορτογαλία έχει, επομένως, πολλά να πει. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, όπου μια συνεννόηση της αριστεράς δεν επιτεύχθηκε. Στη Γαλλία και στην Ιταλία, όπου τα παλαιά κόμματα της κεντροαριστεράς μετατοπίζονται όλο και δεξιότερα, χάνοντας έτσι μεγάλα κομμάτια συναίνεσης, που απομακρύνονται προς σχηματισμούς με ξεκάθαρο λαϊκίστικο χαρακτήρα, όπως το Κίνημα 5 Αστέρων ή το Εθνικό Μέτωπο. Μας διδάσκει επίσης ότι για να δημιουργηθεί συναίνεση δεν είναι ανάγκη να «εξαγοραστούν» οι ψηφοφόροι διευρύνοντας τα «ανοίγματα» της δημόσιας δαπάνης (άλλο αξίωμα πολύ λαϊκίστικο), αρκεί να αναδιανεμηθούν τα φορολογικά βάρη και να πλήξουν λιγότερο τα βασικά αγαθά και περισσότερο τα άλλα.
Τελικά, αυτό σημαίνει ότι ο λαϊκισμός, δηλαδή η άμεση επίκληση των πολιτών σε ένα πλαίσιο που χαρακτηρίζεται λιγότερο από την αντιπροσωπευτική και φιλελεύθερη δημοκρατία, δεν είναι ο μοναδικός δρόμος εξόδου από το αδιέξοδο (τόσο από τα δεξιά όσο και από τα αριστερά, εννοείται), αλλά ότι πιο παραδοσιακά μοντέλα δράσης, μέσα από δομημένα πολιτικά κόμματα, μπορούν εξίσου να διακόψουν τις διαδικασίες διάβρωσης της εμπιστοσύνης που η κοινή γνώμη έχει απέναντι σε αυτούς που την κυβερνούν. Αρκεί να ξαναρχίσουν να μιλάνε για τα καθημερινά προβλήματα που αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν οι άνθρωποι. Εξάλλου αυτό είναι το αξίωμα-βάση της θεωρίας του Λακλάου: τα κοινωνικά αιτήματα όταν δεν βρίσκουν απάντηση εντός του αντιπροσωπευτικού δημοκρατικού πολιτεύματος πρέπει να τη βρουν αλλού.

* Ο Γκοφρέντο Αντινόλφι είναι ερευνητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο της Λισαβόνας.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς