Η ρευστότητα έχει εγγενείς αιτίες

Οτι κυριαρχεί η ρευστότητα στο πολιτικό σκηνικό, δεν φαίνεται να αμφιβάλει κανείς. Τι είναι, όμως, αυτό που την προκαλεί; Τα σκοτεινά τεχνάσματα των συριζαίων, που προσπαθούν να κρατηθούν στις καρέκλες τους; Οι χωρίς φραγμούς φιλοδοξίες πολιτικών; Ο εκπεσμός των πολιτικών ηθών; Η υπονόμευση των κοινοβουλευτικών θεσμών; Η τεχνητή πόλωση που εξυφαίνεται στα κομματικά επιτελεία; Αυτά και άλλα πολλά, ή κάποια μείγματα από αυτά, αν πιστέψουμε τους ισχυρισμούς όσων σκιαμαχούν με επίκεντρο αυτό το επίκαιρο ζήτημα.
Η πρώτη φορά που είδαμε να γίνεται, δημόσια και στο ευρύ κοινό, απόπειρα να αναλυθεί με σοβαρότερους όρους το φαινόμενο της ρευστότητας, ήταν στην «Επόμενη Μέρα» της ΕΡΤ, από τον πανεπιστημιακό καθηγητή Γεράσιμο Μοσχονά, στο βαθμό που το επιτρέπουν τα όρια μιας τηλεοπτικής εκπομπής. Αναζήτησε τις αιτίες τής ρευστότητας στο έδαφος των σχηματισμών που κυρίως προσβάλλονται από αυτήν και όχι σε κάποιους εξωγενείς παράγοντες. Αν δεν τις βρούμε εκεί, σημαίνει μάλλον ότι δεν έχουμε ψάξει στο σωστό μέρος.

Κοινωνική ρευστότητα

Η ρευστότητα πλήττει κυρίως τους πολιτικούς σχηματισμούς που διεκδικούν το χώρο του κέντρου. Είτε πρόκειται για σχηματισμούς που πρωτοεμφανίστηκαν στην κορύφωση της κρίσης, όπως για παράδειγμα το Ποτάμι, είτε για σχηματισμούς που μεταλλάχτηκαν στη διάρκειά της, όπως το ΠΑΣΟΚ-ΔΗΣΥ-ΚΙΝΑΛ, έχουν δύο κοινά χαρακτηριστικά:
Αφενός, αναζητούν τον κοινωνικό χώρο αναφοράς τους σε ένα τμήμα τής κοινωνίας, που κι αυτό χαρακτηρίζεται από ρευστότητα, η οποία εντάθηκε στη διάρκεια της κρίσης· το γεγονός αυτό προκαλεί όχι μόνο αστάθεια στη σχέση των πολιτικών σχηματισμών αυτών με τα διάφορα τμήματα της κοινωνίας που επιχειρούν να εκφράσουν, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις. Εκεί που πάνε, για παράδειγμα, να συνεργαστούν ή και να συνεννοηθούν, διαμορφώνονται και κυριαρχούν φυγόκεντρες δυνάμεις (αποχώρηση Ποταμιού και ΔΗΜΑΡ από το ΚΙΝΑΛ, διχασμός ΑΝΕΛ, αποχωρήσεις από την Ένωση Κεντρώων). Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, από τη μια, να μη διαμορφώνονται σταθερές σχέσεις στο πολιτικό και κοινωνικό πεδίο, κι από την άλλη, να μη μπορούν αυτοί οι πολιτικοί σχηματισμοί να προσαρμοστούν έγκαιρα στις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται με σχετική ταχύτητα: συνήθως το «αφήγημα» τους, εκτός των άλλων, έχει και μια χρονική υστέρηση.
Αφετέρου, ο σχηματισμός, ή ο μετασχηματισμός τους, δεν έγινε στη βάση μιας βαθύτερης επεξεργασίας των προγραμματικών θέσεών τους και της στρατηγικής τους, με αποτέλεσμα στην πρώτη σοβαρή διατάραξη των ισορροπιών να μην έχουν τις απαιτούμενες σταθερές, που θα τους επέτρεπαν να προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες, χωρίς να δίνουν την εντύπωση ότι τους πάει όπου θέλει ο άνεμος των κοινωνικών και πολιτικών διαταραχών. Η λήξη τού προγράμματος προσαρμογής και οι νέες συνθήκες που διαμορφώνει, συνιστούν ένα πλαίσιο, στο οποίο δεν μπόρεσαν οι περισσότεροι από αυτούς τους σχηματισμούς να ανταποκριθούν με επιτυχία, εξαιτίας αυτών των δύο βασικών αρνητικών χαρακτηριστικών τους.
Παρά τις αντιρρήσεις που μπορεί να προβάλουν όσοι κατατάσσουν, μάλλον με ευκολία, τους ΑΝΕΛ σύσσωμους και συμπαγώς στην εθνικιστική δεξιά, θα πρέπει να τους συμπεριλάβουμε σ΄ αυτή την κατηγορία των ασταθών πολιτικών σχηματισμών. Ο τρόπος και ο χρόνος συγκρότησής τους, καθώς και οι εξελίξεις στο εσωτερικό τους μπορούν να ερμηνευτούν καλύτερα υπό αυτό το πρίσμα. Εκτός αν μας αρκούν οι συνωμοσιολογικές, χρησιμοθηρικές ή ηθικολογικές ερμηνείες.

Από την τακτική στη στρατηγική

Αν έχουν κάποια υπόσταση όλα αυτά, τότε, όσοι ενδιαφέρονται όχι απλώς για τα επιφαινόμενα αυτής της ρευστότητας, αλλά για τις αιτίες της, τις συνέπειές της και την προβολή τους στο άμεσο και μεσοπρόθεσμο μέλλον, χρειάζεται να περάσουν από την αντιμετώπισή της με τακτικές κυρίως κινήσεις στην επεξεργασία και εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής.
Δεν φτάνει, για παράδειγμα, να τοποθετείται και να συμπεριφέρεται ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνηση απέναντι στους σχηματισμούς αυτούς με βάση τη στάση τους στην ψηφοφορία για τη συμφωνία των Πρεσπών ή στην ψηφοφορία για την ψήφο εμπιστοσύνης, παρότι ήταν και οι δύο κρίσιμες και σημαδιακές ψηφοφορίες. Άλλωστε, με αφετηρία τις ψηφοφορίες αυτές σημειώθηκαν και εξελίσσονται νέες, σημαντικές αλλαγές στο εσωτερικό τους. Η ορθή εκτίμησή τους προϋποθέτει μια βαθύτερη ανάλυση του χαρακτήρα αυτών των σχηματισμών, των κοινωνικών αναφορών τους, των πιθανών άμεσων και στρατηγικών προσανατολισμών τους με βάση αυτά τα στοιχεία.
Τα συμπεράσματα αυτής της ανάλυσης δεν αρκεί να οδηγήσουν απλά στη διακήρυξη κάποιων προθέσεων συνεργασίας ή, αντίθετα, πολεμικής διάθεσης απέναντί τους. Χρειάζεται να αποτελέσουν τη βάση και την αφετηρία για την ανάληψη συγκεκριμένων πρωτοβουλιών και δημόσιας έκθεσης των προθέσεων του ΣΥΡΙΖΑ απέναντί τους, με δηλωμένο σκοπό να επηρεαστούν σε θετική κατεύθυνση οι εξελίξεις, τόσο στο εσωτερικό κάθε πολιτικής δύναμης όσο και συνολικά στο χώρο αυτό. Αν η ρευστότητα αποδεικνύεται αναπόφευκτη, η κατεύθυνσή της δεν πρέπει να αφεθεί στην τύχη.

Στον αντίποδα του ΠΑΣΟΚ και της ΕΚ

Δεν αρκεί η γενική πρόσκληση «όσοι πιστοί προσέλθετε». Ούτε είναι συνετή η αδιαφορία για την τροπή των πραγμάτων στο χώρο του κέντρου. Και οπωσδήποτε δεν συνιστά στρατηγική σύλληψη η υποκατάσταση μιας αναγκαίας και μελετημένης πολιτικής συμμαχιών με προοπτική, από μια ευκαιριακή, ίσως και αναγκαία προσωρινά, τακτική (προ)εκλογικών συνεργασιών. Αν εξετάσουμε από μια συγκεκριμένη σκοπιά τη μεταπολεμική ελληνική πολιτική ιστορία, θα δούμε ότι εκείνο που είχε καταστήσει για μεγάλο διάστημα ηγέτιδα δύναμη την πολιτική δεξιά, είναι η δυνατότητά της να ασκεί με σταθερότητα μια πολιτική συσπείρωσης ευρύτερων συντηρητικών δυνάμεων. Πολιτική που το κάθε φορά αντίπαλό της στρατόπεδο, Ένωση Κέντρου ή ΠΑΣΟΚ, δεν ήταν σε θέση να συλλάβει και να εφαρμόσει: τη μία με τη στρατηγική τού διμέτωπου έναντι της ΕΔΑ (προδικτατορικά), την άλλη με τη στρατηγική της λεηλασίας ή αφομοίωσης της αριστεράς (μεταδικτατορικά). Θα ήταν τραγική ειρωνεία να συμπεριφερθεί σήμερα η ισχυρή, χάρη στη λαϊκή ψήφο, ριζοσπαστική και ανανεωτική αριστερά με ανάλογο επιπόλαιο τρόπο. Όσοι θίγονται από τις ανακατατάξεις αυτές, τις περιγράφουν αποκλειστικά με ηθικολογικούς όρους και τις καταγγέλλουν, γιατί θέλουν να αποτρέψουν μια συσπείρωση στον πόλο της αριστεράς ή, τουλάχιστον, να τη δυσφημίσουν. Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να τις ερμηνεύσει σωστά και να παρέμβει δημιουργικά στην εξέλιξή τους.

Χ. Γεωργούλας