Ετιέν Μπαλιμπάρ: Η σημερινή Ευρώπη μπροστά στις ευρωεκλογές

Ο φόβος μας ότι, μέσα στο όχι κατάλληλο για τέτοιες συζητήσεις, κλίμα λίγες μέρες πριν τις εκλογές, η προσέλευση στη διάλεξη που οργάνωσε το Ινστιτούτο «Νίκος Πουλαντζάς» με τον φιλόσοφο Ετιέν Μπαλιμπάρ θα ήταν λειψή, δεν επιβεβαιώθηκε. Η συγκέντρωση του Αλέξη Τσίπρα στο Αιγάλεω, η παρουσίαση του βιβλίου του Πάνου Λάμπρου την ίδια ώρα όπως και άλλες εκδηλώσεις, άφησαν τελικά ένα ευρύ κοινό που προσήλθε να ακούσει τις σκέψεις, όχι και τόσο αισιόδοξες, για την προοπτική της Ευρώπης, ενός ανθρώπου που το έργο του μας βοηθά να μη χαθούμε στη σκοτεινή διαδρομή μας. Καθώς όμως βρέθηκε στην Αθήνα επωφελήθηκε και, με μια εκτενή εισαγωγή του, μας μίλησε, εκ βαθέων, για τον σύντροφο, φίλο, που συνεργάστηκαν αλλά και αντιπαρατέθηκαν, τον αξέχαστο Νίκο Πουλαντζά. Δεν έλειψαν και οι αναφορές στην «Εποχή», καθώς δημοσιεύει συστηματικά παρεμβάσεις του. Όπως πάντα οι απαντήσεις του Ετιέν Μπαλιμπάρ στις πολλές ερωτήσεις που τέθηκαν ήταν ακόμη μια διάλεξη. Σήμερα δημοσιεύουμε ένα μέρος από το πλούσιο αυτό υλικό (ολόκληρη η συζήτηση μαγνητοσκοπημένη και μεταφρασμένη στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου).

Του Ετιέν Μπαλιμπάρ

Είμαι ευτυχής που βρίσκομαι εδώ σήμερα, όχι μόνο γιατί είμαι ανάμεσα σε φίλους, αλλά και γιατί μετέχω σε μια εκδήλωση που διοργανώνει το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, το οποίο φέρει το όνομα ενός διανοητή που όχι μόνο γνώριζα καλά, αλλά είχα μαζί του μια πολύ σύνθετη σχέση. Τον γνώρισα όταν εγώ ήμουν νέος φοιτητής κι εκείνος ήταν αγωνιστής κατά του δικτατορικού καθεστώτος στην Ελλάδα, σε πολύ δύσκολες συνθήκες. Δεν τον εκτιμούσα όμως μόνο για αυτό, αλλά και για την πρώιμη και λαμπρή ικανότητα που είχε αποκτήσει στην πολιτική φιλοσοφία, την πολιτική θεωρία και τη θεωρία του Δικαίου. Εγώ ήμουν μέλος ενός κύκλου που είχε δημιουργηθεί γύρω από τον Λουί Αλτουσέρ, που εκείνη την εποχή ξεκινούσε να δημοσιεύει κείμενα.
Ο Αλτουσέρ και ο Πουλαντζάς πολύ γρήγορα άνοιξαν ένα διάλογο και δημιούργησαν μια φιλική σχέση. Και οι δύο ήταν, στην πραγματικότητα, αυτοί που επινόησαν αυτό που σε μια δεδομένη στιγμή ονομάσαμε στρουκτουραλιστικό μαρξισμό, δηλαδή την απόπειρα επαναθεμελίωσης του μαρξισμού με τη χρήση καινούργιων εργαλείων, της ανθρωπολογίας, της θεωρίας του λόγου και των πιο πρόσφατων φιλοσοφικών ρευμάτων. Στο πλαίσιο αυτής της μικρής ομάδας υπήρχαν αντιπαραθέσεις αλλά όχι προσωπικοί ανταγωνισμοί. Αντίθετα, υπήρχαν στιγμές μεγάλης προσέγγισης και συμπάθειας, συγκερασμού ιδεών και στιγμές διαφωνίας, που κάποιες φορές είχαν αντίκτυπο και στις προσωπικές σχέσεις.

Είχε δίκιο ο Νίκος Πουλαντζάς

Αυτό που είχε τη μεγαλύτερη επίπτωση στη σχέση μας με τον Νίκο, ήταν η στιγμή της δημόσιας αντιπαράθεσης για τον ευρωκομουνισμό, την εγκατάλειψη της δικτατορίας του προλεταριάτου, στην οποία είχαν προχωρήσει ορισμένα κομουνιστικά κόμματα, μεταξύ αυτών και το Γαλλικό ΚΚ. Απέναντι σε αυτή τη στάση ο δάσκαλός μου Αλτουσέρ αντιτάχθηκε με όλη του τη δύναμη, γιατί θεωρούσε ότι ήταν βαρύτατη διάψευση. Φυσικά, ακολούθησα τον δάσκαλό μου, γιατί συμφωνούσα μαζί του, και σχεδιάσαμε τη συγγραφή ενός βιβλίου, το οποίο τελικά έγραψα μόνος μου, καθώς ο Αλτουσέρ αρρώστησε. Έτσι, έγινα ο υπερασπιστής της δικτατορίας του προλεταριάτου ανάμεσα στους μαρξιστές του κύκλου και της γενιάς μου.
Ο Νίκος είχε διαμετρικά αντίθετη θέση, συμμεριζόταν πολύ περισσότερο από τον Αλτουσέρ και εμένα το ρεύμα του ευρωκομουνισμού, αν και υιοθετούσε θέσεις πιο κριτικές, πιο ριζοσπαστικές στο εσωτερικού αυτής της τάσης από ορισμένους πολιτικούς ηγέτες, με τους οποίους είχαμε πολεμική. Αυτό που είναι, προφανώς, σημαντικό για εμένα, είναι ότι η διαφορά μας δεν μας είχε προκαλέσει ρήξη, μας είχε απομακρύνει λιγάκι. Όταν οι πολιτικές περιστάσεις άλλαξαν, στα τέλη της δεκαετίας 1970, λίγο πριν από την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας από την Αριστερά, με το συνασπισμό σοσιαλιστών και κομμουνιστών, ο Νίκος, εγώ και άλλοι βρεθήκαμε μαζί, καθώς είχαμε την αίσθηση ότι η Αριστερά ήδη από εκείνη την εποχή βρισκόταν σ’ ένα κρίσιμο σημείο και έπρεπε κατά κάποιο τρόπο να επανιδρυθεί, να ανοικοδομηθεί, για να αντιμετωπίσει τις προοπτικές της περιόδου που ερχόταν.
Παρότι είχαμε απομακρυνθεί, βρεθήκαμε ξανά πάρα πολύ κοντά, καθώς κάναμε παρόμοιες αναλύσεις προσπαθώντας να μετάσχουμε στην ίδια πρωτοβουλία. Δυστυχώς, πολύ γρήγορα συνέβη η τραγωδία, η διπλή, η πολλαπλή τραγωδία, χάσαμε τον σύντροφο και δάσκαλό μας Αλτουσέρ και αυτοκτόνησε ο Νίκος. Εχω σκεφτεί πολλές φορές τις έντονες συζητήσεις που είχαμε τότε και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι σ’ εκείνη την αντιπαράθεση αυτός ήταν που είχε δίκιο κι όχι εγώ. Δεν το λέω για να ξεπληρώσω ένα χρέος, αλλά για να πω ότι είχε την ορθή ιδέα, όχι μια απλοϊκή μαρξιστική αντιμετώπιση, που θεωρεί το κράτος σαν ένα μηχανισμό εξωτερικό σε σχέση με την πολιτική πάλη και όχι σαν θεμελιακό διακύβευμα στο εσωτερικό αυτής της πάλης. Πιστεύω ότι εκείνος είχε δίκιο.
Μερικές φορές αναρωτιέμαι πώς θα ανέλυε σήμερα την κατάσταση κάποιος σαν τον Νίκο Πουλαντζά, αν βρισκόταν ανάμεσά μας. Σκέφτομαι ότι ο Νίκος ήταν πραγματικός Ευρωπαίος με την πιο ενεργή και βαθιά έννοια, αλλά δεν θυμάμαι να έχει παρέμβει ειδικά στο θέμα της ευρωπαϊκής οικοδόμησης. Ετσι κι αλλιώς η σημερινή κατάσταση είναι πολύ διαφορετική σε σύγκριση μ’ εκείνη πριν από σαράντα ή είκοσι χρόνια, αλλά μπορώ να έχω μια γνώμη που έχω διατηρήσει και ενισχύσει, η οποία βασίζεται σε μια ορισμένη μέθοδο, στη δύναμη και την αυστηρότητα που χαρακτήρισαν τη σκέψη όχι μόνο του Πουλαντζά, αλλά γι’ αυτόν μιλάμε τώρα. Προφανώς δεν μιλάω εξ ονόματός του, αλλά θέλω να τονίσω ότι είναι πολύ ιδιαίτερο το γεγονός ότι βρίσκομαι σήμερα σ’ ένα χώρο που φέρει το όνομά του.

Για την Ελλάδα και την Ευρώπη

Οι δεσμοί μου με την Ελλάδα, με τους διανοούμενούς της, τους αγωνιστές της, το λαό της είναι παλιοί και βαθιοί. Εχει συμβεί να μιλήσω για την Ελλάδα σαν πολίτης της Ευρώπης, σαν διανοούμενος, να εκφέρω κρίσεις, να κάνω υποθέσεις για πολιτικά γεγονότα και κυρίως για τη σημασία της ελληνικής κρίσης για το σύνολο της Ευρώπης, σαν υποχρέωση που απορρέει από το γεγονός ότι έχουμε χρέος να παρεμβαίνουμε, να παρατηρούμε σαν ευρωπαίοι πολίτες τα πολιτικά γεγονότα που συμβαίνουν σε όλες τις χώρες της ηπείρου μας. Αν κλειστούμε στα σύνορά μας, αν βλέπουμε τα κοινά ζητήματά μας αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της εθνικής μας παράδοσης, αν δεν ενδιαφερόμαστε για ζητήματα δυσάρεστα αλλά και ευχάριστα, όπως ο σεβασμός, η διακριτικότητα, για ζητήματα που συμβαίνουν στο γείτονά μας, η Ευρώπη δεν θα φτάσει ποτέ σ’ εκείνη την πολιτική εποχή που ελπίζουμε.
Θεωρώ την αποψινή συνάντησή μας ενταγμένη σε μια σειρά συναντήσεων εν όψει των ευρωεκλογών. Μπορεί σ’ αυτή την αναμέτρηση η εθνικιστική άκρα δεξιά σε όλες τις εκδοχές της να μη σημειώσει μια ολέθρια επιτυχία, αλλά σίγουρα θα προωθήσει σημαντικά τις θέσεις της σε ορισμένες ή σε όλες τις χώρες. Χρειάζεται, λοιπόν, να κινητοποιηθούν δυνάμεις αντίστασης σε μια τέτοια αρνητική προοπτική. Το ερώτημα που αντιμετωπίζει ο καθένας μας είναι « ποιον θα ψηφίσετε στη χώρα σας;» Είμαι στη δυσάρεστη θέση να σας ομολογήσω ότι δεν έχω αποφασίσει ακόμα τι θα ψηφίσω. Εχω δύο επιλογές: ή θα διαλέξω τη λίστα που υποστηρίζει το Γαλλικό ΚΚ, της οποίας οι εκλεγμένοι θα συναντήσουν τους ευρωβουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ στην ομάδα της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Αριστεράς (GUE), ή τη λίστα της Ευρωπαϊκής Ανοιξης, που υποστηρίζει τη θέση της διεθνικής λίστας, η οποία δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί.

Ριζικός μετασχηματισμός για την ΕΕ

Ετσι κι αλλιώς, πρόθεσή μου είναι να ψηφίσω μια λίστα που η πανευρωπαϊκή, η διευρωπαϊκή προοπτική της είναι σαφώς διατυπωμένη, που έχει την πεποίθηση ότι καμιά χώρα, κανένας λαός, καμιά εργατική τάξη δεν θα βρισκόταν σε καλύτερη θέση, αν η ενωμένη Ευρώπη δεν υπήρχε, και δεν ασπάζεται την άποψη ότι κανένας απ’ όσους ανήκουν στις λαϊκές τάξεις δεν πρόκειται να κλάψει, αν η Ευρωπαϊκή Ενωση διαλυθεί. Θεωρώ ότι πρόκειται για δραματικό λάθος. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να ψηφίσουμε ένα οποιοδήποτε πρόγραμμα για την Ευρώπη, γιατί η ΕΕ χρειάζεται ριζικό μετασχηματισμό. Και όπως πολλοί ανάμεσά μας, θέτω κι εγώ το ερώτημα ποιος θα πάρει μια τέτοια πρωτοβουλία, ποιες είναι οι δυνάμεις που θα την στηρίξουν, πώς θα συσπειρωθούν αυτές οι δυνάμεις.
Θα προχωρήσω σε τρεις πιο αναλυτικές παρατηρήσεις. Υπάρχει απόλυτη αλληλεξάρτηση ανάμεσα στο κοινωνικό ζήτημα, το εθνικό ζήτημα και το δημοκρατικό ζήτημα. Τα ευρωπαϊκά κράτη, τα οποία η επισημοποιημένη από το 1992 νεοφιλελεύθερη πολιτική, εν ονόματι του ελεύθερου και ανόθευτου ανταγωνισμού, αποσύνθεσε σταδιακά, ήταν κράτη στα οποία οι διαστάσεις της εθνικής αυτονομίας ή αλληλεξάρτησης και της κοινωνικής πολιτικής υπήρξαν στενά συνδεδεμένες. Η αποσύνθεση αυτών των κρατών γεννάει τις βίαιες αντιθέσεις που βιώνουμε σήμερα. Αν υπάρχει κάτι αληθινό ή σωστό σ’ αυτό που αποκαλείται λαϊκισμός, όρος αρκετά ασαφής και αμφίσημος, πιστεύω πως είναι ειδικά το γεγονός ότι κατά την οικοδόμηση της Ευρώπης υποτιμήθηκε η στενή σύνδεση της εθνικής διάστασης με τη δημοκρατική συγκρότηση και την κοινωνική πολιτική, θεωρώντας την σαν ένα ζήτημα του παρελθόντος. Με αποτέλεσμα οι θεωρητικοί του ευρωπαϊκού φεντεραλισμού να υποτιμήσουν τη δυσκολία και τη σοβαρότητα του εθνικού ζητήματος.

Το εθνικό και το κοινωνικό ζήτημα

Εκτός από τις εθνικές ιδιαιτερότητες που είναι υποχρεωτικό να ληφθούν υπόψη, υπάρχει και το γεγονός ότι στην ΕΕ συγκεντρώνονται κράτη που έχουν διαφορετικό βάρος από την άποψη του πλούτου, της οικονομικής ανάπτυξης, της πολιτικής ισχύος ή της στρατιωτικής δύναμης. Υπάρχουν μεγάλα, μεσαία και μικρά κράτη και το πρόβλημα της ισότητας συχνά υποτιμάται. Το ιστορικό καθήκον της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν είναι θέμα επιβολής ενός υπερεθνικού συντάγματος, αλλά επινόησης ενός νέου τύπου ομοσπονδίας ή συνομοσπονδίας. Η επινόηση ενός νέου φεντεραλισμού δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αντίθετα, προσκρούει σε σημαντικά εμπόδια, που οφείλονται στο γεγονός ότι υπάρχουν ήδη στην Ευρώπη θεσμοί που μοιάζουν με ομοσπονδιακούς. Είναι θεσμοί υπερεθνικοί, όπως το ευρωκοινοβούλιο, που οι αρμοδιότητές του, όμως, αν δεν είναι αποκλειστικά συμβουλευτικές, είναι οπωσδήποτε πολύ περιορισμένες και δεν συγκρίνονται με τις αρμοδιότητες ενός εθνικού κοινοβουλίου. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αποκτήσει μια ικανότητα επιρροής σε ζητήματα εμπορικών ρυθμίσεων και παραγωγής και κατανάλωσης, όχι όμως και σε ζητήματα πολιτικής ικανότητας και πολιτικής πρωτοβουλίας.
Δεν πρόκειται για ομοσπονδιακούς, αλλά για ψευδοομοσπονδιακούς θεσμούς. Και είναι εξαιρετικά δύσκολο να βγει κάποιος από ένα ψευδοομοσπονδιακό σύστημα, για να περάσει σ’ ένα αυθεντικά ομοσπονδιακό σύστημα. Ορισμένοι φίλοι μας, συνάδελφοί μας, προκειμένου να μην επιστρέψουμε και να κλειστούμε στα εθνικά σύνορα, προτείνουν την ανανέωση, τη δημοκρατική επαναδιατύπωση των ευρωπαϊκών συνθηκών. Αναφέρομαι στις προτάσεις του οικονομολόγου Τομά Πικετί και μιας ομάδας νομικών και πολιτειολόγων, σύμφωνα με τις οποίες ο πιο ορθολογικός και αποτελεσματικός δρόμος εξόδου από το αδιέξοδο είναι η αποκάλυψη της ελαττωματικότητας του ευρωπαϊκού οικοδομήματος ως θεσμικού οικοδομήματος και το πέρασμα σε μια νέα εποχή επανίδρυσης εγγύτερης προς τους λαούς και ταυτόχρονα πιο αποτελεσματικής από την άποψη της ένταξης σ’ ένα παγκόσμιο γεωπολιτικό σχέδιο, που συνίσταται στην προσπάθεια να ανευρεθεί ένας συντονισμός, μια συνέργεια, μια σύνδεση όσο το δυνατόν πιο στενή ανάμεσα στα δύο προβλήματα, του προϋπολογισμού από τη μια και, από την άλλη, της διεύρυνσης της ευρωπαϊκής κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης.

Η δημοκρατία πρέπει να προχωρήσει

Νομίζω ότι ο δρόμος αυτός είναι σωστός, ότι αξίζει να δοκιμαστεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ευθυγράμμιση με το σχέδιο του Πικετί. Για δύο λόγους: γιατί η διαφοροποίηση των φορολογικών συστημάτων των κρατών-μελών, που υφίσταται για να προσελκύονται τα κεφάλαια μέσα από έναν άγριο ανταγωνισμό, είναι ίσως ο λόγος της αποσύνθεσης και της όξυνσης των εθνικισμών. Και γιατί στο πεδίο της δημοκρατίας χρειάζεται να ξανασκεφτούμε την Ευρώπη, τη δημοκρατική αρχή, τις μορφές της δημοκρατίας, ιδίως μετά τις εμπειρίες που είχαμε πρόσφατα στη Γαλλία και παλιότερα στην Ελλάδα, στο Σύνταγμα, που μας δείχνουν ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να περιοριστεί στην αντιπροσωπευτική μορφή της, και η αντιπροσωπευτική δημοκρατία στον κοινοβουλευτισμό. Στη σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία καλλιεργείται η ιδέα και άλλων μορφών δημοκρατίας.
Η στιγμή είναι κατάλληλη, από τη σκοπιά της ίδιας της δημοκρατίας, για να προχωρήσει η αντιπροσωπευτικότητα και να εξελιχθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αν υπάρχει ο κίνδυνος σε κάποιες χώρες, ειδικότερα στη Γαλλία, όχι να μποϊκοταριστούν οι ευρωεκλογές, αλλά οπωσδήποτε να υποτιμηθούν ή να αγνοηθούν, είναι γιατί πολλοί πολίτες σκέφτονται ότι δεν υπάρχει πραγματική αντιπροσωπευτική δημοκρατία στην Ευρώπη, δηλαδή ότι η ευρωβουλή δεν εκφράζει την ποικιλότητα των συμφερόντων, δεν έχει πραγματικά την ελεγκτική ικανότητα, την ικανότητα να αποτελεί μια αντι-εξουσία στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

Δημοκρατική και ηθική νομιμοποίηση

Εκτός από την ανάγκη να ξανασκεφτούμε το κοινωνικό ζήτημα σε σχέση με το εθνικό και την ανάγκη να περάσουμε από τον ψευδοφεντεραλισμό σ’ έναν αυθεντικό ευρωπαϊκό φεντεραλισμό, υπάρχει σήμερα στην Ευρώπη κι ένα ζήτημα νομιμοποίησης, νομιμοποίησης του ίδιου του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, που αναδεικνύεται όλο και πιο σοβαρό. Το ευρωπαϊκό οικοδόμημα χάνει τη νομιμοποίησή του. Δεν χαίρομαι γι’ αυτή την απώλεια νομιμοποίησης, γιατί δεν πιστεύω ότι θα απολήξει σε μια ανάκτηση, μια ανανέωση της νομιμοποίησης των εθνικών κρατών ως προς τη δημοκρατική λειτουργία τους.
Οι πολιτειολόγοι, όπως αναλύουν την έννοια της δημοκρατίας, αναλύουν και την έννοια της νομιμοποίησης με βάση την έννοια της αποτελεσματικότητας, της δραστικότητας. Υπάρχουν, λοιπόν, πολιτικές σήμερα που λύνουν προβλήματα, που είναι αποτελεσματικές σε μια σειρά τομείς. Στα μεγάλα ζητήματα, όμως, της εποχής μας, όπως τα ζητήματα του περιβάλλοντος, η Ευρώπη έχει πάρει πρωτοβουλίες, αλλά δεν έχει να επιδείξει αποτελεσματικότητα. Στη συνέχεια, υπάρχει η δημοκρατική νομιμοποίηση, που αναφέρεται στο ερώτημα εάν οι ευρωπαίοι πολίτες αναγνωρίζουν τους εαυτούς ή όχι στους θεσμούς.
Τέλος, εκτός από τη δημοκρατική νομιμοποίηση, υπάρχει και η ηθική νομιμοποίηση. Στα μάτια των μαρξιστών, του ιστορικού υλισμού, των μελετητών του Λένιν, ήταν ένα ζήτημα πολύ σημαντικό. Γινόταν αντιληπτό ως ένα δεύτερο ζήτημα που παραπέμπει στον πραγματικό συσχετισμό δύναμης, στο πραγματικό κίνητρο της ιστορικής δράσης και των ιστορικών μετασχηματισμών. Εδώ και χρόνια έχω εντελώς αλλάξει άποψη και ένας βασικός λόγος γι’ αυτό είναι το αποτέλεσμα που έχει η ηθική νομιμοποίηση στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα και στην πολιτική δέσμευσή μας απέναντι στη μεταναστευτική και προσφυγική κρίση. Μιλώ σήμερα από ένα τόπο όπου το ευρωπαϊκό πρόβλημα εμφανίζεται με την πιο οξυμμένη μορφή, που πλήρωσε αυτός ο ίδιος με τον πιο πραγματικό τρόπο το έλλειμμα αυτό της πολιτικής δέσμευσης. Είναι ένα από τα στοιχεία που μπορούν να συμβάλουν ή όχι στην απόκτηση ηθικής νομιμοποίησης στην Ευρώπη, στην ικανότητά της δηλαδή να αντιμετωπίζει και να διαχειρίζεται τα μεγάλα ανθρωπιστικά προβλήματα, από τα οποία θα έχουμε όλο και περισσότερα, εξαιτίας των μεγάλων καταστροφών. Είναι σαν να ξεχνούμε τους λόγους για τους οποίους ο εθνικισμός και ο φασισμός αναπτύσσονται σήμερα στην Ευρώπη. Και μάλιστα σε ορισμένες χώρες μοιάζουν ακαταμάχητοι. Μα πρόκειται ακριβώς για την επίπτωση του γεγονότος ότι οι ευρωπαίοι πολίτες, και ιδιαίτερα οι πιο φτωχοί, δεν θέλουν να ακούν για φιλοξενία, για την ηθική υποχρέωση και φυσικά αισθάνονται μακριά από την ιδέα ότι η Ευρώπη χρειάζεται μια ηθική νομιμοποίηση. Παίρνω, λοιπόν, το ρίσκο να πω ότι δεν πρέπει να υποχωρήσουμε μπροστά σε αυτή τη λογική και ότι όσοι αντιστέκονται σε αυτή, είναι εργάτες της ευρωπαϊκής οικοδόμησης.